Αλεξάνδρα Μάμμα: Απαλλαγή από την κατηγορία της τελέσεως ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο


Αν αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε
την πράξη του εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που ένιωσε και για το λόγο αυτό
υπερέβη τα όρια της άμυνας και προέβη σε πράξη η οποία οδήγησε
στη θανάτωση άλλου, απαλλάσσεται από το δικαστήριο.
Ένα παράδειγμα είναι η παλαιότερη  απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ροδόπης στο οποίο παραπέμφθηκε αστυνομικός με την κατηγορία της τελέσεως ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο καθ’ υπέρβαση από πρόθεση  των ορίων της άμυνας.
Αναλύει
η ποινικολόγος
Αλεξάνδρα
Μάμμα
Το ιστορικό του συμβάντος είχε αφετηρία πληροφορίες που περιήλθαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Δράμας  ότι άγνωστοι δράστες διαπράττουν κλοπές σε αντλιοστάσια και συγκεκριμένα ότι αφαιρούν από αυτά καλώδια ρεύματος και μετασχηματιστές. Το περιστατικό έλαβε χώρα βραδινή ώρα όταν οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία με εποχούμενη περιπολία , προκειμένου να διαπιστώσουν την τέλεση κλοπών και να προβούν στον εντοπισμό και τη σύλληψη των άγνωστων δραστών.
Οι κατηγορούμενοι επέβαιναν σε συμβατικό υπηρεσιακό αυτοκίνητο και ενέδρευαν πίσω από το κτίριο αντλιοστασίου αναμένοντας πιθανή εμφάνιση αγνώστων δραστών κλοπής οι οποίοι θα αφαιρούσαν αντικείμενα από το παραπάνω αντλιοστάσιο.
Μετά από λίγη ώρα πράγματι εμφανίστηκε στο χώρο του ανωτέρω αντλιοστασίου ένα γερανοφόρο όχημα και ένα τζιπ. Το γερανοφόρο όχημα με ελιγμούς και οπισθοπορεία  πλησίασε προς το σημείο όπου ευρίσκονταν οι μετασχηματιστές που επρόκειτο να αφαιρεθούν.
Στα ανωτέρω αναφερόμενα αυτοκίνητα επέβαιναν συνολικά έξι άτομα , οι οποίοι μετά τη στάθμευση των αυτοκινήτων αποβιβάστηκαν στο χώρο του προαυλίου του αντλιοστασίου . Τα άτομα αυτά εισήλθαν στο χώρο προκειμένου να αφαιρέσουν μετασχηματιστές, ενώ είχαν ήδη γίνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για την αφαίρεσή τους δηλαδή είχαν κοπεί τα καλώδια και είχαν ξεβιδωθεί οι βίδες.
Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί,  όταν αντιλήφθηκαν τις κινήσεις των αποπειρώμενων να τελέσουν κλοπή,  αρχικά πλησίασαν με σβησμένα τα φώτα του υπηρεσιακού τους αυτοκινήτου   και εν συνεχεία βγήκαν από αυτό έχοντας προτεταμένα τα υπηρεσιακά τους όπλα και φωνάζοντας «Αστυνομία – ακίνητοι!» .
Κατόπιν αυτού τα πέντε από τα έξι άτομα που είχαν εισέλθει στο χώρο για να αφαιρέσουν αντικείμενα αξίας επιβιβάστηκαν στο γερανοφόρο όχημα και τράπηκαν σε φυγή προκειμένου να αποφύγουν την επ΄αυτοφώρο σύλληψή τους.
Ο ένας όμως από την ομάδα δεν ακολούθησε τους συνεργούς του, επιβιβάστηκε στο τζιπ, το έθεσε σε κίνηση, και με σβηστά φώτα αντί να κάνει αναστροφή και να κατευθυνθεί προς την έξοδο, κινήθηκε προς το μέρος που ήταν σταθμευμένο το περιπολικό και με πορεία κατευθείαν πάνω σε αυτό, εκδηλώνοντας τη διάθεσή του να το εμβολίσει και να τραυματίσει ή να σκοτώσει τον αστυνομικό που στεκόταν όρθιος έξω από το περιπολικό, καλυπτόμενος μόνο από την πόρτα του συνοδηγού του υπηρεσιακού αυτοκινήτου. Ο συνάδελφός του είχε ακολουθήσει πεζός το γερανοφόρο όχημα, προκειμένου να δει τον αριθμό κυκλοφορίας του.
Όταν το τζιπ πλησίασε σε απόσταση 4-5 μέτρων από τον κατηγορούμενο αστυνομικό, αυτός προέβη αρχικά σε εκφοβιστικό πυροβολισμό , δηλαδή πυροβόλησε στον αέρα προκειμένου ο οδηγός του τζιπ να διακόψει την πορεία του, πλην όμως αυτός συνέχισε να οδηγεί το τζιπ προς την ίδια κατεύθυνση. Επίσης εκείνη τη στιγμή ο αστυνομικός διέκρινε ότι ο οδηγός του τζιπ κρατούσε στο δεξί του χέρι προτεταμένο όπλο το οποίο δεν ήταν δυνατόν να δει πριν δεδομένου ότι ήταν νύχτα και δεν υπήρχε άλλος φωτισμός στο χώρο παρά μόνο τα αναμμένα φώτα του αστυνομικού αυτοκινήτου.
Το τζιπ ακολούθησε την ως άνω πορεία του και όταν πλέον έφτασε σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από το περιπολικό και τον αστυνομικό που κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία , ο κατηγορούμενος προέβη στη ρίψη δύο πυροβολισμών έναν  κατά του οχήματος  και έναν εξουδετέρωσης, δηλαδή πυροβολισμών που στόχευαν στην πλήξη του οδηγού του τζιπ πιθανολογούμενου ακόμα και του θανάτου του, ενώ ο συγκατηγορούμενος του που αρχικά είχε ακολουθήσει  τους άλλους πέντε δράστες που τράπηκαν σε φυγή πλησίασε και έριξε τρεις πυροβολισμούς  κατά του οχήματος και όχι κατά του οδηγού.
Παρά τους παραπάνω πυροβολισμούς,  ο οδηγός του τζιπ συνέχισε να κατευθύνεται προς το περιπολικό με στόχο να το εμβολίσει και να πλήξει τον αστυνομικό που βρισκόταν έξω από αυτό.
Συνέχισε μέχρι που έφτασε δίπλα από τον κατηγορούμενο αστυνομικό , ο οποίος τότε προέβη στη ρίψη άλλων δύο πυροβολισμών , μέχρι που το τζιπ ακινητοποιήθηκε σε απόσταση δύο μέτρων από το περιπολικό καθόσον οδηγός αυτού επλήγη θανάσιμα από τη με αριθμό 11 βολίδα προερχόμενη από το υπηρεσιακό όπλο του κατηγορουμένου.
Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αστυνομικός τέλεσε την  ανθρωποκτονία ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας πλην όμως καθ’ υπέρβαση τω ορίων αυτής , καθώς γνώριζε ότι προς απόκρουση της ως άνω επίθεσης που δεχόταν από τον επίδοξο δράστη κλοπής , ήταν αρκετό να συνεχίσει να πυροβολεί κατά του κάτω μέρους του τζιπ και ιδίως στα ελαστικά του , προκειμένου να αναγκάσει τον οδηγό να βγει έξω ή να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο.
Ακολούθως απάλλαξε τον αστυνομικό από την βαρύτητα κατηγορία της ανθρωποκτονίας τελεσθείσας με ενδεχόμενο δόλο καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας,  δίνοντας έμφαση στις συνθήκες τέλεσης της πράξης του και κυρίως στο ότι ενήργησε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε υπερβαίνοντας τα όρια της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση που δεχόταν από το θύμα, συναισθήματα πλήρως δικαιολογημένα.
Πρώτον το τζιπ είχε φτάσει πολύ κοντά και ήταν εξαιρετικά πιθανό να τραυματιστεί σοβαρά ή να χάσει τη ζωή του αν ο οδηγός του τζιπ και επίδοξος κλέφτης, έριχνε το τζιπ πάνω στο περιπολικό και δεύτερον κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης κρατούσε στο δεξί του χέρι προτεταμένο όπλο κατά του αστυνομικού. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε πυροβολήσει με το προτεταμένο όπλο του , εφόσον η επιθετική πορεία του τζιπ συνεχιζόταν , τίποτα δεν απέκλειε ότι το θύμα δεν θα τον πυροβολούσε. Με αυτό το σκεπτικό το δικαστήριο δέχτηκε ότι αστυνομικός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας, υπερέβη τα όρια της αφού δεν επέλεξε ηπιότερο τρόπο αντίδρασης αλλά αυτό δικαιολογείται εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που ένιωσε ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του .
Έτσι απαλλάχτηκε από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας δεδομένου ότι έγινε δεκτό ,  ότι με όποιον τρόπο και αν ενεργούσε δηλαδή είτε παρέμενε καλυμμένος πίσω από την πόρτα του οδηγού  είτε απομακρυνόταν από αυτήν εξακολουθούσε να είναι άμεσος και σοβαρός ο κίνδυνος προσβολής της ζωής του εκ μέρους του θύματος , είτε από τον εμβολισμό του υπηρεσιακού του αυτοκινήτου είτε από τον πυροβολισμό εναντίον του και προέβη στη ρίψη του θανατηφόρου πυροβολισμού υπερβαίνοντας από πρόθεση τα όρια της άμυνας.
Ενδιαφέρον έχει και η ανάλυση του δικαστηρίου στο σκεπτικό το ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν αστυνομικός και είχε εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζει επικίνδυνες για τη ζωή του καταστάσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποκλείει την πιθανότητα πρόκλησης φόβου και ταραχής από επίθεση τέτοιας σφοδρότητας και επικινδυνότητας κατά της σωματικής του ακεραιότητας και ζωής , διότι με αυτόν τον τρόπο ο αστυνομικός θα κατατασσόταν σε ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, που δεν επηρεάζονται από τα ανθρώπινα συναισθήματα του φόβου και της ταραχής , όταν δέχονται σοβαρή και άμεση επίθεση κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας και ότι τα συναισθήματα αυτά δεν επηρεάζουν τον τρόπο υπεράσπισης κατά τέτοιου είδους επιθέσεων, αφού το δικαίωμα υπεράσπισης είναι θεμελιώδες και αναγνωρίζεται σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. 
Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν σαφής: Πρέπει να κριθεί ατιμώρητος και να μην καταλογιστεί εναντίον του η υπέρβαση των ορίων της άμυνας κατ’ άρθρο 23 εδ.β Ποινικού Κώδικα.