Δημοσιογράφος πήγε σε πάρτυ του Ρουβίκωνα στο Κ*Βοξ και γράφει για την εμπειρία του

Ο δημοσιογράφος της HuffingtonPost.gr Σωτήρης Βαλάρης πήγε σε ένα πάρτι του Ρουβίκωνα στο Κ*Βοξ στα Εξάρχεια και γράφει για την εμπειρία του. Αναδημοσιεύουμε από τη
HuffingtonPost.gr:
Φεύγω από το γραφείο αργά το βράδυ Παρασκευής. Προορισμός: Κ*Βοξ, Εξάρχεια.
Το είχα αποφασίσει εδώ και ημέρες. Όλοι στο γραφείο – ή σχεδόν όλοι – απόρησαν με την επιλογή μου. Αλλά η ιδέα μου είχε καρφωθεί, από την ώρα που άκουσα ότι …έχει πάρτι για τα δικαστικά έξοδα του Ρουβίκωνα. Κάτι σαν τα πάρτι που έκανε κάθε χρόνο το 15μελές στο Λύκειο: Για να περιορίσουν κάπως τα έξοδα της πενθήμερης, οι μαθητές της Γ’ Λυκείου άρχιζαν με τα «εισιτήρια» στα πάρτι. Όλο και κάτι έβγαινε…
Ώρα 12 παρά τέταρτο. Προπύλαια. Περιμένω ένα φίλο που «ψήθηκε» να με ακολουθήσει στη μεταμεσονύχτια περιπέτεια. Εγώ συχνάζω στα Εξάρχεια, κατά καιρούς. Έχω μάλλον συνηθίσει να κυκλοφορώ αργά τη νύχτα στην περιοχή. Ο φίλος μου ακολουθεί μάλλον διστακτικός. Χρειάστηκε να τον δελεάσω με ένα κέρασμα. Δεν ήρθε με ενθουσιασμό, αλλά κάτι η περιέργεια – κάτι το κέρασμα τον έπεισαν. Για ένα καλό ποτό, εδώ που τα λέμε, πολλά χατίρια μπορεί να σου κάνουν τη σήμερον ημέρα… ή νύχτα.
Κατευθυνόμαστε στην πλατεία Εξαρχείων. Καμία έκπληξη για Παρασκευή βράδυ. Φοιτητές σε μικρές παρέες ή ζευγαράκια, αναρχικοί κατά μόνας ή αραγμένοι στα επιλεγμένα στέκια πάνω και γύρω από την πλατεία (οι «παλιοί» δεν αλλάζουν εύκολα τραπέζι και καρέκλα), μερικοί πρόσφυγες και κάποιοι «ανένταχτοι» απλωμένοι στην πλατεία. «Παίζει» ποτό, τσιγάρο και κατά περίπτωση μπάφος.
Αν στήσεις αυτί, ακούς απίθανες ιστορίες. Κινούμαστε κατευθείαν προς τον στόχο. Εγώ αποφασισμένος να είμαι φιλικός με όλους, ο συνοδοιπόρος μου ολίγον σφιγμένος.
«Λες να φάμε καμια μολότοφ στο δόξα πατρί», αναρωτιέται φωναχτά.
«Αυτά είναι υπερβολές των μίντια», απαντώ με μπλαζέ υφάκι. Βήμα ταχύ για το Κ*Βοξ και φτάσαμε.
Περίμενα να δω περισσότερο κόσμο. Δεν είχα ξαναπάει στο συγκεκριμένο μπαρ, αν και έχω καθίσει σε πολλά μαγαζιά στα Εξάρχεια.
Δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τα άλλα. Λίγος κόσμος για Παρασκευή. Μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι κυρίως οι «μυημένοι». Κάτι σαν οικογένεια. Λειτουργούν με φανερή οικειότητα μεταξύ τους και μοιάζουν σα να γνωρίζουν, ή να έχουν ξαναδεί, όσους κάθονται δύο-δύο ή τρεις-τρεις, απλωμένοι στο χώρο.
Μπαίνοντας, είναι αδύνατο να μην προσέξει την «αναρχική» διακόσμηση. Αν υπάρχει στην Αθήνα ένα μέρος όπου «γεννιέται» ή «ωριμάζει» η αναρχία, αυτό είναι προφανώς τα Εξάρχεια.
Στο Κ*Βοξ, όπως στα περισσότερα καφέ, ή μπαρ της γειτονιάς, βλέπεις αφίσες παλιές και πολύ παλιές…πανό ή σημαίες, φωτογραφίες ασπρόμαυρες και καλλιτεχνικές και βιβλία. Πολλά βιβλία. Σκέφτομαι για μία στιγμή, πόσο πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για την αναρχία και πόσοι είναι αυτοί που δεν τα έχουν αγγίξει ποτέ.
Στα δεξιά μου μπαίνοντας, προσέχω αμέσως τη φιγούρα του Παύλου Φύσσα να στέκεται σε ένα πανό. Μέσα μου ξαναθυμάμαι τους στίχους του: «Σιγά μην φοβηθώ…»
Σκορπισμένα τραπεζάκια, πάνω τους τασάκια και μπύρες. Πρέπει να είμαστε  25-30 άτομα μέσα στο μαγαζί. Αν το δούμε «φυλετικά», μιλάμε για περισσότερους από είκοσι άντρες και λιγότερες από δέκα γυναίκες. Στο βάθος το μπαρ. Κι ένα ψυγείο γεμάτο μπύρες. Εχει και μερικά μπουκάλια κρασί, αλλά κυρίως μπύρες. Πολλές μπύρες!
Οι άνδρες που κάθονται γύρω μου μοιάζουν απολύτως ήρεμοι και γενικά χαμογελαστοί. Ορισμένοι γελούν έντονα. Άλλοι μου φαίνονται σκεπτικοί, ωστόσο όλοι μοιάζουν σίγουροι για την παρουσία τους εδώ.
Οι γυναίκες μου φαίνονται υπερκινητικές, καλύπτουν περισσότερα κενά με τις κουβέντες τους, μοιάζουν κεφάτες, σα να το διασκεδάζουν για τα καλά.
Φουμάρουν σχεδόν όλες ασταμάτητα και πίνουν πολλές μπύρες. Είναι λιγότερες, αλλά έχω την αίσθηση ότι είναι εκείνες που εξουσιάζουν το χώρο – σε έναν χώρο όπου η λέξη «εξουσία» είναι μισητή.
Καθόμαστε στο ανυψωμένο έδαφος, σε ένα τραπεζάκι δίπλα από τον πάγκο με τα βιβλία. Ο φίλος μου εξακολουθεί να είναι σφιγμένος. «Θα συνηθίσεις», του είπα. Παίζει ελληνική πανκ και οι παρέες μπροστά μας κουβεντιάζουν. Νομίζω ότι σχεδιάζουν αδιάκοπα κάτι ανατρεπτικό. Αναρωτιέμαι αν το κάνουν ποτέ, ή απλώς περνούν τα βράδια σχεδιάζοντας…
Λέμε κι εμείς τα δικά μας. Για τη σχολή, για τη δουλειά, για τις σχέσεις μας. Κάποια στιγμή σηκώνομαι κι εγώ για μπύρες. Περνώ δίπλα από τις παρέες. Ίσως με λίγη αμηχανία. Μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι φοράω πουκάμισο. Ολοι οι άλλοι φοράνε μπλουζάκια. Νιώθω, χωρίς πραγματικό λόγο, «στοχοποιημένος» λόγω ενδυματολογικής απόκλισης. Καθώς φτάνω στη μπάρα για να παραγγείλω, αντικρύζω μπροστά μου την «αφορμή» του πάρτι: Το παγκάρι.
Ένα κουτί όπου αν θέλεις, ρίχνεις τον αναρχικό οβολό σου για την συλλογικότητα. Μπροστά μου ο μπαρμαν. «Δυο μπύρες Άλφα, όπως η Αναρχία» λέω με ίσως κακή αίσθηση του χιούμορ. «Είναι λίγο ζεστές, όπως και η αναρχία» απαντά εκείνος, ενώ αναρωτιέμαι ποιός από τους δύο έχει την χειρότερη αίσθηση του χιούμορ απόψε.
«Τώρα τις βάλαμε στο ψυγείο. Θες άλλη;» ρωτάει . Πήρα δύο άλλες κι επέστρεψα στο «ύψωμα».
Σκέφτομαι ότι περίμενα την ατμόσφαιρα του πάρτι λίγο περισσότερο «ρουβικωνική». Οτι θα υπήρχε κάποια οργάνωση… Έλεγχος για το ποιοι μπαίνουν, ή έστω ένα μέλος του πυρήνα να μιλήσει για τους στόχους του. Κάτι που να θυμίζει τις… ηρωικές στιγμές του Ρουβίκωνα, πέρα από το κουτί – κουμπαρά. Για τους υπόλοιπους, ωστόσο, ήταν απλά μια ακόμη Παρασκευή. Ήξεραν πού είχαν έρθει. Εγώ είχα ίσως μπερδευτεί.
Συνεχίζουμε να κουβεντιάζουμε με τον φίλο μου, ακούγοντας την πανκ μουσική από τα ηχεία, που δεν ήταν κακό συνοδευτικό για τη μπύρα.
Ξηροκάρπια δεν είχε. Ο αγώνας έχει έξοδα, σκέφτηκα, πίνοντας με την πείνα να γαργαλάει το στομάχι μου. Απέναντί μου, μια στοίβα γεμάτη «αναρχικά» βιβλία. Σηκώνομαι και ρίχνω μια ματιά. Πόσα έχουν γραφτεί για την αναρχία και πόσα λίγα ξέρουμε!
Το πάρτι κυλά ήρεμα. Μια Παρασκευή βράδυ σαν τις περισσότερες, στα Εξάρχεια. Μπύρα, άραγμα, χαβαλές. Ούτε φασαρίες, ούτε μολότοφ, ούτε τίποτα. Σκέφτηκα ξανά την ατάκα μου για τα μίντια. Συμφωνώ με τον εαυτό μου. Μετά από τόσα δελτία ειδήσεων… είναι λογικό να περνάει στο υποσυνείδητο η εικόνα των επεισοδίων.
Φεύγοντας ρίχνω μια δεύτερη, κλεφτή ματιά στο πανό που όση ώρα βρισκόμασταν μέσα στο μαγαζί ήταν στην πλάτη μας. «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα», γράφει. Βαθύ.
Τα πάρτι του Ρουβίκωνα συνεχίζονται, κάθε Παρασκευή. Όπως και οι δίκες για τον ακτιβισμό του Ρουβίκωνα. Η ερώτηση είναι άλλη: Θα καταφέρουν να βγάλουν τα δικαστικά έξοδα από τα πάρτι; Αν κρίνω από την προσέλευση, δύσκολο.
Φεύγοντας διασχίζουμε και πάλι την πλατεία. Διαφορετικός κόσμος, αλλά ίδιος. Φοιτητές, αναρχικοί, πρόσφυγες. Ένας κύκλος. Και μέχρι την επόμενη Παρασκευή έτσι θα παραμείνει έτσι. Λίγο φαύλος και λίγο αρμονικός.


_