Υπαρχηγός Πυροσβεστικής: «Ολοι ευχόμαστε να μη βρούμε άλλον νεκρό»-Το πένθος, η αναζήτηση χαμένων συγγενών και το σοκ της σωτηρίας

Το κινητό επιχειρησιακό κέντρο της Πυροσβεστικής με την ονομασία «Ολυμπος» έχει στηθεί από το 


βράδυ της Δευτέρας στη λεωφόρο Μαραθώνος, στο ύψος της διασταύρωσης που οδηγεί στο Κόκκινο Λιμανάκι. Από εκεί, ο υπαρχηγός Υποστήριξης του σώματος, Δημοσθένης Αναγνωστάκης, συντονίζει τα μεικτά κλιμάκια πυροσβεστών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, που «χτενίζουν» τις πληγείσες από τη φωτιά περιοχές σε αναζήτηση νεκρών και αγνοουμένων. Λίγο πριν τον συναντήσουμε μέσα στο πούλμαν της Πυροσβεστικής, το οποίο έχει μετατρέψει σε πρόχειρο γραφείο, μια από τις ομάδες του εντόπισε απανθρακωμένη στο μπάνιο του σπιτιού της μια ηλικιωμένη γυναίκα, το 81ο θύμα της τραγωδίας. 

«Ολοι μας ευχόμαστε να μη βρούμε άλλον νεκρό», λέει στην «Κ». Αναλύοντας το «σχέδιο της επόμενης μέρας», εξηγεί ότι η περιοχή που χτυπήθηκε από την καταστροφή, ο Νέος Βουτζάς, η Ραφήνα, το Μάτι, η Νέα Μάκρη, έχει χωριστεί σε 14 τομείς και την έρευνα του κάθε τομέα έχουν αναλάβει ομάδες των 10 ατόμων, πυροσβεστών, στρατιωτών, αλλά και εθελοντών διασωστών. «Την πρώτη ημέρα, που το βάρος είχε πέσει στην κατάσβεση της πυρκαγιάς και στην αναζήτηση νεκρών και αγνοουμένων, δεν συμμετείχαν πάνω από 90 άτομα. Την Τρίτη ωστόσο, ο αριθμός τους διπλασιάστηκε και σήμερα (σ.σ.: Τετάρτη) τις ομάδες συγκροτούν 140 πυροσβέστες, στρατιώτες και εθελοντές», σημειώνει.
Ο υπαρχηγός της Πυροσβεστικής Δημ. Αναγνωστάκης στο πρόχειρο γραφείο του.
Ο κ. Αναγνωστάκης περιγράφει ότι οι ομάδες έχουν στα χέρια τους χάρτη του τομέα ευθύνης τους και ερευνούν κυριολεκτικά πόρτα πόρτα τα κατεστραμμένα από τη φωτιά σπίτια, όπως επίσης και τα αυτοκίνητα. «Στις περισσότερες περιπτώσεις, η φωτιά έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος ανθρώπινου ιστού, σε τέτοιο βαθμό, που είναι δύσκολο για τα μέλη των συνεργείων να διακρίνουν τη σορό ενός νεκρού. Εχουμε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες και όταν εντοπίζουν ευρήματα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μας ειδοποιούν, και την αυτοψία αναλαμβάνουν εμπειρογνώμονες της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας», διευκρινίζει. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα κλιμάκια κατάφεραν να εντοπίσουν και να ανασύρουν από τα σημεία της τραγωδίας ένα ανήλικο κορίτσι που απανθρακώθηκε αγκαλιά με τον σκύλο του, έναν άνδρα που απανθρακώθηκε πλάι στην πόρτα του αυτοκινήτου του κ.ο.κ.
Σύμφωνα με τον υπαρχηγό της Πυροσβεστικής, τα περισσότερα από τα θύματα της πυρκαγιάς, 43 τον αριθμό, βρέθηκαν στο Κόκκινο Λιμανάκι και συγκεκριμένα στην περιοχή που περικλείεται από τη λεωφόρο Δημοκρατίας και τις οδούς Ποσειδώνος και Πανός. Αντίστοιχα, 14 άτομα έχασαν τη ζωή τους στο Μάτι και 6 μέσα στα σπίτια τους στον Νέο Βουτζά. Αν και, όπως διευκρινίζει, δεν είχε άμεση συμμετοχή στην επιχείρηση κατάσβεσης, ο κ. Αναγνωστάκης αποδίδει το μέγεθος της καταστροφής στον ισχυρό άνεμο που έπνεε και στα χαρακτηριστικά της περιοχής όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά: «Πρόκειται για μια πευκόφυτη περιοχή με διάσπαρτες κατοικίες. Η φωτιά εξαπλώθηκε ταχύτερα συγκριτικά με το εάν είχε εκδηλωθεί σε ένα πυκνό πευκοδάσος», εκτιμά.

Η επόμενη μέρα στα συντρίμμια

Στη γειτονιά του έψαχναν ακόμα για νεκρούς. Κλιμάκια των ειδικών δυνάμεων του στρατού ξηράς, υπό την καθοδήγηση πυροσβεστών, με χάρτες στα χέρια ερευνούσαν τα αποκαΐδια στις οδούς Τρίτωνος, Κυκλάδων και Νικηταρά, για να βεβαιωθούν ότι κανείς δεν έχει μείνει πίσω. Πέρασαν και από τον δρόμο του, την οδό Περικλέους.
Ο Γιώργος Ασημάκος, 62 ετών, θρηνεί για την κουνιάδα του, μετρά τις υλικές ζημιές στο σπίτι του και ακόμη απορεί πώς ο ίδιος τα κατάφερε. Πώς μια στενή δίοδος που οδηγεί στη θάλασσα του έσωσε τη ζωή.
Οσοι δεν εγκλωβίστηκαν στα οχήματά τους το απόγευμα της Δευτέρας στο Μάτι Αττικής έπρεπε να ξεπεράσουν κι άλλα εμπόδια. Σχεδόν όλο το παραλιακό μέτωπο είναι πυκνοδομημένο, με πολυκατοικίες, πιλοτές, κάγκελα και παρτέρια που αφήνουν χαραμάδες διαφυγής. Λες και όλος ο οικισμός χτίστηκε με την πλάτη γυρισμένη στη θάλασσα. «Οταν βρέθηκα στην πιλοτή, απέναντι ο αέρας στροβίλιζε τον μαύρο καπνό, καύτρες έπεφταν πάνω μου, ο λαιμός μου καιγόταν. Αν κολλούσα κάπου εκεί, θα πέθαινα», λέει στην «Κ» ο κ. Ασημάκος. Βάδιζε στα τυφλά, ακινητοποιήθηκε μπροστά σε έναν θάμνο, αλλά ο γιος του τον τράβηξε τελευταία στιγμή προς την έξοδο.
Οι στιγμές μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι δεν έχουν ακόμη τα χαρακτηριστικά επόμενης ημέρας. Ο αριθμός των νεκρών δεν έχει οριστικοποιηθεί, ο κρατικός μηχανισμός προσπαθεί να βρει τον βηματισμό του.
Εκεί όπου λιγοστοί ιδιοκτήτες έχουν αρχίσει ήδη το μάζεμα των μπάζων, άλλοι δεν ξέρουν αν μπορούν να πενθήσουν και ορισμένοι προσπαθούν ακόμη να διαχειριστούν το σοκ της δικής τους σωτηρίας. Πώς πέρασαν αυτή την περιπέτεια αλώβητοι, ενώ άλλοι δίπλα τους δεν τα κατάφεραν.
Σχεδόν 40 ώρες μετά την καταστροφή, μέλη του στρατού στήνουν ειδικό χώρο για διανομή συσσιτίου και μηχανικοί, ανά δυάδες, σημαίνουν με σπρέι τα σπίτια που επιθεωρούν – για την ώρα, μόνον εξωτερικά. Το κόκκινο χρώμα αντιστοιχεί στα πλήρως ακατάλληλα προς κατοίκηση και το κίτρινο σε όσα έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές. Την προηγούμενη νύχτα δημοτικά οχήματα με μεγάφωνα είχαν ενημερώσει τους κατοίκους ότι θα περνούσαν με το ξημέρωμα κλιμάκια μηχανικών για επιθεωρήσεις. Η λειτουργία του δικτύου ηλεκτροδότησης δεν έχει αποκατασταθεί και τα περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα δεν έχουν ύδρευση. Σε κάποια σπίτια υπάρχει νερό, αλλά τρέχει με χαμηλή πίεση.
Στη Ραφήνα, στα κτίρια του δημαρχείου και του πνευματικού κέντρου καταφθάνουν εθελοντές πρόθυμοι να προσφέρουν βοήθεια στο μοίρασμα φαρμάκων (τα οποία είναι πλέον υπεραρκετά σύμφωνα με εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού) ή άλλων εφοδίων. Σε μια γωνιά πολίτες δηλώνουν τις υλικές ζημιές για τις μελλοντικές αποζημιώσεις. Αλλοι δίνουν στοιχεία για τα νεκρά τους κατοικίδια, ώστε κάποιος να τα παραλάβει. Υπάρχει και μια δημοτική υπάλληλος που έχει επιφορτιστεί την ευθύνη της λίστας αγνοουμένων.
Αυτήν πλησιάζει ο Αριστείδης Κλάδιος. Αναζητεί τους γονείς του, 85 και 80 ετών, και τον αδερφό του, 47 ετών. Χωρίστηκαν το απόγευμα της πυρκαγιάς και δεν τους ξαναείδε. «Το πρωί έδωσα δείγμα DNA στην ιατροδικαστική υπηρεσία στο Γουδί. Τους ψάχνω εδώ και τρεις ημέρες», λέει όσο δίπλα του περνούν δεκάδες άτομα με υπεύθυνες δηλώσεις στα χέρια ή σακούλες με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης.
«Μας βοηθούν με νερό και φαγητό, αλλά θέλουμε χέρια, αυτό χρειαζόμαστε. Πρέπει να μπει ο στρατός να μαζέψει τα μπάζα από τα ερείπια», λέει ο κ. Ασημάκος.
Δρόμοι γεμάτοι με καύσιμη ύλη
Ο Πέτρος Κοράκης, μόνιμος κάτοικος στο Μάτι, δεν έχει ούτε μπάζα να μαζέψει. Το σπίτι του ισοπεδώθηκε από τη φωτιά. Δεν απέμεινε τίποτα, λες και εξαϋλώθηκαν τα πάντα. Μόνο τρεις κολόνες και τα κάγκελα της αυλής θυμίζουν ότι κάποτε εδώ έμενε άνθρωπος. Φοβούμενος το πλιάτσικο, επέστρεψε εκεί για να μαζέψει ό,τι διασώθηκε στο υπόγειο – λιγοστά αντικείμενα, χωρούσαν σε μια σακούλα. Ως άστεγος πλέον, φιλοξενείται στο σπίτι της αδελφής του, στην Αθήνα. Οπως λέει, το Μάτι είχε διαρκές πρόβλημα με καύσιμη ύλη. Δεν ήταν μόνο τα ακαθάριστα σημεία σε ξεχασμένα οικόπεδα που αποτελούσαν απειλή κάθε καλοκαίρι. Κλαδιά που είχαν κοπεί από αυλές και δρόμους, αντί να μαζευτούν κατέληγαν σε στοίβες, σε αδόμητους χώρους και κάθετες οδούς.
Αυτή τη μαρτυρία επιβεβαιώνει και άλλος κάτοικος της περιοχής. «Δεν ήταν μόνο το εύφλεκτο πευκόδασος που προκάλεσε το πρόβλημα. Τα κλαδιά από το κλάδεμα των δέντρων έμεναν στους δρόμους, παρατημένα. Ζητούσαμε να τα μαζέψουν, χωρίς αποτέλεσμα», λέει. Και αυτός με την οικογένειά του φιλοξενούνται πλέον σε άλλο σπίτι μετά την πυρκαγιά.
Αυτοί ήταν από τους λιγοστούς κατοίκους που έβρισκε κάποιος χθες στα απομεινάρια των σπιτιών τους.
Τηλεοπτικά συνεργεία από όλο τον κόσμο έστηναν δορυφορικά πιάτα στον παραλιακό δρόμο της λεωφόρου Ποσειδώνος, εθελοντές κτηνίατροι μάζευαν σε πλαστικές σακούλες νεκρά ζώα, άλλοι τοποθετούσαν σε κάθε οδό πλαστικές σακούλες με ζωοτροφές και κεσεδάκια με νερό για όσα κατοικίδια επιβίωσαν. Στην οδό Χρυσανθέμων, με τις τηλεοπτικές κάμερες παρατεταγμένες στη σειρά, ένας άντρας είχε βουρκώσει. Η 88χρονη μητέρα του εντοπίστηκε νεκρή στο μπάνιο της. Είχε μπει ο ίδιος στο σπίτι δυο-τρεις φορές, αλλά δεν την είχε εντοπίσει νωρίτερα στα αποκαΐδια.


_