Χρίστος Μυλωνόπουλος: Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Ποινικού Κώδικα

Το Σχέδιο ποινικού κώδικα που τέθηκε στη διαβούλευση κινείται προς μια σωστή κατεύθυνση: ελλογοποίηση των ποινών, κατάργηση των πταισμάτων, κυρίως δε: απεμπλοκή από το θεατρικό
χαρακτήρα της ποινικής καταστολής αφού σήμερα άλλες ποινές απειλούνται και άλλες εκτίονται (στα πλημμελήματα σχεδόν καμία).
Αναλύει
ο καθηγητής
Χρίστος
Μυλωνόπουλος*
Επίσης αρκετές διατάξεις, ιδίως του γενικού μέρους, επιλύουν προβλήματα ετών και είχαν προταθεί και από την αρχική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, υπό την προεδρία του καθηγητή Ν. Ανδρουλάκη και στη συνέχεια του καθηγητή Χ. Μυλωνόπουλου.
Γενικό Μέρος
Λόγοι άρσεως του αδίκου : Ενώ στη διάταξη για την άμυνα ο πράττων πρέπει να ενεργεί «προς υπεράσπιση του εαυτού του ή άλλου» (άρθρ. 22 του Σχ.), και  στην κατάσταση ανάγκης (άρθρ. 25 του Σχ.) «προς αποτροπή παρόντος και αναπότρεπτου με άλλα μέσα κινδύνου», στο άρθρ. 25 Α ορίζεται ότι η άμυνα και η κατάσταση ανάγκης αίρουν το άδικο ακόμη και όταν ο πράττων αγνοεί ότι αμύνεται ή βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, με αποτέλεσμα να παράγεται αθεράπευτη αντίφαση  (η οποία οφείλεται, για τους γνωρίζοντες, στην κατάργηση του αξιοποίνου της απρόσφορης απόπειρας).
Ακαταδίωκτο της απρόσφορης απόπειρας Εντύπωση προκαλεί ότι στο Σχέδιο η απρόσφορη απόπειρα δεν τιμωρείται. Αν π.χ. ο δράστης στρέψει το όπλο του κατά του θύματος και πιέσει τη σκανδάλη, ξεχνώντας, λόγω  της ταραχής του, να το γεμίσει με φυσίγγια, η πράξη είναι κατά το Σχέδιο ποινικώς αδιάφορη!  Ομοίως αν ο έμπορος ναρκωτικών νομίζει ότι εισάγει στη χώρα ένα κιλό ηρωίνης, ενώ ο προμηθευτής του τον έχει εξαπατήσει και του έδωσε ταλκ, μένει ατιμώρητος. Η επιλογή αυτή του Σχεδίου, που αντανακλά προφανή ιδεολογική τοποθέτηση, ευρίσκεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες νομοθετικές και νομολογιακές αντιλήψεις και θα πρέπει επίσης να προσεχθεί.
Αρθρο 25α παρ 2 : Είναι λάθος η διάταξη που δέχεται νομική πλάνη όταν ο δράστης υπολαμβάνει συντρέχουσες τις προϋποθέσεις ενός λόγου άρσης του αδίκου όπως η νομιζομένη άμυνα,  νομιζομένη κατάσταση ανάγκης κλπ. (Κρατούσα άποψη διεθνώς. Ήδη και ο Άρειος Πάγος δέχεται πραγματική πλάνη ορθά: Βλ. ΑΠ 347/2009 Ισοκράτης), διότι θέτει στην αυτή μοίρα εκείνον που οι αξιολογήσεις του ταυτίζονται με εκείνες της έννομης τάξης  με εκείνον του οποίου οι αξιολογήσεις αντιτίθενται σ’ αυτές.
Άρθρο 30 παρ 2: το «δεν καταλογιζονται» αποδυναμώνει την ορθή ρύθμιση της παρ 1.
Αρθρο 44 παρ 3: αντιφατική η δυνατότητα ατιμωρησίας της πεπερασμένης απόπειρας αφενός και της υποχρεωτικής τιμώρησης της αποτυχημένης με μειωμένη ποινή αφετέρου
Αρθρο 47 εδ β: ακατανόητος ο περιορισμός της άμεσης συνέργειας με τη φράση θέτοντας το αντικείμενο στη διαθεση του αυτουργού
Άρθρο 49: η αντίφαση μεταξύ παραγράφου 1 & 2 παραμένει.
Άρθρο 60 : Η κατάργηση της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων σημαίνει π.χ. ότι ο καταδικασθείς για ληστεία θα μπορεί να είναι υποψήφιος βουλευτής;
Πολλαπλή ανθρωποκτονία από αμέλεια Ιδιαίτερης προσοχής πρέπει να τύχει ακόμη το ζήτημα της πολλαπλής ανθρωποκτονίας από αμέλεια (κατ’ ιδέα συρροή), όπως π.χ. στην εξ αμελείας πρόκληση πολύνεκρου ναυαγίου, τροχαίου δυστυχήματος κλπ. Κατά τον ισχύοντα κώδικα (άρθρ. 94 παρ.2) στην περίπτωση αυτή μπορεί να επιβληθεί φυλάκιση μέχρι δέκα ετών.
Η ρύθμιση αυτή, παρά τα προβλήματά της, επέτρεπε τουλάχιστον στο ποινικό σύστημα την προσήκουσα τιμωρία ενόχων χωρίς τις επικίνδυνες κατασκευές του ενδεχόμενου δόλου κλπ. Στο δημοσιευθέν Σχέδιο, ωστόσο, ελλείπει η σχετική διάταξη, με αποτέλεσμα η εξ αμελείας πρόκληση πολλαπλών θανάτων να τιμωρείται το πολύ με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών, πράγμα που σημαίνει στην πράξη ότι αν ο δράστης εκτίσει το ένα δέκατο της ποινής, ήτοι έξι μήνες, μπορεί να ζητήσει μετατροπή σε κοινωφελή εργασία για το χρόνο που υπολείπεται μέχρι την υφ’ όρο απόλυση ήτοι για ενάμισυ ακόμη χρόνο και στη συνέχεια να απολυθεί υπό όρο. (άρθρ. 105 Α και 105Β του Σχεδίου).
Το σχέδιο δεν προβλέπει τι γίνεται επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 98 παρ. 2 του Σχ.) όταν ο δράστης δεν έχει συγκεντρώσει το επιδιωχθέν ποσό. Θα γίνει αθροιστικός υπολογισμός; Π.χ. αποδεικνύεται ότ ο Α διέπραξε 10 κλοπές ή υπεξαιρέσεις  των 10 χ ευρώ εκάστη με σκοπό να διαπράξει άλλες 10 και να συγκεντρώσει συνολικά 200 χ. Τί γίνεται;
Ειδικό Μέρος
Περιουσιακά εγκλήματα. Σύμφωνα με το  Σχέδιο (άρθρ. 381 και 405) το αξιόποινο περιουσιακών εγκλημάτων που δεν περιέχουν βία (κλοπή, υπεξαίρεση,   φθορά,  απάτη, απάτη με υπολογιστή, απιστία, τοκογλυφία κλπ.) εξαλείφεται κι ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα καταβάλλοντας το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας ακόμη και αν η πράξη είναι κακούργημα και στρέφεται κατά του Δημοσίου.
Έτσι, αν π.χ. ο δράστης τελέσει υπεξαίρεση πολλών εκατομμυρίων κατά του Δημοσίου και τα επιστρέψει νομιμοτόκως μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του η οποία μπορεί να λάβει χώρα και αρκετά έτη μετά την τέλεση της πράξης, απαλλάσσεται από κάθε ποινή! Οι ρυθμίσεις αυτές παραβλέπουν πλήρως την εγκληματική φύση των ανωτέρω πράξεων, αποδυναμώνουν την προληπτική λειτουργία του ποινικού δικαίου, συνιστούν επιστροφή στη θεατρικότητα του ποινικού νόμου που το Σχέδιο επιδιώκει να άρει και ενθαρρύνουν τους εγκληματίες που λειτουργούν με τη νοοτροπία «αν με πιάσουν τα επιστρέφω και γλιτώνω», υπονομεύοντας τη συστημική εμπιστοσύνη που είναι το θεμελιώδες αίτημα κάθε ποινικού κώδικα.
Θα πρέπει επομενως για την  απαλλαγή από την ποινή να μην αρκεί εντελής ικανοποίηση αλλά να απαιτείται και κάποια πρόσθετη κύρωση.
Αντίφαση με Σχέδιο ΚΠΔ: Ενώ κατά το Σχέδιο ΠΚ η εντελής ικανοποίηση επί περιουσιακού εγκλήματος χωρίς βία οδηγεί σε απαλλαγή από την ποινή, στην αυτή περίπτωση το Σχέδιο Ποινικής Δικονομίας προβλέπει επιβολή μειωμένη ποινής στις περιπτώσεις συνδιαλλαγής ή ποινικής διαπραγμάτευσης (άρθρ. 301 επ. Σχεδ. ΚΠΔ).
Περαιτέρω, η απόπειρα εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας δεν παρέχει τη δυνατότητα απαλλαγής από την ποινή, με αποτέλεσμα να παράγεται αντίφαση, αφού επί τετελεσμένου ο δράστης απαλλάσσεται αν ικανοποιήσει εντελώς τον παθόντα, ενώ επί αποπείρας τιμωρείται.
Στη ληστρική κλοπή διαιωνίζεται το σφάλμα της μεταγλώττισης του ισχύοντος ΠΚ («να κλέβει»)  με αποτέλεσμα να καταλείπεται ατιμώρητος για ληστρική κλοπή  το συμμετοχο
Δεν λήφθηκε μέριμνα για την ιδιοποίηση υπέρ τρίτου όπως ο 6ος Μεταρρ ν. Γερμ ΠΚ
Ως προς την «αντικατάσταση» του ν. 2608/1950 παρατηρητέα τα εξής:
  • Η «αντικατάσταση» έγινε με 4 όμοιου περιεχομένου διατάξεις, ενώ αρκεί μία γενική.
  • Στις επιβαρυντικές περιπτώσεις εγκλημάτων κατά του Δημοσίου δεν περιλαμβάνεται η ληστεία κατά του Δημοσίου («περίπτωση του Μουσείου της Ρόδου») που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τη νομολογία.
  • Η ιδιότητα του υπαλλήλου ν.π.ι.δ. που χρηματοδοτείται από το Δημόσιο (περίπτωση του «εδαφίου δ΄ του άρθρ. 263 Α ΠΚ») δεν υπάγεται πλέον στις επιβαρυντικές περιπτώσεις που «αντικαθιστούν» τον ν. 1608/5,0 με αποτέλεσμα να επανέρχεται «από την πίσω πόρτα» η κατάργηση του εδαφίου δ΄ του άρθρ. 263Α ΠΚ, που τόση θύελλα αντιδράσεων είχε ξεσηκώσει και  επανήλθε περ. μετά από λίγες ημέρες θεωρηθείσα μάλιστα από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και αντισυνταγματική ως εισάγουσα αμνηστία σε εκκρεμείς υποθέσεις.
Καθιερώνεται αξιόποινο του Προέδρου της Δημοκρατίας για ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά του ίσως θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το άρθρο 49 παρ. 1 του Συντάγματος («ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του παρά  μόνο για εσχάτη προδοσία ή εκ προθέσεως παραβίαση του Συντάγματος»). 
Δεν είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο καταργήθηκαν οι απολύτως αναγκαίες πρόσφατες διατάξεις του άρθρ. 381  Α ΠΚ για τη φθορά ψηφιακών δεδομένων. Η διάταξη του άρθρ. 292  Β του Σχεδίου (παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων) δεν καλύπτει τη φθορά, διότι προϋποθέτει, πέραν της φθοράς, η πράξη να «παρεμποδίζει σοβαρά» τη λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος, πράγμα που δεν απαιτείται στην περίπτωση της φθοράς. Η διαγραφή, π.χ., ενός πολύτιμου αρχείου συνιστά φθορά χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργία του συστήματος.
Στο άρθρ. 315 του Σχεδίου τιμωρείται όποιος καταπείθει το θύμα σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων (κλειτοριδεκτομή) ενώ δεν προβλέπεται βαρύτερη τιμώρηση αν τελεσθεί ο ακρωτηριασμός. Προφανώς η διάταξη εννοεί ότι απαιτείται και διενέργεια του ακρωτηριασμού από την καταπεισθείσα, πράγμα ωστόσο που δεν είναι σαφές από το γλωσσικό νόημα της διάταξης.
Η εγκληματική οργάνωση προϋποθέτει σκοπό τέλεσης κακουργήματος. Επομένως η οργάνωση που αποσκοπεί στην κατασκευή εκρηκτικών υλών και την πρόκληση εκρήξεων (πλημμελήματα) δεν είναι εγκληματική! Δεν λήφθηκε μέριμνα για τα σύγχρονα εγκλήματα μέσω διαδικτύου (identity theft, Sibyl attaque).
*Καθηγητής ΕΚΠΑ, Μέλος Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών,
Πρόεδρος του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου