Γιατί το κακό είναι πιο δυνατό από το καλό και τι να κάνουμε γι’ αυτό;


Γράφει ο Χρήστος Χριστοδούλου

Στην τηλεόραση, στις ιστορίες, στα παραμύθια, στις θρησκείες, αλλά και στην καθημερινότητα γινόμαστε συχνά μάρτυρες της μάχης μεταξύ καλού και κακού. Αυτό που προτιμούμε φυσικά είναι να υπερισχύσει το καλό στο τέλος. Αλλά γίνεται πάντα έτσι; Και πόσο εύκολο είναι για το καλό να τα καταφέρει;

Φανταστείτε ότι έχετε πάει στον κινηματογράφο και ότι βλέπετε μία ταινία η οποία δεν είναι κακή. Έχετε συμπαθήσει τον πρωταγωνιστή, αλλά στο τέλος το κακό νικά και ο καλός πρωταγωνιστής χάνει. Στην περίπτωση αυτή είναι πολύ πιθανό να μείνετε με την απορία φεύγοντας από την αίθουσα. Όταν, όμως, υπερισχύει το καλό, το κάνει με πολύ κόπο, προσπάθεια και αγώνες.

Ή θυμηθείτε για λίγο τα διδάγματα των διαφόρων θρησκειών. Αν ανατρέξει κανείς στα κείμενα και τις παραδόσεις τους, θα παρατηρήσει και εκεί ένα παρόμοιο μοτίβο. Πόση προσπάθεια κάνει κάποιος ενάρετος άνθρωπος για να μείνει έτσι και στο τέλος να αγιοποιηθεί μετά από χρόνια προσπαθειών; Και πόσο εύκολο είναι να γίνει ένα στραβοπάτημα και να πέσει ξανά στην αμαρτία και το κακό; Η φήμη αυτού του ανθρώπου ως ενάρετου μπορεί να καταποντιστεί εν μία νυκτί. Για τον ίδιο λόγο είναι δύσκολο να διατηρήσει κανείς μία καλή φήμη για τον εαυτό του και πολύ εύκολο να τη χάσει. Και όταν τη χάσει, θα απαιτηθούν πολλές προσπάθειες και περιστάσεις για να την ξαναποκτήσει. 
      
Όταν διαβάζετε τις ειδήσεις, σε ποια είδηση θα εστιάσετε; Την κακή ή την καλή; Γενικά, ποια είδηση προτιμάτε να ακούσετε πρώτη; Την κακή ή την καλή; Οι πιο πολλοί θα απαντήσουν ότι προτιμούν να ακούσουν πρώτα την κακή είδηση, ενώ παράλληλα το μάτι τους θα πάει σε αρνητικές ειδήσεις πρώτα (άλλωστε, πολλά άρθρα ή ειδήσεις δεν ξεκινούν με αρνητικές και πομπώδεις λέξεις για να τραβήξουν το ενδιαφέρον;).

Το κακό και το καλό αναμετρώνται και μέσα στο γάμο και τις σχέσεις γενικότερα. Κάθε μέρα δεν είναι το ίδιο καλή με την προηγούμενη. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μία κακή στιγμή δεν έχει την ίδια συναισθηματική ισχύ με μία καλή στιγμή. Μάλιστα βρήκαν ότι σε φυσιολογικά ζευγάρια η αναλογία καλού-κακού ήταν 5:1. Αυτό σημαίνει ότι μια κακιά στιγμή αντισταθμίζεται με 5 καλές (μία μόνο δεν είναι αρκετή). Απεναντίας, στα προβληματικά ζευγάρια, αυτά που οδεύουν προς χωρισμό και διαζύγιο, η αναλογία καλού-κακού είναι 3:4.

Στην εργασία τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά. Στο χώρο εργασίας υπάρχουν τριών ειδών κατηγορίες εργαζομένων που μπορούν να προκαλέσουν κακό στην ομάδα:

α. οι τεμπέληδες,
β. οι αρνητικοί (οξύθυμοι, απαισιόδοξοι, αγχώδεις και ανασφαλείς) και τέλος,
γ. οι αγενείς και άξεστοι.

Από ερευνητές εκτιμάται ότι ένα και μόνο άτομο που ανήκει σε μία από αυτές τις κατηγορίες είναι σε θέση να μειώσει την απόδοση της ομάδας κατά 30%-40%. Επίσης, τα αρνητικά συναισθήματα που ενδεχομένως θα νιώσει ο εργαζόμενος από μία κακή συναναστροφή με τον προϊστάμενό του ή ένα συνεργάτη του είναι πέντε φορές πιο ισχυρά από μία θετική αλληλεπίδραση. Το να εξαλειφθεί, λοιπόν, το κακό δεν είναι το ίδιο με το να τονιστεί το καλό. Και τα δύο είναι απαραίτητο να συμβούν για να δουλέψει μία ομάδα σωστά.

Στην πραγματικότητα, ο εγκέφαλός μας είναι σαν σφουγγάρι για το κακό και σαν αντικολλητικό τηγάνι για το καλό. Είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος και το αποτέλεσμα της εξέλιξης χιλιάδων ετών. Εστιάζοντας στο αρνητικό ο άνθρωπος επιβίωσε. Στη σημερινή εποχή, όμως, πρέπει να προσέχουμε πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτό το φαινόμενο (negativity bias) σε βάρος μας. Ένα άσχημο σχόλιο είναι όντως κάτι αρνητικό. Αλλά πριν και μετά από αυτό υπήρξαν και θα υπάρξουν θετικά σχόλια. Ας εστιάσουμε στα τελευταία. Και όταν κάνουμε το λάθος και κάνουμε οι ίδιοι κάτι αρνητικό, ας θυμόμαστε την αναλογία καλού-κακού 5:1.

Για περισσότερα διαβάστε το βιβλίο «Σπάζοντας τον Κώδικα τηςΑνθρώπινης Συμπεριφοράς».

Ο Χρήστος Χριστοδούλου έχει γράψει επίσης το βιβλίο «Η ΓΛΩΣΣΑ του ΣΩΜΑΤΟΣ και οι ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ», το οποίο έλαβε πολλές θετικές κριτικές, μεταξύ των οποίων ήταν και η ανάδειξή του ως «Βιβλίο του μήνα» στο περιοδικό Focus (Ελλάδας). Επιπλέον, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Master in Business Administration, ΜΒΑ), καθώς και πτυχίων στην Αγγλική, Γερμανική, Ισπανική, Γαλλική και Ολλανδική γλώσσα.


_