1982: “Σατανικό ζευγάρι” πίσω από τη δολοφονία αστυνομικού


Στα 22 της χρόνια η Κάτια είχε ήδη ένα γιο τεσσάρων χρόνων από το γάμο της με τον 28χρονο αστυφύλακα Χρήστο Κολιτσόπουλο. Ο 24χρονος Γιάννης Σγουρίδης μόλις είχε ολοκληρώσει την
στρατιωτική του θητεία και έψαχνε δουλειά πάνω στο αντικείμενό του ως ηλεκτρολόγος. Στις αρχές του καλοκαιριού του 1982 βρήκε δουλειά στο ξενοδοχείο “Vraona Bay” στη Βραυρώνα, όπου η Κάτια δούλευε ήδη ως τηλεφωνήτρια και γρήγορα γεννήθηκε ανάμεσά τους ένας έρωτας που έδειχνε μεγάλος, αλλά αποδείχθηκε σύντομος και ολέθριος, αφήνοντας πίσω του έναν άνθρωπο δολοφονημένο, ένα ζευγάρι χωρίς μέλλον και ένα παιδί με σημαδεμένη για πάντα ψυχή…

Ο γάμος της Κάτιας και του Χρήστου Κολιτσόπουλου δεν πήγαινε καλά. Μάλιστα δύο χρόνια νωρίτερα είχαν χωρίσει για ένα μεγάλο διάστημα, αλλά έσμιξαν για χάρη του παιδιού. Όταν η νεαρή γυναίκα γνώρισε τον Σγουρίδη, άρχισε να του εξομολογείται ότι ο σύζυγός της δεν της συμπεριφερόταν καλά. Κι εκείνος δεν το άντεχε. Θα έκανε τα πάντα για να την βλέπει ευτυχισμένη.

Σαββατόβραδο 6 Νοεμβρίου 1982. Η Κάτια με τον Χρήστο και τον 4χρονο γιο τους Αλέξη επέστρεφαν από το σπίτι των γονιών του αστυφύλακα, στη Ζοφριά. Η γυναίκα κοντοστάθηκε έξω από το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ της γειτονιάς τους, στην οδό Αλκέτου στο Παγκράτι. «Ανεβείτε εσείς, εγώ θα πάω να ρίξω ένα δελτίο, να πάρω και ένα γάλα και έρχομαι», είπε στον σύζυγό της. Εκείνος ανέβηκε με το παιδί στο διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο. Μόλις μπήκε, μια σκοτεινή φιγούρα του επιτέθηκε. Πριν προλάβει να αντιδράσει, έπεσε βαριά τραυματισμένος με μια μαχαιριά στο λαιμό, μπροστά στα μάτια του έντρομου παιδιού του.
Με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, πήρε από το χέρι τον μικρό και κατέβηκε στον δεύτερο όροφο. Χτύπησε την πόρτα του συνταξιούχου συναδέλφου του Δημοσθένη Βλάχου. «Πάρε το 100», του είπε και αυτές θα ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Λίγα λεπτά αργότερα έφτασε και η Κάτια, τον είδε νεκρό, πλημμυρισμένο στο αίμα και κατέρρευσε.

Όταν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας έφτασαν στο διαμέρισμα της οδού Αλκέτου 17, το βρήκαν αναστατωμένο. Όλα έδειχναν ότι είχε μπει διαρρήκτης, που δεν δίστασε να σκοτώσει τον 28χρονο αστυφύλακα, όταν επέστρεψε και τον βρήκε μέσα. Δεν είχε το υπηρεσιακό περίστροφο μαζί του, καθώς βρισκόταν σε άδεια και το είχε παραδώσει στην υπηρεσία του, την υποδιεύθυνση τεχνικών εφαρμογών του αρχηγείου. Όπως κατέθεσε η Κάτια, από το διαμέρισμα έλειπαν οι χρυσές λίρες και τα κοσμήματά της, που πιθανότατα πρόλαβε να αρπάξει ο δολοφόνος του συζύγου της.
Οι αστυνομικοί προσήγαγαν τους σεσημασμένους διαρρήκτες του Παγκρατίου, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα, όλοι είχαν άλλοθι. Μέχρι που ειδοποιήθηκαν από την Σήμανση ότι στην πόρτα του ασανσέρ είχε βρεθεί ένα αποτύπωμα. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα ανήκε στον 24χρονο ηλεκτρολόγο Γιάννη Σγουρίδη. Ο ίδιος αρνήθηκε τα πάντα, αλλά έπεσε σε αντιφάσεις και τελικώς αναγκάστηκε να αποκαλύψει τα πάντα.

Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. Ο Σγουρίδης ομολόγησε ότι η Κάτια του είχε δώσει κλειδιά του διαμερίσματος για να βγάλει από τη μέση τον σύζυγό της, αλλά πριν αρχίσει να περιγράφει τη σκηνή του φονικού, κόμπιασε. «Την αγαπώ, δεν θέλω να της κάνετε κακό», είπε στους αστυνομικούς. Και συνέχισε: «Ήμουν σαν χαμένος. Βγήκα τρέχοντας από την πολυκατοικία και πέταξα το μαχαίρι και τα κλειδιά 2-3 τετράγωνα πιο κάτω. Πήρα το λεωφορείο και πήγα στο σπίτι μου στη Λούτσα. Δεν ήξερα αν ήταν νεκρός». Η Κάτια αρνιόταν τα πάντα. Ακόμη και στην κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή τους, τον διέψευδε συνεχώς, αλλά τελικώς κατηγορήθηκε για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του συζύγου της.
Η δίκη του «σατανικού ζευγαριού», όπως το αποκάλεσαν οι εφημερίδες της εποχής, έγινε το Μάρτιο του 1984. «Αυτή η γυναίκα είχε κάνει το γιο μου ένα πιόνι, που το κινούσε όπως ήθελε», κατέθεσε η μητέρα του Σγουρίδη. «Λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα ήταν πολύ σκεπτικός και δεν μου έλεγε τι είχε. Τον βασάνιζε η ιδέα που του έβαλε αυτή». Η μητέρα του δολοφονημένου αστυφύλακα καταριόταν κάθε τόσο την Κολιτσοπούλου και όταν ήρθε η ώρα να καταθέσει κινήθηκε εναντίον της. «Δηλητήριο μου έδωσες και ήπια, εγώ θα σε σκοτώσω», της είπε, αλλά την συγκράτησαν οι αστυνομικοί.
Ο Γιάννης Σγουρίδης είπε στην απολογία του ότι σκέφτηκε να μιλήσει στον Κολιτσόπουλο, αλλά η Κάτια τον είχε περιγράψει σαν ανθρωπόμορφο τέρας, που ήταν ικανός να τους σκοτώσει και τους δύο. Και παραδέχθηκε το έγκλημά του, που έγινε με έναν σουγιά 12 εκατοστών. Αντίθετα η Κάτια αρνήθηκε επίμονα τη συμμετοχή της στη δολοφονία του συζύγου της.

«Ποια μητέρα θα έστελνε το παιδί της μάρτυρα στο φόνο του ίδιου του πατέρα του;», αναρωτήθηκε στην απολογία της, αλλά για το δικαστήριο αυτό δεν ήταν απόδειξη αθωότητας, αλλά της σκληρότητας του χαρακτήρα της. Και οι δύο καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Επιπλέον στον Σγουρίδη επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών κατά συγχώνευση, για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, ενώ στην Κολιτσοπούλου απαγορεύτηκε κάθε επαφή με το παιδί της και ίσως αυτή ήταν η μεγαλύτερη τιμωρία της…
Η εκδίκαση της έφεσής τους προσδιορίστηκε για το Μάρτιο του 1986, αλλά ήταν τόσο επεισοδιακή, που διακόπηκε και μεταφέρθηκε, το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, στην δικαστική αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού, για να αποφευχθούν οι εντάσεις και οι απειλές για λιντσαρίσματα. Το δικαστήριο διατήρησε τις ίδιες ποινές, καθώς δεν τους αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό.
Έξι χρόνια μετά το μοιραίο Σαββατόβραδο ο Άρειος Πάγος έβαλε τέλος σε κάθε ελπίδα της Κολιτσοπούλου για αναίρεση της πρωτόδικης απόφασης, με το σκεπτικό ότι «οι πράξεις των κατηγορουμένων τελέσθηκαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση» και ότι «δεν συντρέχουν ελαφρυντικά πρότερου έντιμου βίου ή κατάσταση βρασμού ψυχής».

Σγουρίδης και Κολιτσοπούλου αποφυλακίστηκαν μετά από 17 χρόνια, το 1999. Το μεγαλύτερο θύμα αυτής της ιστορίας ήταν ο Αλέξανδρος Κολιτσόπουλος, ο γιος του διαλυμένου ζευγαριού, που μεγάλωνε με τα αδέρφια του πατέρα του. Από την ψυχή του δεν έσβησε ποτέ η σκηνή της δολοφονίας. Τον Οκτώβριο του 2009 πήγε στην Αρκαδία για να ψηφίσει, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του θείου του που τον περίμενε. Από τότε τον αναζητούν, χωρίς αποτέλεσμα…


Νίκος Τσέφλιος
https://astinomiko.gr