Μιλούν οι γυναίκες από τη Μολδαβία που έπεσαν θύματα trafficking στην Ελλάδα

Φαίνεται ένα κορίτσι πρώιμα μεγαλωμένο. Η πρώτη της σεξουαλική εμπειρία υπήρξε τραυματική και βίαιη, χωρίς να θέλει να επεκταθεί σε λεπτομέρειες. Δάκρυζε καθ’ όλη τη διάρκεια της
συζήτησης». Πρόκειται για απόσπασμα πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ψυχολόγος της ΕΛ.ΑΣ. για το ένα από τα νεαρά κορίτσια από τη Μολδαβία, που εκδίδονταν στην οδό Φυλής για λογαριασμό πολυεθνικού κυκλώματος trafficking. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε το φθινόπωρο, όταν η 18χρονη Ταμάρα κατάφερε να ξεφύγει από τους σωματοφύλακες της σπείρας που την κρατούσαν αιχμάλωτη και, αφού πρώτα επέστρεψε στη χώρα της, να καταγγείλει όσα είχε περάσει σε αστυνομικούς του Κισινάου. Τον φάκελο της υπόθεσης φέρνει για πρώτη φορά στη δημοσιότητα το inside story.
Από τη μυστική έρευνα της ΕΛ.ΑΣ., που διεξήχθη τον περασμένο Σεπτέμβριο, διαπιστώθηκε ότι το κύκλωμα των μαστροπών έλεγχε δέκα οίκους ανοχής στις οδούς Φυλής, Διδύμου, Χωματιανού και Ιάσονος. Ως αρχηγικά μέλη του περιγράφονται ένας 37χρονος υπήκοος Αλβανίας και η Μολδαβή γυναίκα του, 31 ετών. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είχαν συμμετοχή στη στρατολόγηση των κοριτσιών, τη μεταφορά τους από και προς τους οίκους ανοχής κ.ο.κ. Πολλά από τα θύματα των μαστροπών δεν είχαν ενηλικιωθεί όταν στρατολογήθηκαν και γι’ αυτό οι κατηγορούμενοι τούς έδιναν πλαστά διαβατήρια για να κρύβουν την πραγματική τους ηλικία. Για να εξασφαλίζουν άδειες παραμονής και εργασίας τις υποχρέωναν να συνάπτουν εικονικούς γάμους και σύμφωνα συμβίωσης με Έλληνες, σε δικηγορικά γραφεία στο κέντρο της Αθήνας.
Η Βερόνικα
«Τον δεύτερο μήνα που βρισκόμουν στην Ελλάδα, βρήκα έναν Έλληνα για να τον παντρευτώ και να μπορώ να μείνω στη χώρα. Μου είπαν πως η διαδικασία θα κόστιζε 3.000 ευρώ. Δέχτηκα και λίγες ημέρες αργότερα με μετέφεραν σε μια δικηγόρο μεγάλης ηλικίας, ξανθιά. Μαζί της ήταν ένας χοντρός άντρας, μελαχρινός, ο οποίος πιθανόν να ήταν αυτός που παντρεύτηκα. Πρώτη φορά τον έβλεπα και δεν μίλησα μαζί του. Υπέγραψα ένα χαρτί και το έδωσα στον δικηγόρο» κατέθεσε η 20χρονη Βερόνικα, ένα από τα θύματα του κυκλώματος που κατέθεσαν στους αστυνομικούς της Ασφάλειας.
Με την καθοδήγηση και την οικονομική βοήθεια ενός 25χρονου Μολδαβού, τα δύο κορίτσια ξεκίνησαν από την πόλη Καχούλ και έφτασαν με λεωφορείο στην Αθήνα στις αρχές του 2019
Η Βερόνικα τελείωσε το σχολείο το 2017 και με την παρότρυνση μιας παιδικής της φίλης, που ήδη εργαζόταν ως καθαρίστρια σε ξενοδοχείο στην Ελλάδα, αποφάσισε να έρθει στη χώρα μας για δουλειά. Πρότεινε μάλιστα και σε μιαν άλλη φίλη της να την ακολουθήσει στο ταξίδι της ενηλικίωσης. Με την καθοδήγηση και την οικονομική βοήθεια ενός 25χρονου Μολδαβού, που δίχως να το γνωρίζουν εκτελούσε χρέη στρατολόγου για λογαριασμό των μαστροπών, τα δύο κορίτσια ξεκίνησαν από την πόλη Καχούλ της Μολδαβίας και έφτασαν με λεωφορείο στην Αθήνα στις αρχές του 2019.
Στο σταθμό του λεωφορείου τις περίμενε μια Μολδαβή, μέλος του κυκλώματος. Τις μετέφερε σε διαμέρισμα της οδού Μηδείας, όπου κρατούνταν φυλακισμένες οι εκδιδόμενες. «Μόλις αφήσαμε τα πράγματά μας ήρθε στο διαμέρισμα η Ρενάτα (σ.σ.: πρόκειται για μέλος του κυκλώματος), μου ζήτησε να της δώσω το διαβατήριό μου γιατί το χρειάζεται ο δικηγόρος για να μπορέσουν να με βάλουν να εργαστώ. Μόλις το πήρε, μου είπε ότι εδώ που ήρθα θα εργαστώ ως εκδιδόμενη, αλλιώς να φύγω. Μου είπε επίσης ότι θα αμειβόμαστε περίπου 3.000 ευρώ τον μήνα», είπε στην κατάθεσή της ενώπιον αξιωματικών και ψυχολόγων της ΕΛ.ΑΣ.
Τα δύο κορίτσια συμφώνησαν να εργαστούν. Εκείνη την ημέρα, η γυναίκα που είχαν συναντήσει στο διαμέρισμα της οδού Μηδείας έφτιαξε τα νύχια στα δύο 18χρονα κορίτσια και στη συνέχεια πήγε μαζί τους να αγοράσουν ρούχα και εσώρουχα που να ταιριάζουν με τη νέα τους πραγματικότητα. Χρέωσε για τα ψώνια καθεμία από αυτές με 800 ευρώ και με το επιχείρημα ότι έπρεπε άμεσα να αποπληρώσουν το χρέος τους έπιασαν δουλειά σε έναν από τους οίκους ανοχής του κυκλώματος, στην οδό Φυλής 54. «Εκεί μου έδειξε η Ρενάτα πώς να κινούμαι και τι να κάνω στα ραντεβού. Εκείνη την ημέρα εργάστηκα μια βάρδια μέχρι τα μεσάνυχτα, πραγματοποιώντας συνολικά 27 ραντεβού με πελάτες. Όταν τελειώσαμε, η γυναίκα που εργαζόταν στην υποδοχή ρώτησε τη Ρενάτα πόσα χρήματα πληρώνομαι κι εκείνη της είπε 30 ευρώ».
Το διάστημα που ακολούθησε και με διάφορα προσχήματα οι μαστροποί αύξαναν συνεχώς το ποσό που η 18χρονη Βερόνικα δήθεν χρωστούσε στο κύκλωμα, υποχρεώνοντάς την να δουλεύει δύο βάρδιες, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ. «Μας απαγόρευαν να επικοινωνούμε με πελάτες από τα κινητά μας, να συζητάμε μεταξύ μας για το αφεντικό των οίκων ανοχής, μας απαγόρευαν να λέμε σε φίλους και συγγενείς την ακριβή τοποθεσία του διαμερίσματος που μέναμε και λεπτομέρειες για την εργασία μας».
Η Ταμάρα
Ένα ακόμα από τα θύματα των σωματεμπόρων, η 18χρονη Ταμάρα, μετά από ένα διάστημα έξι μηνών που καθημερινά εκδιδόταν για 14 ώρες στους οίκους ανοχής του κυκλώματος, πραγματοποιώντας 40 έως 50 ραντεβού ημερησίως, εμφάνισε ιατρικό πρόβλημα και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά τραύματα που είχε υποστεί στα γεννητικά της όργανα. Όπως έχει αποτυπωθεί στη δικογραφία της υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, μέχρι τη τελευταία ημέρα πριν από το χειρουργείο οι μαστροποί την υποχρέωναν να εκδίδεται. Το μεροκάματό της ήταν 15 ευρώ, τη στιγμή που το κύκλωμα αποκόμιζε ημερήσια έσοδα από την εργασία της 800-1.000 ευρώ (κάθε ραντεβού κόστιζε 20 ευρώ).
 «Είχε τύχει πολλές φορές να δουλέψω με πόνους στα γεννητικά μου όργανα και το μόνο που έκαναν ήταν να μου δίνουν κάποιο χάπι. Μόνο σε περίπτωση που λόγω των συνεχόμενων πόνων οι πελάτες έκαναν παράπονα μας έδιωχναν από τα μαγαζιά. Το έβλεπαν από τις κάμερες που είχαν εγκαταστήσει στα δωμάτια. Ο Κώστας (σ.σ.: ο φερόμενος ως εγκέφαλος) έβλεπε ακόμα από τις κάμερες αν εγώ ή κάποια άλλη κοπέλα δεν μπορούσε να δουλέψει στο μαγαζί γιατί μπορεί να ήμασταν κουρασμένες. Δεν γνωρίζω πού έβλεπε τις κάμερες, αλλά όταν ήμασταν στο μαγαζί και δε συμπεριφερόμασταν σωστά αυτός πατούσε ένα κουμπί και ακουγόταν η φωνή του. Εμένα μου είχε πει “Νικόλ μην κοιμάσαι”» αποκάλυψε στους αστυνομικούς η 20χρονη Χριστίνα.
Η Χριστίνα στρατολογήθηκε τον Μάιο του 2017, ενώ εργαζόταν ως σερβιτόρα σε εστιατόριο της πόλης Καχούλ της Μολδαβίας. «Τα έσοδά μου από αυτήν την εργασία (σ.σ.: στη Μολδαβία) δεν ήταν αρκετά με αποτέλεσμα να σταματήσω. Τότε ήταν που με προσέγγισε ένας άνδρας περίπου 25 ετών, ψηλός, αδύνατος, με καστανά κοντά μαλλιά. Τον γνώριζα γιατί είμαστε από το ίδιο χωριό. Μου πρότεινε να με βοηθήσει να πάω στην Ελλάδα για να δουλέψω ως εκδιδόμενη, λέγοντάς μου ότι δεν θα δουλεύω τόσο και θα παίρνω καλύτερα χρήματα. Μου είχε προτείνει και παλαιότερα την ίδια δουλειά αλλά τότε ήμουν ανήλικη και του είπα να με αφήσει ήσυχη» πρόσθεσε.
Η Μανταλίνα
Ο ίδιος άνδρας, ενεργώντας πάντα για λογαριασμό του κυκλώματος, είχε καταφέρει να παρασύρει στην Ελλάδα αρκετά ακόμα νεαρά κορίτσια από την πόλη Καχούλ της Μολδαβίας. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τη συγκατάθεση των γονιών τους, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μανταλίνα. Ο πατέρας της 17χρονης εργαζόταν ως μετανάστης στη Ρωσία και η μητέρα της ως νηπιαγωγός.
Η ήδη κακή οικονομική της κατάσταση επιδεινώθηκε μετά το διαζύγιο των γονιών της. Το καλοκαίρι του 2017, αμέσως μόλις τελείωσε το σχολείο κι ενώ η σχέση της με τον νέο σύντροφο της μητέρας της ήταν κάκιστη, αποφάσισε να φύγει και να γίνει οικονομικά ανεξάρτητη. Ήταν τότε που την προσέγγισε ο 25χρονος νεαρός «στρατολόγος», με τον οποίον απέκτησε και ελεύθερη –όπως την περιέγραψε αργότερα– ερωτική σχέση. Της πρότεινε να φύγουν μαζί από τη Μολδαβία και να πάνε να κυνηγήσουν την τύχη τους στη Γερμανία, όπως θα έκανε ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Εκείνη βέβαια όπως της εξήγησε θα εργαζόταν ως εκδιδόμενη, ενώ και εκείνος θα έβρισκε μια δουλειά που θα τους εξασφάλιζε χρήματα.
Πήγαν μαζί στη μητέρα της. Ο 25χρονος τής ανακοίνωσε ότι θα έφευγε για δουλειά στη Γερμανία και της ζήτησε να πάρει μαζί την κόρη της. «Η μητέρα μου τον είχε συμπαθήσει, τον θεωρούσε καλό παιδί και συμφώνησε» είπε η Μανταλίνα.
Tη μετέφερε στην Αθήνα αντί της Γερμανίας, που της είχε πει αρχικά, και πριν το άτυχο κορίτσι αντιληφθεί το παραμικρό, την παρέδωσε στα μέλη του κυκλώματος σωματεμπόρων και επέστρεψε στη Μολδαβία…
Η Τατιάνα
Μία άλλη γυναίκα, η Τατιάνα, 22 ετών, για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Ελλάδα υποχρεώθηκε να ταξιδέψει μαζί με την Άννα, τη δικηγόρο του κυκλώματος, στη Λέσβο προκειμένου να καταθέσει εκεί αίτημα για Άσυλο.
Λόγω του όγκου των αιτήσεων που καλούνται να διεκπεραιώσουν οι υπηρεσίες στο νησί, οι δράστες εκτιμούσαν ότι θα ήταν ευκολότερο να εξασφαλίσουν εκεί τα απαραίτητα έγγραφα. «Πήγαμε σε ένα μέρος με πολλούς μετανάστες, όπου μπήκε η ίδια (σ.σ.: η δικηγόρος) σε ένα γραφείο με αστυνομικούς για να ζητήσει άσυλο στο όνομά μου». Τελικά, όπως περιέγραψε αργότερα στους αστυνομικούς της Ασφάλειας που την εξέτασαν, μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες στη Λέσβο κατάφερε να καταθέσει αίτηση σε αστυνομική αρχή της Πάτρας.
Έχοντας καταφέρει να συλλέξουν τις απαραίτητες πληροφορίες, τα στελέχη της υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος πραγματοποίησαν την επιχείρηση εξάρθρωσης του κυκλώματος το μεσημέρι της 21ης Σεπτεμβρίου 2019. Συνέλαβαν 15 άτομα, ανάμεσα στα οποία και ο φερόμενος ως αρχηγός. Στις έρευνες που έγιναν στους οίκους ανοχής, αρκετοί από τους οποίους σημειωτέον είχαν τυπικά σφραγιστεί ήδη από το 2011 (!), βρέθηκαν χειρόγραφες σημειώσεις με τα ψευδώνυμα ή τα πραγματικά ονόματα των εκδιδόμενων γυναικών, τις αμοιβές τους, τα ωράρια εργασίας τους και τους οίκους ανοχής στους οποίους είχαν εργαστεί.
Μετά τις απολογίες τους στον ανακριτή, τα «βασικά» στελέχη του εγκληματικού δικτύου προφυλακίστηκαν. Δύο παραμένουν μέχρι σήμερα προφυλακισμένα. Η κύρια ανάκριση για την υπόθεση ολοκληρώθηκε προ δύο εβδομάδων και αναμένεται το αμέσως επόμενο διάστημα η έκδοση του Βουλεύματος για την παραπομπή τους σε δίκη. Οι ίδιοι πάντως αρνούνται τις κατηγορίες. Ο δικηγόρος Γιάννης Γλύκας, συνήγορος ορισμένων από τους κατηγορουμένους, επισημαίνει στο inside story πως η δικογραφία έχει κενά, καθώς και ότι πολλές από τις κοπέλες-μάρτυρες κατηγορίας στην πορεία της ανάκρισης ανακάλεσαν τις καταθέσεις τους. Απέδωσε μέρος του κατηγορητηρίου σε «υπερβολές των αστυνομικών» και εκτίμησε ότι οι κατηγορίες θα καταπέσουν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.


Γιάννης Σουλιώτης