1973: Φονικό για μια παραγγελιά

Ο Νίκος Κοεμτζής, το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του Παναγιώτη Κοεμτζή από το Αιγίνιο Πιερίας, ήταν ατίθασος από μικρός. Το μόνο που θυμόταν από τα παιδικά του χρόνια στο
χωριό ήταν οι ξυλοδαρμοί του πατέρα του από τη Χωροφυλακή και τα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου και του εμφυλίου, καθώς συμμετείχε στο ΕΑΜ.
Η φτώχεια δεν τον άφησε να μάθει γράμματα. Έψαξε την τύχη του στη Θεσσαλονίκη και αργότερα, 20 χρόνων πλέον, στην Αθήνα, όπου έκανε δουλειές του «ποδαριού». Όταν αιματοκύλισε τη «Νεράιδα της Αθήνας», ξημερώνοντας 25 Φεβρουαρίου 1973, ήταν ήδη «γνώριμος» των διωκτικών αρχών, καθώς είχε κάνει έξι χρόνια φυλακή για διαρρήξεις και μια ληστεία στη Λάρισα, σε βάρος του αφεντικού του, επειδή δεν τον είχε πληρώσει.

Το μίσος του για την Αστυνομία, που δεν αρνήθηκε ποτέ, αλλά και η παραβίαση του άγραφου νόμου της παραγγελιάς, του όπλισαν το χέρι εκείνη τη νύχτα στην Αγίου Μελετίου, όπου έγινε το μακελειό. Όταν τον ρώτησαν «γιατί τόσο μένος», είπε ότι κάθε τόσο τον τραβάγανε στην Ασφάλεια, τον έριχναν σ’ ένα δωμάτιο, του πετούσαν νερό και τον είχαν για μέρες νηστικό, χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Ίσως εκείνο το τριπλό έγκλημα εάν γινόταν σήμερα, να μην είχε πάρει τις ίδιες διαστάσεις. Ερμηνεύθηκε όμως ως υπεράσπιση της τιμής ενός ολόκληρου λαού, που ανέπνεε δύσκολα κάτω από την αστυνομοκρατία της χούντας…
Εκείνο το βράδυ ο 35χρονος Νίκος, που δούλευε ως «κράχτης» σε ένα εμπορικό κατάστημα στην Ομόνοια, είχε πάει μαζί με τον 28χρονο αδερφό του Δημοσθένη, το φίλο τους Θωμά Καραμάνη 31 χρόνων και δύο νεαρές κοπέλες, την 20χρονη Γιάννα και την 19χρονη Σοφία, στη «Νεράιδα της Αθήνας», στην οδό Αγίου Μελετίου 45 για να ακούσουν τον Κώστα Καρουσάκη. Κάποια στιγμή οι κοπέλες έφυγαν και οι τρεις άνδρες μετακινήθηκαν στο πρώτο τραπέζι που είχε αδειάσει.

Ο Δημοσθένης πλησίασε τον Καρουσάκη και του ζήτησε τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη. «Εγώ τελείωσα το πρόγραμμά μου, το τραγούδι θα σου το πει ο Τάκης ο Αθανασιάδης που ανεβαίνει τώρα», του απάντησε εκείνος.
Η ορχήστρα άρχισε να παίζει το ζεϊμπέκικο και η πίστα γέμισε. Ο Δημοσθένης ζήτησε το λόγο από τον τραγουδιστή. Ο Αθανασιάδης του έδωσε το μικρόφωνο και ο Δημοσθένης επανέλαβε: «Το τραγούδι είναι παραγγελιά, δεν ακούσατε». Κάποιος από την πίστα τον πλησίασε και τον έσπρωξε. Και τότε πετάχτηκε μαινόμενος ο Νίκος.
«Παραγγελιά ρε! Δεν ακούτε; Παραγγελιά!», ούρλιαξε και όρμησε στην πίστα. Έβγαλε ένα μαχαίρι και άρχισε και το ανεβοκατεβάζει με μανία. Ακολούθησε πανδαιμόνιο, καθώς οι θαμώνες έτρεχαν να σωθούν και η πίστα γέμισε νεκρούς και τραυματίες. Ήταν τόσο θολωμένο το μυαλό του Κοεμτζή, που είχε μαχαιρώσει και το φίλο του, Θωμά, που ήταν στην παρέα του!

Ο 28χρονος υπενωμοτάρχης Μανόλης Χριστοδουλάκης, ο 31χρονος αστυφύλακας της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών Δημήτρης Πεγιάς και ο 34χρονος φανοποιός Γιάννης Κούρτης ήταν νεκροί, ενώ άλλα επτά άτομα είχαν τραυματιστεί. Ανάμεσά τους ο 34χρονος ταμίας και συνιδιοκτήτης του κέντρου Ηλίας Τόλης και ο μετρ Δημήτρης Σχίζας 41 χρόνων. Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης μίλησε για «λυσσαλέα χτυπήματα από επαγγελματία δολοφόνο, που κάρφωνε και έστριβε το μαχαίρι για να κάνει σίγουρη δουλειά».
Δύο ημέρες αργότερα συνελήφθη ο Δημοσθένης, ο οποίος εργαζόταν ως σταβλίτης στον Ιππόδρομο. Ακολούθησε, με περιπετειώδη τρόπο, η σύλληψη του Νίκου στη Δάφνη. Όταν είδε τους αστυνομικούς να τον έχουν περικυκλώσει, τους επιτέθηκε με μαχαίρι και αυτοί τον πυροβόλησαν στα πόδια.
Στη δίκη του, που έγινε το Νοέμβριο του 1973 και ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ο Κοεμτζής είπε ότι το μυαλό του θόλωσε από το ποτό και την προσβολή προς τον μικρότερο αδερφό του. Ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι ο δολοφόνος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα, δικαιολογία που τον είχε βοηθήσει να αποφύγει τον Στρατό.

Οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα να εξεταστεί από γιατρό και τον καταδίκασαν στην εσχάτη των ποινών: τρεις φορές εις θάνατον και οκτώ φορές σε ισόβια κάθειρξη. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών για σωματικές βλάβες σε βάρος ενός χωροφύλακα, ενώ ο Καραμάνης αθωώθηκε. Χάρη στην κατάργηση της θανατικής ποινής Νίκος Κοεμτζής δεν εκτελέστηκε και μεταφέρθηκε ως ισοβίτης από τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού στην Κέρκυρα.
Το 1979 ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» ενώ και η «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου, που γυρίστηκε ένα χρόνο αργότερα, ήταν εμπνευσμένη από την ιστορία του Κοεμτζή, με τον Αντώνη Αντωνίου και τον Αντώνη Καφετζόπουλο στους ρόλους των δύο αδελφών.
Ο Κοεμτζής κρατήθηκε σε διάφορες φυλακές, αλλά δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα. Έγραφε τις σκέψεις του σε ένα ημερολόγιο και πολλά ποιήματα. Στην εξέγερση στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου, το Μάρτιο του 1996, λειτούργησε ως «πυροσβέστης» όταν οι κρατούμενοι έβαλαν στο δικό του κελί τον διευθυντή Γιάννη Nικολακάκη και επτά φύλακες που είχαν πάρει ομήρους. Άδεια δεν πήρε ποτέ, φοβόταν ότι δεν θα ξαναγύριζε, όπως είπε, γι’ αυτό και περίμενε την αποφυλάκιση, που ήρθε μετά από 23 χρόνια, στις 29 Μαρτίου 1996.

Πέντε μήνες αργότερα έφυγε από το Αιγίνιο με μια παντρεμένη γυναίκα, 18 χρόνια μικρότερή του, μητέρα δύο παιδιών, προς άγνωστη κατεύθυνση. «H καρδιά του Kοεμτζή διψούσε χρόνια για αγάπη, στοργή και ζεστασιά», είπε όταν επέστρεψε στο χωριό. Tα βλέμματα όλων έπεφταν πάνω του, αλλά κανείς δεν τολμούσε να του πει τίποτε. Aλλωστε, από τότε που βγήκε από τη φυλακή και γύρισε πίσω στο Aιγίνιο, ελάχιστοι ήταν αυτοί που στάθηκαν δίπλα του. Όταν τον ρώτησαν πού πήγε, απάντησε: «Πήγα κάπου για να συνεχίσω το βιβλίο μου».

Το κλίμα στο χωριό δεν τον «σήκωνε». Είχε κάνει αίτηση να αλλάξει ο τόπος που παρουσιαζόταν κάθε 1η και 16η του μηνός, γιατί έμενε πλέον στην Αθήνα και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πηγαινοέρχεται στην Πιερία. Όμως η αίτησή του απορρίφθηκε. Το Μάιο του 1999 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών έκρινε ότι ο Κοεμτζής παρέβη τους όρους αποφυλάκισής του και γι’ αυτό έπρεπε να συλληφθεί και να φυλακιστεί, πράγμα που έγινε. Άσκησε έφεση, που μετά από περίπου ένα μήνα έγινε δεκτή και ο Κοεμτζής άφησε οριστικά πίσω του τη φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του πουλούσε το βιβλίο που έγραψε με την αυτοβιογραφία του στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων και τις Κυριακές στην οδό Αδριανού στο Μοναστηράκι. Εκεί όπου τον βρήκαν νεκρό από ανακοπή, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011…
Νίκος Τσέφλιος