Γιώργος Σανιδάς: Οι πολυισοβίτες δεν δικαιούνται τακτικές άδειες


Το τελευταίο χρονικό διάστημα, τα Συμβούλια Φυλακών Κορυδαλλού και Κασσαβετείας χορήγησαν τακτικές άδειες  , σε κρατούμενο που είχε καταδικασθεί σε ποινή  ισοβίου καθείρξεως ένδεκα
φορές, για ένδεκα ανθρωποκτονίες – εγκλήματα τρομοκρατίας.
Η χορήγηση των αδειών αυτών, προκάλεσε και προκαλεί τη σφοδρή αντίδραση τόσο των συγγενών των θυμάτων, όσο και της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών της ελληνικής κοινωνίας, ενώ επικροτήθηκε από άλλους. 
Η αντίδραση των πρώτων, είχε και έχει ως βάση κυρίως τη σκέψη ότι τα Συμβούλια των Φυλακών δεν θα έπρεπε να χορηγούν άδεια σε άτομα που έχουν καταδικασθεί για εγκλήματα τρομοκρατίας, πολύ περισσότερο εφ’ όσον δεν έχουν επιδείξει την ελαχίστη μεταμέλεια.
Με αφορμή το πιο πάνω ζήτημα, θα προσεγγίσουμε ερμηνευτικά τη διάταξη του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που ρυθμίζει το θέμα της χορήγησης αδειών στους κρατουμένους, και θα θεμελιώσουμε την επιστημονική μας θέση, σε σχέση με το αν προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη και είναι επιτρεπτή η χορήγηση τακτικής αδείας σε κρατούμενο που έχει καταδικασθεί σε πλείονες της μίας ποινές ισοβίου καθείρξεως, ανεξαρτήτως του εάν οι ποινές αυτές έχουν επιβληθεί για εγκλήματα τρομοκρατίας ή εγκλήματα του κοινού Ποινικού Δικαίου.
Τι προβλέπει η διάταξη του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα
Η διάταξη κάνει λόγο για «έκτιση ποινής ισόβιας κάθειρξης», ήτοι για μία και μόνο ποινή ισοβίου καθείρξεως και όχι για πολλές ποινές ισοβίου καθείρξεως. Άρα, ουδέν προβλέπει ούτε ρυθμίζει, σχετικά με τη χορήγηση αδείας σε καταδικασμένους σε πλείονες της μίας ποινές ισοβίου καθείρξεως. Αφού όμως, για το ζήτημα αυτό ουδέν προβλέπει ούτε το ρυθμίζει, σημαίνει ότι δεν είναι επιτρεπτή η χορήγηση τακτικής αδείας σε καταδικασμένους σε ποινές ισοβίου καθείρξεως πλείονες της μίας.
Είναι πρόδηλο ότι ο νομοθέτης δεν αγνοεί ότι είναι δυνατόν να έχουν επιβληθεί σε βάρος ενός καταδίκου, περισσότερες ποινές και δη, είτε πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας, είτε ποινές ισοβίου καθείρξεως. Μεριμνά όμως και ρυθμίζει, για τον προσδιορισμό του ελαχίστου ορίου ποινής που πρέπει να έχει εκτιθεί, προκειμένου ο κατάδικος να έχει το δικαίωμα να ζητήσει τακτική άδεια, μόνο τις περιπτώσεις που έχουν επιβληθεί περισσότερες της μιας πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ορίζει ότι για τον υπολογισμό της ποινής που πρέπει να έχει εκτιθεί, λαμβάνεται υπόψη η συνολική ποινή, εφ’ όσον έχει γίνει προσμέτρηση, κατά το άρθρο 94 του ΠΚ, διαφορετικά το άθροισμα των επιμέρους ποινών.
Με άλλα λόγια, λαμβάνονται υπόψη όλες οι πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι παραπέμπει στο άρθρο 94 του ΠΚ, το οποίο, όμως, προβλέπει και ρυθμίζει ρητώς το ζήτημα της επιμετρήσεως και επιβολής συνολικής ποινής, μόνον όταν έχουν επιβληθεί πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Για τις περιπτώσεις, όμως, επιβολής πλειόνων της μίας ποινών ισοβίου καθείρξεως, η διάταξη του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα ουδέν ορίζει, όπερ σημαίνει ότι στις περιπτώσεις αυτές κρίνει και αποδέχεται ότι δεν πρέπει να χορηγείται τακτική άδεια.
Ολίγο είναι ανάγκη να επισημανθεί ότι επί επιβολής πλειόνων της μίας ποινών ισοβίου καθείρξεως το άρθρο 94 του ΠΚ ουδέν ορίζει ούτε προβλέπει. Τούτο είναι εύλογο, διότι το σύστημα της συνολικής ποινής δεν ισχύει από τη φύση του πράγματος, στις περιπτώσεις της συρροής περισσοτέρων ποινών ισοβίου καθείρξεως ή μίας απ’ αυτές με άλλη πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, από τη φύση του πράγματος (δεν είναι νοητή επιμέτρηση και επιβολή συνολικής ποινής) από το κείμενο του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 και το «επιχείρημα από του εναντίου»
Εν όψει και του τελευταίου, είναι αυτονόητο ότι το αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1γ΄ ΠΚ, σύμφωνα με την οποία η συνολική ποινή, όταν πρόκειται για κάθειρξη, δεν μπορεί να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε (25) έτη, αφορά μόνον στην περίπτωση που η επιμέτρηση και η επιβολή συνολικής ποινής, λαμβάνει χώρα επί προσκαίρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, αφού η ως άνω διάταξη, ούτε προβλέπει ούτε ρυθμίζει το ζήτημα της επιβολής πλειόνων της μίας ποινών ισοβίου καθείρξεως. Θα ήταν άλλωστε παράδοξο και αντίθετο προς τη λογική, να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης αποδέχεται δυνατότητα χορήγησης αδείας τακτικής, επί επιβολής πολλών προσκαίρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνεται υπόψη η συνολική ποινή, εάν είχε γίνει καθορισμός συνολικής ποινής ή το άθροισμα των επιμέρους ποινών, εάν δεν έχει γίνει επιμέτρηση και καθορισμός συνολικής ποινής και επί επιβολής πλειόνων της μίας ποινών ισοβίου καθείρξεως, να λαμβάνεται υπόψη και να αρκεί, για τη χορήγηση τακτικής αδείας, η μία μόνο ποινή ισοβίου καθείρξεως.
Είναι επιτρεπτή η χορήγηση τακτικής αδείας στον καταδικασμένο σε ισόβια κάθειρξη, εφ’ όσον δεν εκκρεμεί κατ’αυτού ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος. Η προϋπόθεση αυτή, οδηγεί a contrario αβιάστως στο λογικό συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση τακτικής αδείας σε κρατούμενο με ποινή ισοβίου καθείρξεως, κατά του οποίου δεν εκκρεμεί απλώς ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος, αλλά είναι ήδη καταδικασμένος και για άλλη κακουργηματική πράξη και μάλιστα σε ισόβια κάθειρξη.
Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο εάν, εκτός από τη δεύτερη ποινή ισοβίου καθείρξεως υπάρχουν και άλλες ακόμη ποινές ισοβίου καθείρξεως. Εάν δεν ήθελαν γίνει δεκτά τα ανωτέρω, θα οδηγούμεθα στο εξής άτοπο, παράδοξο και παράλογο. Ο καταδικασμένος άπαξ σε ισόβια κάθειρξη, κατά του οποίου εκκρεμεί απλώς, ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος (πράξη από την οποία ενδέχεται να απαλλαγεί) να απαγορεύεται να λαμβάνει τακτική άδεια, ενώ ο καταδικασμένος δύο, τρεις, πέντε ή δέκα φορές σε ισόβια κάθειρξη, να μπορεί να λαμβάνει τακτική άδεια, εφ’ όσον βεβαίως, έχει κρατηθεί οκτώ τουλάχιστον έτη. Το τελευταίο, επιβεβαιώνει αναμφιβόλως την ορθότητα της διατυπωθείσης, κατά τα άνω, θέσεώς μας, ότι στον καταδικασμένο σε πλείονες της μίας ποινές ισοβίου καθείρξεως, δεν επιτρέπεται χορήγηση τακτικής αδείας.
Με βάση όλα τα ανωτέρω και ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των λοιπών προϋποθέσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα, για τις οποίες παρέλκει η ενασχόλησή μας, είναι προφανές ότι δεν είναι επιτρεπτή η χορήγηση τακτικής αδείας σε άτομα που έχουν καταδικασθεί σε πλείονες της μίας ποινές ισοβίου καθείρξεως και εντεύθεν οι αποφάσεις των Συμβουλίων των Φυλακών, με τις οποίες χορηγήθηκαν τακτικές άδειες σε άτομα που έχουν καταδικασθεί σε ποινές ισοβίου καθείρξεως πλείονες της μίας, δεν είναι σύννομες.
Αυτό βεβαίως, είναι απότοκο και του γεγονότος ότι, αφ’ ενός αφέθηκε η επίλυση τόσο σοβαρών ζητημάτων, στο Συμβούλιο των Φυλακών, το οποίο απαρτίζεται από έναν Αντεισαγγελέα Εφετών ή Εισαγγελέα Πρωτοδικών και δύο διοικητικούς υπαλλήλους (Διευθυντή φυλακών και κοινωνικό λειτουργό), και αφ’ ετέρου, στο γεγονός ότι όταν η απόφαση του Συμβουλίου των Φυλακών είναι ομόφωνη, και ειδικότερα όταν δεν έχει διαφωνήσει ο Εισαγγελικός Λειτουργός, δεν υπάρχει δυνατότητα να αχθεί η υπόθεση ενώπιον των Δικαστηρίων, προκειμένου, επί του ζητήματος, να υπάρξει κατ’ αρχάς δικαστική κρίση επί της ουσίας και στη συνέχεια, ως προς το νομικό ζήτημα, κρίση του Ακυρωτικού.

Γράφει ο εισαγγελέας Γιώργος Σανιδάς
ε.τ Εισαγγελέας Αρείου Πάγου

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη τεύχος 10

dikastiko.gr


_