Πανεπιστημιακό άσυλο, 47 χρόνια μετά: Σύληση της ασυλίας ή ασυλία στην σύληση;


Η έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου κλείνει φέτος 47 χρόνια νομοθετικής κατοχύρωσης και ουσιαστικά θεσμοθετήθηκε λίγα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Η ανάγκη
προστασίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων εκείνα τα χρόνια που η Ελλάδα ορθοποδούσε μετά από την επταετή επέλαση της Δικτατορίας, δεν ήταν μόνο ουσιαστική αλλά και εν πολλοίς ψυχολογική καθώς είχαν προηγηθεί εικόνες βιαιότητας τόσο με την εισβολή δυνάμεων καταστολής στη Νομική Σχολή Αθηνών τον Φεβρουάριο του 1973 όσο και με την ακραία εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο το Νοέμβριο του ίδιου έτους.
Ο μακρύς και έντονος διάλογος που για δεκαετίες γίνεται στην χώρα για το αν το άσυλο πρέπει ή όχι να καταργηθεί έχει θερμούς υποστηρικτές ένθεν κακείθεν . Οι διαξιφισμοί με αφορμή την προαναγγελθείσα από την κυβέρνηση κατάργηση του ασύλου είναι έντονοι με επιχειρήματα που είτε αναφέρονται στην ανομία και την πλήρη υποβάθμιση εγκαταστάσεων των ΑΕΙ είτε στην κατάργηση δικαιωμάτων , στην ελευθερία την γνώση και την έρευνα και στην καταστολή.
Πριν από αρκετά χρόνια ένας πανεπιστημιακός είχε αναρωτηθεί με μία μόνο φράση ως προς το διακύβευμα όλης αυτής της σφοδρής διχογνωμίας. Το ερώτημα του ήταν αν συζητάμε περί “Συλήσεως της ασυλίας ή ασυλίας στη σύληση”
Η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου με την Μεταπολίτευση
Ο όρος “πανεπιστημιακό άσυλο” αν και πολλοί πολίτες πιστεύουν το αντίθετο, ουσιαστικά δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος , καθώς δεν εισάγεται και δεν ορίζεται ρητά σε κανένα άρθρο του Συντάγματος. Είναι όμως νομοθετικά κατοχυρωμένος με πρώτο νόμο που θέτει προϋποθέσεις για την είσοδο της Αστυνομίας σε πανεπιστήμια τον νόμο
1268 του 1982. Το άσυλο των πανεπιστημίων ωστόσο έχει αναφορά στο άρθρο 16 του Συντάγματος του 1975 που διατύπωνε σαφώς πως “Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα”.
Ο νόμος του 1982 θεωρητικά “αναγνωρίζει” το πανεπιστημιακό άσυλο , διατύπωση που κατά τους νομικούς υπονοεί ότι ίσχυε ως εθιμικό δίκαιο .Από το 1832 και μέχρι τότε , με εξαίρεση την επταετία , αρμόδιος για την επέμβαση σε ΑΕΙ ήταν αποκλειστικά ο Εισαγγελέας.
Ο νόμος αυτός όριζε ως αρμόδιο όργανο για την πρόσκληση ή άδεια επέμβασης της Αστυνομίας στους χώρους αυτούς μία τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τον Πρύτανη ή τον αναπληρωτή του, έναν εκπρόσωπο των καθηγητών και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών ενώ απαιτούσε ομόφωνη απόφαση τους. Σε περιπτώσεις μη ομοφωνίας ο νόμος ανέθετε στην Σύγκλητο να αποφασίσει με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων.
Κατ’ εξαίρεση ο νόμος παρείχε δυνατότητα επέμβασης της Αστυνομίας χωρίς άδεια στις περιπτώσεις στις οποίες διάπραξης αυτόφωρων κακουργημάτων και εγκλημάτων κατά της ζωής.
Η παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου καθίσταται ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα .
Εικοσιπέντε χρόνια μετά ο νόμος Ν. 3549/2007 επιχείρησε να θέσει όρια σε περιπτώσεις κατάχρησης του δικαιώματος με πράξεις που δεν σχετίζονται με την ακαδημαϊκή ελευθερία και λειτουργία των Πανεπιστημίων. Ο νόμος αποσαφηνίζει ότι το άσυλο κατοχυρώνει και προστατεύει το δικαίωμα στην γνώση, τη μάθηση και την εργασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και των εργαζομένων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα . Έτσι η ισχύς του ασύλου περιορίζεται μόνο στους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα, και σε όχι όλους ανεξαιρέτως τους χώρους του πανεπιστημίου. Ορίζει επίσης ότι η επέμβαση της αστυνομίας επιτρέπεται εφόσον παρίσταται και εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής . Η άδεια δε για επέμβαση δίνεται στο Πρυτανικό Συμβούλιο με απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία.
Ο νόμος αυτός ίσχυε τον Δεκέμβριο του 2008 όταν τα μεγάλης έκτασης επεισόδια για τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από σφαίρα του αστυνομικού Επαμεινώνδα Κορκονέα. Στην διάρκεια των εκτεταμένων επεισοδίων είχαν σημειωθεί πολυήμερες καταλήψεις, κυρίως στο Πολυτεχνείο, χωρίς να κληθεί σε καμία περίπτωση η Αστυνομία αν και είχαν σημειωθεί τεράστιες καταστροφές .
Με τον επόμενο νόμο για το άσυλο το 2011 , νόμος 4009, κατήργησε το άρθρο 1268/82, δινόταν στον εισαγγελέα η δικαιοδοσία να παραγγέλνει επέμβαση της αστυνομίας, όταν διαπιστώνει ότι τελούνται παράνομες πράξεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
Πριν δύο χρόνια με το νόμο 4485/2017 διατυπώθηκε ότι επέμβαση δημόσιας δύναμης σε χώρους των ΑΕΙ επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων, καθώς και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση.
Στα 47 χρόνια από την νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου οι περιπτώσεις που οι αρχές προχώρησαν σε άρση με οργανωμένες επεμβάσεις της Αστυνομίας ήταν :
* Το 1985 στην κατάληψη του Χημείου Αθηνών μετά τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα, επί πρυτανείας Μιχάλη Σταθόπουλου, οπότε αποφασίστηκε αστυνομική επέμβαση για την εκκένωση του κτιρίου.
Το 1991 ,επί πρυτανείας του Νίκου Μαρκάτου, μετά την καταστροφή από μεγάλη του κτιρίου της πρυτανείας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η αστυνομία είχε προχωρήσει σε δεκάδες συλλήψεις.
Το 1995, επί πρυτανείας του Νίκου Μαρκάτου, όταν ήρθη το άσυλο στο χώρο του ΕΜΠ που τελούσε σε κατάληψη και ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις.
Το 2002 στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Ρέθυμνο καθώς είχε εντοπιστεί σε έκταση του ιδρύματος χασισοφυτεία.