Mιχ. Καλογήρου: Oι ποινές που πλέον απειλούνται στον νέο Ποινικό Κώδικα είναι «ειλικρινείς»

O«ποινικός λαϊκισμός» που επικράτησε επί πολλά χρόνια στην απονομή δικαίου στη χώρα μας έφερε ουσιαστικά πολύ αυστηρές ποινές με επιεική έκτισή τους, απαντά ο Υπουργός Δικαιοσύνης
Μιχάλης Καλογήρου στη συνέντευξή του στο dikastiko.gr με αφορμή την ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Συνέντευξη στον
Παν. 
Στάθη
Με αφορμή την νέα εποχή της Ποινικής Δικαιοσύνης στη χώρα μας, που ξεκινά επισήμως την 1η Ιουλίου 2019 ο υπουργός μιλάει για τις αλλαγές και κυρίως τον ανορθολογισμό και την ισορροπία που φέρνουν οι νέοι κώδικες καθώς έρχονται να αντικαταστήσουν νομικά κείμενα που ψηφίστηκαν πριν από 70 χρόνια.
Αναφέρει χαρακτηριστικά:
  • Πως η ψήφιση των κωδίκων, ένα αίτημα ολόκληρου του νομικού συστήματος της χώρας εδώ και πολλά χρόνια, απαιτούσε εκ μέρους της κυβέρνησης και του ιδίου «την ανάληψη του πολιτικού θάρρους».
  • Πως η φιλοσοφία των κωδίκων είναι η εναρμόνιση με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πρακτική και τα νέα δεδομένα της εποχής. Πχ. «…οι ποινές που πλέον απειλούνται είναι «ειλικρινείς», κι ας φέρουμε εδώ το παράδειγμα των βαριών πλημμελημάτων: ενώ πριν με ποινή φυλάκισης σχεδόν ποτέ δεν επιβαλλόταν έκτιση αυτής, παρά μόνο αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή μετατροπή της σε χρηματική ποινή, σήμερα οι ποινές πάνω από τα τρία έτη θα εκτίονται», αναφέρει χαρακτηριστικά.
  • Στο θέμα της τυχόν παραγραφής αδικημάτων που τέθηκε από την Ένωση Εισαγγελέων , αφενός επισημαίνει πως υπήρξαν εκπρόσωποί τους στις επιτροπές και των δυο κωδίκων και αφετέρου πως «ο κίνδυνος παραγραφής ορισμένης πράξης που τελέστηκε πριν από τόσα χρόνια, δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο επίκλησης τη στιγμή που αποδεχόμαστε ότι με ευθύνη όλων η δικαιοσύνη σήμερα δεν αποδίδεται σε εύλογο χρόνο και ότι πρέπει να προβούμε σε συστημικές αλλαγές για να αλλάξει αυτό».
  • Για την ευνοϊκότερη αντιμετώπιση υποθέσεων – αποκαλούμενης – διαφθοράς ξεκαθαρίζει πως για να αποφευχθεί «…θα έπρεπε να επινοήσουμε το αδύνατο, μια «νεκρή ζώνη» χωρίς εκκρεμείς δίκες, για να προχωρήσουμε στην επανεκκίνηση της ποινικής δίκης».
  • Εκτοξεύει βέλη στην αντιπολίτευση πως δεν προσήλθε στη Βουλή γιατί «επέλεξαν την ασφάλεια εκείνου που μένει έξω από την προσπάθεια για μια κοινωνική μεταρρύθμιση που μπορεί να συνοδεύεται από πολιτικό κόστος, διατηρώντας το προνόμιο του «μετά Χριστόν προφήτη» και του εκ του ασφαλούς κριτή».
  • Στέλνει μήνυμα στους δικαστές που θα κληθούν να εφαρμόσουν τους νέους κώδικες  πως η κυβέρνηση στάθηκε στο πλευρό τους αφού προχώρησε στην «εκπλήρωση της ηθικής υποχρέωσης καταβολής εφάπαξ ποσών από τα αναδρομικά τους, με την πρόσληψη κατά το δυνατό του αναγκαίου αριθμού δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, με τη λειτουργία των νέων εργαλείων ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, με την απλοποίηση της νομοθεσίας». Καθώς επίσης πως θα υπάρξουν επιπλέον «ενισχυτικές προβλέψεις και πρόνοιες» ενόψει της εφαρμογής των νέων κωδίκων.
Η ψήφιση των κωδίκων μετά από 70 χρόνια είναι η πολιτική παρακαταθήκη σας;
Η ψήφιση των ποινικών κωδίκων, δηλαδή ενός έργου νομοθέτησης δυο σχεδίων κειμένων με περισσότερα από 1000 άρθρα, συνιστά έργο και παρακαταθήκη μιας ολόκληρης γενιάς νομικών της χώρας μας. Στις σχετικές ειδικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές εργάστηκαν ορισμένοι από τους περισσότερο αναγνωρισμένους νομικούς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, για περισσότερο από 10 χρόνια. Επρόκειτο για πρόσωπα που μάλιστα είχαν οριστεί ως εκπρόσωποι των κλάδων τους, δηλ. προέρχονταν από τις νομικές σχολές της χώρας, από τις δικαστικές και εισαγγελικές ενώσεις, από την ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων, και, συνεπώς, η επιλογή τους δεν υπάκουε σε πολιτικά κριτήρια. Επιφανής ακαδημαϊκοί, όπως ο Νικόλαος Ανδρουλάκης ή ο αείμνηστος Ιωάννης Μανωλεδάκης προήδρευσαν για ορισμένη περίοδο αυτών.
Δική μας, συλλογική κυβερνητική παρακαταθήκη ήταν η πρωτοβουλία της ανάληψης του πολιτικού θάρρους. Προσωπικά επέλεξα να τιμήσω μια προσπάθεια που ξεκίνησε το 2015, να μην αφήσω, για ακόμη μια φορά, αυτά τα κείμενα στο συρτάρι και να τα προωθήσω για νομοθέτηση, αποτρέποντας άλλο ένα αναποτελεσματικό μπάλωμα επάνω στο ταλαιπωρημένο «σώμα» των κωδίκων που σήμερα ισχύουν, εντείνοντας περαιτέρω την απώλεια της επαφής τους με τις σύγχρονες ανάγκες και με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο.
Ποια είναι τα προβλήματα που λύνουν οι νέοι κώδικες και ποια είναι αυτά που δημιουργούν. Αν μπορείτε δώστε μας μερικά παραδείγματα.
Να ξεκινήσω από το τελευταίο. Όλα τα νομοθετικά κείμενα είναι ζωντανοί οργανισμοί και δεν μπορεί κανείς να γίνει προφήτης σε σχέση με τα σημεία στα οποία θα ανακύψει ασυνέπειά τους προς ορισμένες κοινωνικές ανάγκες ή συγκρούσεις, υπό «τεχνική» έννοια με άλλα νομικά κείμενα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι κάθε σχεδόν έννοια κάθε νομικού κειμένου υπάγεται στην ερμηνεία. Η ερμηνεία είναι ήδη αντικείμενο του κοινωνικού και ιδεολογικού ανταγωνισμού. Γι’ αυτό έχει αξία ένας εν γένει ανθρωπιστικός ποινικός κώδικας να εφαρμοστεί μέσα σε ένα γενικό κοινωνικό κλίμα επιείκειας και ανθρωπισμού. Στο πεδίο των ποινών, λ.χ. δίνονται νέα πλαίσια ποινής, η κίνηση εντός των οποίων, προς τα κάτω ή προς τα πάνω, είναι ζήτημα της ιδέας για το νέο αξιολογικό σύστημα που δομείται, από τους εφαρμοστές της, δηλαδή από τους δικαστές.
Εντέλει, το βασικό πρόβλημα, που επιδρά στη στρατηγική κατεύθυνση του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και επιλύεται με τους νέους ποινικούς κώδικες, είναι ο «ποινικός λαϊκισμός», που κατέληξε να αποδώσει ως καρπούς την ανειλικρίνεια στις ποινές, δηλαδή πολλές αυστηρές προβλέψεις εγκλημάτων με ταυτόχρονη επιεική έκτιση αυτών, μια αχρείαστη επέκταση της ποινικής καταστολής, που συνοδευόταν από ένταση στη δικονομική επιβάρυνση των δικαστηρίων, και την δυσκολία εφαρμογής μέτρων αποφυγής του εγκλεισμού και εναλλακτικών ποινών –ίσως γιατί θεωρούνταν «λιγότερο ποινές»- που οδήγησε σε υπερπληθυσμό των φυλακών.
Η φιλοσοφία των κωδίκων, αν αντιλαμβάνομαι σωστά είναι –πέραν των άλλων- μια προς τα κάτω προσαρμογή των ποινών. Αυτό σημαίνει πως από την 1η Ιουλίου, θα υπάρξουν πολλές –χιλιάδες λένε κάποιοι- αποφυλακίσεις. Σας προβληματίζει αυτό;
Η αναπροσαρμογή των πλαισίων ποινών ακολουθεί απόλυτα τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αλλού, λοιπόν, σε ό,τι σήμερα δεν θεωρείται βαριά μορφή εγκληματικότητας, επελέγη η προς τα κάτω τοποθέτησή τους. Αλλού, όμως, σε ό,τι σήμερα θεωρείται βαρύτερη μορφή εγκληματικότητας, επιλέγεται η προς τα πάνω τοποθέτησή τους. Είναι ενδεικτικό, πάντως, ότι η τελευταία έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης τονίζει ότι στην Ελλάδα η εγκληματικότητα κινείται κάτω από το μέσο όρο, αλλά, αντίθετα, διατηρούνται ιδιαίτερα βαριές απειλές ποινών. Άλλωστε, οι ποινές που πλέον απειλούνται είναι «ειλικρινείς», κι ας φέρουμε εδώ το παράδειγμα των βαριών πλημμελημάτων: ενώ πριν με ποινή φυλάκισης σχεδόν ποτέ δεν επιβαλλόταν έκτιση αυτής, παρά μόνο αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή μετατροπή της σε χρηματική ποινή, σήμερα οι ποινές πάνω από τα τρία έτη θα εκτίονται. Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν θα υπάρξει ζήτημα ασφάλειας στη χώρα, αφού άλλωστε όσοι αποφυλακιστούν πιθανότατα θα συνεχίσουν να εκτίουν με άλλο τρόπο τις ποινές τους, δηλαδή με δοκιμασία στο στάδιο της υφ’ όρων απόλυσης.
Η κυβέρνηση σας έδωσε ένα στίγμα μάχης κατά της διαφθοράς, όμως με τους νέους κώδικες οι ποινές πέφτουν. Π.χ. υποθέσεις όπως η Ζήμενς, η Protonbank, το TT, τα εξοπλιστικά, (π.χ. η περίπτωση Παπαντωνίου) θα αντιμετωπιστούν ευνοϊκότερα από ότι στο παρελθόν. Τη σταθμίσατε αυτή την παράμετρο;
Ξέρετε ότι ως Υπουργός με αντικείμενο τα ζητήματα της δικαιοσύνης δεν μου επιτρέπεται να κάνω δηλώσεις για συγκεκριμένες υποθέσεις, ιδίως όταν αυτές δεν έχουν ακόμη καταστεί αμετάκλητες. Πρέπει πάντως να λάβουμε υπόψη ότι ένας ποινικός κώδικας, αν λάβουμε ως παράδειγμα τον προηγούμενο που ίσχυσε για 70 χρόνια, προβλέπεται να έχει ιδιαίτερα μακρά διαχρονική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η κατάστρωση των προβλέψεών του δεν μπορεί να υπάγεται στη συγκυρία και να έχει μπροστά της ορισμένη υπόθεση. Για να το πω απλά, θα έπρεπε να επινοήσουμε το αδύνατο, μια «νεκρή ζώνη» χωρίς εκκρεμείς δίκες, για να προχωρήσουμε στην επανεκκίνηση της ποινικής δίκης.
Είναι επίσης σίγουρο ότι οι προβλέψεις για τα εγκλήματα μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος, με αυξημένη απαξία, πάντοτε τραβούν το βλέμμα και την προσοχή του νομοθέτη, ο οποίος προβλέπει για αυτά ανάλογες ποινές. Έτσι, κάθε υπόθεση που φέρει μέσα της αυτά τα χαρακτηριστικά, έχει έμμεσα διαδραματίσει ρόλο στην τελική διατύπωση του νόμου. Θέλω να θυμίσω ότι ο δρακόντειος νόμος 1608/1950, «περί καταχραστών δημοσίου», στα 70 χρόνια ισχύος του δεν απέδωσε σχεδόν τίποτα, σε μια χώρα που η διαφθορά αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα κοινωνικής και οικονομικής κρίσης.
Αυτό, επιβεβαιώνει ότι δεν είναι οι βαριές ποινές αυτές που μπορούν να αποτρέψουν το έγκλημα, αλλά οι ποινές για τις οποίες είναι στον ίδιο το δράστη τους βέβαιο ότι θα επιβληθούν και θα εκτιθούν, ακόμη και αν είναι ελαφρότερες. Δηλαδή, δεν αρκεί να απειλείς μια υπερβολικά βαριά ποινή που τελικά δεν επιβάλλεται ή επιβάλλεται και εκτελείται σε μικρό μέρος της, όσο η απειλή και επιβολή «ειλικρινών» ποινών.
Η αυστηροποίηση των ποινών τα προηγούμενα χρόνια που συνοδεύτηκε από μεγέθυνση και δραματοποίηση των διαδικασιών οδήγησε άλλωστε στο φαινόμενο η δικαιοσύνη να ασχολείται με εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από πάρα πολλά χρόνια, έως και πάνω από μια  δεκαετία, ενώ έπρεπε να δημιουργηθεί ο αναγκαίος χώρος για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα του σήμερα.
Θα σας δώσω ένα ακόμα παράδειγμα. Η περίπτωση των δανείων των κομμάτων που για εσάς ήταν «σημαία» πέφτει εντελώς στα μαλακά, αφού οι τράπεζες πλέον δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα συνεπώς αλλάζουν πλήρως και προς τα κάτω τα δεδομένα;
Νομίζω ότι είναι εσφαλμένη η αφετηρία διατύπωσης του ερωτήματος. Θα προσπαθήσω να περιγράψω κάπως αφηρημένα σε ποια πρόβλεψη του νέου ποινικού κώδικα θα ενέπιπτε μια τέτοια περίπτωση από την άποψη της ποινικής μεταχείρισης. Νομίζω ότι μια τέτοια συμπεριφορά θα ενέπιπτε στην περίπτωση του εγκλήματος του άρθρου 390, δηλαδή της απιστίας.
Στις προβλέψεις αυτού του εγκλήματος διατηρείται μια εσωτερική κλιμάκωση που επιτρέπει την πρόβλεψη κακουργηματικών ποινών ακόμα και όταν η πράξη στρέφεται κατά ιδιωτικής περιουσίας. Αυτονόητα αυτό συμβαίνει παράλληλα και όταν πρόκειται για δημόσια περιουσία. Συνεπώς, η ένταξη των τραπεζών εκεί που κανονικά ανήκαν, δηλαδή στην προστασία της ιδιωτικής περιουσίας, δεν θα οδηγήσει σε μειωμένη προστασία αυτών από εγκλήματα που τελούνται από διοικητικά όργανα ή στελέχη τους και που μπορεί να τελούνται κατά συμπαιγνία με δανειοδοτούμενους, όποιοι κι αν είναι αυτοί.
Άλλωστε, το άρθρο βάσει του οποίου η περιουσία των τραπεζών προστατευόταν έναντι ενεργειών υπαλλήλων ή στελεχών της σαν αυτά να ήταν υπάλληλοι του δημοσίου και να στρέφονταν κατά της περιουσίας του δημοσίου, στηριζόταν σε αντιλήψεις για την οικονομική λειτουργία των τραπεζών της δεκαετίας του ’80, δηλ. πριν από περισσότερο από 35 έτη. Σήμερα, δεν υπάρχει αυτή η αντίληψη και συνεπώς ορθά ήρθε το ποινικό δίκαιο να αντιστοιχήσει την απειλούμενη ποινή με τα νέα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα.
Αντιλαμβάνομαι ότι ο νομοθέτης δεν πρέπει να λειτουργεί ευκαιριακά ή με βάση την επικαιρότητα. Όμως τον κώδωνα έκρουσαν οι ίδιοι οι εισαγγελείς που μίλησαν για απόσυρση των κωδίκων και αθρόες αποφυλακίσεις. Γιατί να το πουν αυτό;
Πρέπει να υπενθυμίσω ότι ο εισαγγελικός θεσμός εκπροσωπήθηκε στις δυο ειδικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές από επιφανείς και υψηλόβαθμους εισαγγελείς κι αυτό γινόταν σε μια διαδικασία που κράτησε για πολλά χρόνια. Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδας συμμετείχε στη δημόσια διαβούλευση για τα σχετικά θέματα και, μάλιστα, οι σχετικές παρατηρήσεις έτυχαν ειδικής αντιμετώπισης από τις Επιτροπές, που προέβησαν σε σχετικές βελτιώσεις. Συνεπώς, η ανακοίνωση της Ένωσης φάνηκε να απαντά στις προβλέψεις των κωδίκων όπως αυτοί είχαν πριν από τη δημόσια διαβούλευση. Συμμερίζομαι βέβαια τη γνήσια αγωνία για μια μεταβατική κατάσταση που πάντοτε είναι λογικό να καταλαμβάνει οποιονδήποτε μπροστά σε μια αλλαγή.
Πρέπει, όμως, να ιδωθεί ξανά και το εξής: οι ποινές που επιβάλλονται στην Ελλάδα σήμερα είναι από τις βαρύτερες σε όλη την Ευρώπη και ότι συνήθως αφορούν πράξεις που έχουν τελεστεί πολλά χρόνια πριν, στο παρελθόν, 15 ή 20 χρόνια από σήμερα. Άρα, η αποφυλάκιση στο πλαίσιο του νέου κώδικα, με ευρωπαϊκό γνώμονα, πιθανότατα δεν θα θεωρούνταν πρόωρη. Άλλωστε, ο κίνδυνος παραγραφής ορισμένης πράξης που τελέστηκε πριν από τόσα χρόνια, δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο επίκλησης τη στιγμή που αποδεχόμαστε ότι με ευθύνη όλων η δικαιοσύνη σήμερα δεν αποδίδεται σε εύλογο χρόνο και ότι πρέπει να προβούμε σε συστημικές αλλαγές για να αλλάξει αυτό.
Η αποστροφή του Κων/νου Καραμανλή «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια», σε πόσα χρόνια μεταφράζεται με το ισχύον και το νέο νομικό πλαίσιο;
Θυμίζω ότι η αποστροφή του Κων/νου Καραμανλή αφορούσε συγκεκριμένους ανθρώπους, τους πρωταιτίους του πραξικοπήματος κατά της Δημοκρατίας. Μάλιστα, για να στηριχθεί αυτή η προσέγγιση που εξέφραζε όλο το πολιτικό σύστημα της εποχής, ελήφθη πρόνοια εξαίρεσης από τα γενικά ισχύοντα βάσει του ποινικού κώδικα για την υφ’ όρων απόλυση όσων είχαν διαπράξει εσχάτη προδοσία. Κατά τα λοιπά, για όλα τα υπόλοιπα εγκλήματα, η λεγόμενη ισόβια κάθειρξη, ακολουθούσε άλλη κατεύθυνση.
Σήμερα, δεν υπάρχουν κρατούμενοι για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας. Η υφ’ όρων απόλυση στην ισόβια κάθειρξη, ακολουθώντας την αρχή της αναλογικότητας, προϋποθέτει την έκτιση περισσότερου ελάχιστου χρόνου στη φυλακή και παράλληλα βέβαια την επίδειξη καλής διαγωγής κατά το χρόνο της κράτησης. Φέρνοντας, λοιπόν, ένα παράδειγμα του ότι ο νέος ποινικός κώδικας εξορθολογίζεται προς δυο κατευθύνσεις, είναι και ότι ο ελάχιστος χρόνος έκτισης για ποινή ισόβιας κάθειρξης με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα είναι 19 έτη, ενώ με τον νέο ποινικό κώδικα αυτός θα ανέρχεται πια στα 20 έτη.
Αυτά τα νομοθετήματα, στα οποία κατ’ αρχήν υπήρξε συναίνεση εκ μέρους της αντιπολίτευσης, δεν θεωρείτε ότι έπρεπε να ψηφιστούν από όλους και να υπάρξει μια ευρεία συζήτηση στη Βουλή; Γιατί τώρα λοιπόν και όχι νωρίτερα ώστε να υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος;
Η διαδικασία επιψήφισης κωδίκων προβλέπεται από το Σύνταγμα. Δεν ήταν δική μου επιλογή να ακολουθηθεί μια διαδικασία που έμοιαζε ιδιαίτερα ταχεία. Σε συνέπεια με το Σύνταγμα ο Κανονισμός της Βουλής έχει προβλέψει μια συνεδρίαση στις επιτροπές και μια συνεδρίαση στην ολομέλεια. Αυτό συμβαίνει όμως γιατί οι κώδικες δεν εξετάζονται, δεν συζητούνται και δεν ψηφίζονται κατ’ άρθρο, αλλά στο σύνολό τους. Ο συνταγματικός νομοθέτης θέλοντας οι κώδικες να διατηρούν τα στοιχεία της εσωτερικής συνοχής και να μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση κάποιων κοινών, γενικών αντιλήψεων περί της αποστολής των θεμελιωδών νομοθετημάτων της χώρας μας, δεν επιτρέπει παρεμβάσεις σε ιδιαίτερα άρθρα αυτών.
Πότε, λοιπόν, γίνεται ο απαιτούμενος διάλογος; Γίνεται όλο τον προηγούμενο χρόνο, προκειμένου στη Βουλή να γίνει η γενική τοποθέτηση επί της κατεύθυνσης των κωδίκων. Θα έλεγα ότι περίπου 10 χρόνια τώρα η επιστημονική κοινότητα συζητούσε επ’ αυτών αρκετά αναλυτικά. Τα κόμματα καταφεύγοντας στα πορίσματα του διαλόγου των επιστημόνων είχαν την ευκαιρία να κερδίσουν χρόνο για να δομήσουν επάνω σε μια βάση τη δική τους συζήτηση. Από εκεί και μετά τα κείμενα τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση.
Ο ίδιος, με μια πρωτοβουλία που δεν είχε αναληφθεί ξανά τα τελευταία αρκετά χρόνια, κάλεσα σε σύσκεψη τους τομεάρχες Δικαιοσύνης των κομμάτων για να συζητήσουμε επί των κειμένων. Καθυστέρησαν, λοιπόν, τα κείμενα να έρθουν στη Βουλή ακριβώς γιατί γινόταν προσπάθεια να αξιοποιηθούν τα πορίσματα της Διαβούλευσης, που ήταν η διαδικασία που διαφύλασσε τον ουσιαστικό διάλογο επί των κειμένων. Κι έτσι, δεν ήταν αυτή η καθυστέρηση κατά, αλλά υπέρ του διαλόγου, γιατί ο διάλογος μόνο έτσι μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
Η απουσία των κομμάτων της αντιπολίτευσης από τη Βουλή, με εξαίρεση την παρουσία και υπερψήφιση των κωδίκων από το Ποτάμι, έγινε με πρωτοβουλία τους και προήλθε από μικροπολιτική προσέγγιση απέναντι σε μια τέτοια θεσμική τομή. Απέφυγαν να βρεθούν στη Βουλή και να πουν αυτό που διατύπωναν σχεδόν με κάθε ευκαιρία, ότι δηλαδή συμφωνούσαν στην ανάγκη ψήφισης των νέων κωδίκων. Επέλεξαν την ασφάλεια εκείνου που μένει έξω από την προσπάθεια για μια κοινωνική μεταρρύθμιση που μπορεί να συνοδεύεται από πολιτικό κόστος, διατηρώντας το προνόμιο του «μετά Χριστόν προφήτη» και του εκ του ασφαλούς κριτή.
Τι μήνυμα θέλετε να στείλετε στους δικαστές και τους εισαγγελείς της χώρας ενόψει της 1ης Ιουλίου και της έναρξης εφαρμογής των κωδίκων;
Το μήνυμά μου είναι ότι στη διάρκεια της θητείας αυτής της Κυβέρνησης έγινε προσπάθεια με κάθε ευκαιρία να επιδειχθεί η αναγκαία πρόνοια για τα ζητήματα που απασχολούσαν τους δικαστές και τους εισαγγελείς, όπως ενδεικτικά με την εκπλήρωση της ηθικής υποχρέωσης καταβολής εφάπαξ ποσών από τα αναδρομικά τους, με την πρόσληψη κατά το δυνατό του αναγκαίου αριθμού δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, με τη λειτουργία των νέων εργαλείων ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, με την απλοποίηση της νομοθεσίας. Έτσι, ο εκσυγχρονισμός των νομοθετικών κειμένων και των θεσμών απονομής της ποινικής δικαιοσύνης αποσκοπεί και πάλι εντέλει στην ανάδειξη του ρόλου τους, ιδίως των εισαγγελέων, στην ελάφρυνση του έργου τους, όπως αυτό μπορεί να γίνει όταν χειρίζονται ένα πλέγμα νομοθετικών εργαλείων που θα τους επιτρέπει να επικεντρώνονται στις πιο σοβαρές και πολύπλοκες υποθέσεις, λ.χ. μέσω του θεσμού της αποχής από την ποινική δίωξη ή με την ποινική διαταγή. Άρα, το μήνυμά μου είναι ότι δεν αδιαφόρησε η κυβέρνηση για εκείνους, αλλά ότι, αντίθετα, έλαβε υπόψη της τις ανάγκες τους και τις μετέφερε και στις επιτροπές.
Άλλωστε, η κυβέρνηση είχε επεξεργαστεί σειρά προβλέψεων για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των κωδίκων, που ευελπιστώ ότι στην πράξη θα απασχολήσουν ξανά μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, οπότε και θα εφαρμοστεί ό,τι σχεδιάστηκε από τις ενισχυτικές προβλέψεις και πρόνοιες που είχαμε ετοιμάσει και προσδοκούμε να συνοδεύσουν την έναρξη ισχύος τους, ιδίως από το νέο δικαστικό έτος.
———————————————————————————–
*Η συνέντευξη του υπουργού Δικαιοσύνης είχε διατυπωθεί πριν προκύψουν
οι εξελίξεις στη Δικαιοσύνη με ζητήματα όπως π.χ η υπόθεση Novartis
και αφορούσε μόνον το ζήτημα της ψήφισης των νέων κωδίκων.
https://www.dikastiko.gr