Θεωρίες γένεσης του «υποπολιτισμού» της φυλακής - της Αγγελικής Καρδαρά

Στο προηγούμενο άρθρο μου στο bloko.gr (http://www.bloko.gr/2018/06/3_26.html)  αναφέρθηκα στην έννοια του «υποπολιτισμού» των φυλακών, τον οποίο διερευνήσαμε στο τρίτο μας σεμιναριακό
μάθημα, με τίτλο «Φυλακές: Έρευνα και Γλωσσικά Ζητήματα», στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος. Να σημειώσω εδώ ότι κοινωνιολογικά ο όρος «υποπολιτισμός» προσεγγίζεται ως το «σύνολο των ιδιαίτερων πολιτιστικών χαρακτηριστικών ενός τμήματος πληθυσμού ή μίας κοινωνικής ομάδας που διακρίνεται από τον γενικότερο πληθυσμό στον οποίο ανήκει ως προς τις αξίες, τους κοινωνικούς κανόνες, τη γλώσσα, την ενδυμασία κ.λπ.». Αν και πρόκειται για μία αξιολογικά ουδέτερη έννοια που δεν αναφέρεται κατ’ ανάγκην ούτε αποκλειστικά στον υπόκοσμο, χρησιμοποιείται για να δηλώσει αποκλίνουσα, ως προς τον κυρίαρχο πολιτισμικά πληθυσμό, συμπεριφορά μίας κοινωνικής ομάδας, συνήθως νεανικής, η οποία αποκλίνει από τον καθιερωμένο κώδικα ομιλίας και ύφους, από τη συμβατική ενδυμασία, έχει τις δικές της μουσικές προτιμήσεις, τους δικούς της τρόπους ψυχαγωγίας κ.λπ.[1]  Αναπόσπαστα στοιχεία του «υποπολιτισμού» των φυλακών είναι ο ιδιαίτερος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας που μελέτησα στην έρευνά μου (Φυλακή και Γλώσσα, με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση) και ο κώδικας αξιών των εγκλείστων.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο «υποπολιτισμός» των φυλακών έχει έντονα συμβολικές διαστάσεις και προεκτάσεις, οι οποίες πηγάζουν από τις πολυάριθμες στερήσεις που υφίσταται το άτομο από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται στη φυλακή. Άλλωστε, ήδη με την καταδίκη του βιώνει την κοινωνική αποδοκιμασία, η οποία επιτείνεται με την είσοδό του στη φυλακή, όπου υποβάλλεται σε «διαδικασίες ταπείνωσης» και «τελετές εξευτελισμού».[2] Ιστορικά, ο εξευτελισμός των κρατουμένων πραγματοποιείται μέσω συμβολικών διαδικασιών, όπως είναι η αντικατάσταση των ονομάτων με αριθμούς, η έλλειψη επωνυμίας με την επιβολή ομοιόμορφων στολών, η επιμονή σε κινήσεις σεβασμού και υποταγής όταν απευθύνονταν σε ανώτερους, το ξυρισμένο κεφάλι και πολλά άλλα στοιχεία που κυριάρχησαν σε παρελθούσες εποχές, αν και κατάλοιπά τους εντοπίζονται ακόμα και σήμερα σε φυλακές τόσο του «υπανάπτυκτου» όσο και του θεωρούμενου «πολιτισμένου» κόσμου.[3]

Επομένως, η φυλακή, τόσο ως φυσικός χώρος έκτισης ποινής όσο και ως χώρος με συμβολικές διαστάσεις, επιδρά καταλυτικά στην ψυχοσύνθεση των εγκλείστων και την εν γένει συμπεριφορά τους εντός και εκτός φυλακής. Ο ιδιαίτερος και ιδιόμορφος χαρακτήρας αυτού του περιβάλλοντος, που στηρίζεται σε διαρκείς απογοητεύσεις και διαψεύσεις προσδοκιών, ερμηνεύει τους βαθύτερους λόγους (πρακτικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς) για τους οποίους αναπτύσσεται ο «υποπολιτισμός» των τροφίμων. Γι’ αυτό, μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι λειτουργεί ως μηχανισμός αντίδρασης αλλά και άμυνα στα «δεινά» της φυλάκισης/pains of imprisonment. Οι κρατούμενοι μέσω αυτού προσπαθούν να αναπληρώσουν τον χρόνο έκτισης ποινής που θεωρείται «χαμένος» ή «κλεμμένος» από τη ζωή τους. Αυτό συμβαίνει γιατί όλοι οι έγκλειστοι, ανεξαρτήτως διάρκειας της ποινής τους, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από λίγους μήνες έως παρά πολλά χρόνια, χάνουν την πραγματική αίσθηση του χρόνου με την είσοδό τους στο σωφρονιστικό κατάστημα, θεωρώντας ότι ακόμα και τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα περνούν βασανιστικά αργά.[4] Όπως μου έχει δηλώσει σε συνέντευξή του αποφυλακισθείς «ο χρόνος στις φυλακές κυλάει πολύ διαφορετικά από την ελεύθερη κοινωνία».  

Ειδικότερα, το διάστημα παραμονής στη φυλακή διακρίνεται σε: θεσμικό χρόνο και χρόνο της ποινής. Ο πρώτος περιλαμβάνει το καθημερινό πρόγραμμα λειτουργίας, το οποίο επιμερίζεται σε δραστηριότητες που πραγματοποιούνται με σχολαστική ακρίβεια (αφύπνιση, σίτιση, εργασία, «ελεύθερος» χρόνος, προαυλισμός, επισκεπτήρια, κατάκλιση κ.λπ.). Υπό αυτή την έννοια, ο χρόνος αποκτά καθαρά εξουσιαστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται ως μέσο επιβολής τάξης και πειθαρχίας. Ο δεύτερος (χρόνος της ποινής) σχετίζεται με την αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι τρόφιμοι περί χρόνου και αξιοποίησής του, η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με τις εμπειρίες και τα βιώματά τους στο χώρο του σωφρονιστικού καταστήματος. Τόσο ο θεσμικός όσο και ο χρόνος έκτισης της ποινής, επιδρούν αρνητικά στην ψυχοσύνθεση του κρατουμένου. Ο μεν θεσμικός είναι αμείλικτος, γιατί επιβάλλει ένα άτεγκτο πρόγραμμα από το οποίο δεν μπορεί να αποκλίνει κανείς. Ο δε χρόνος της ποινής είναι εξίσου και ενδεχομένως περισσότερο σκληρός. Φαινομενικά παρέχει άφθονο «ελεύθερο» χρόνο, ο οποίος όμως σε συνθήκες επιβαλλόμενου εγκλεισμού στερείται κάθε θετικής του διάστασης και καθίσταται εξοντωτικός και ανυπόφορος, σύμφωνα με τις εξομολογήσεις των ίδιων των φυλακισμένων.[5]

Το τελικό συμπέρασμα στο οποίο προβαίνουν οι μελετητές είναι ότι οι απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες των φυλακών, σε διεθνές επίπεδο, περιορίζουν κατά πολύ τις δημιουργικές ασχολίες με τις οποίες οι ίδιοι οι κρατούμενοι δηλώνουν ότι θα ήθελαν να ασχολούνται, όπως η εργασία, τα επισκεπτήρια, η παρακολούθηση διαλέξεων και μαθημάτων, η γυμναστική. Έτσι, περιορίζονται σε «εύκολες» δραστηριότητες, όπως την αλόγιστη έκθεση στα Μ.Μ.Ε. και κυρίως στην τηλεόραση, τα οποία μόνο φαινομενικά τους καλύπτουν τις βαθύτερες ψυχολογικές και συναισθηματικές ανάγκες τους.[6] Εξαιτίας όλων αυτών των ελλείψεων και στερήσεων, η γλώσσα των κρατουμένων ανάγεται σε ρυθμιστικό παράγοντα και αποτελεί μέσο αντιμετώπισης των «δεινών» της φυλακής.

Ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα που εξακολουθεί να διατυπώνεται στις ημέρες μας αφορά τον τρόπο γένεσης του «υποπολιτισμού» των εγκλείστων. Διερευνάται, δηλαδή, το εάν ο «υποπολιτισμός» παράγεται μέσα στη φυλακή μέσω της διαδικασίας προσαρμογής των κρατουμένων στις αρχές του ή εάν εισάγεται στη φυλακή από την ελεύθερη κοινωνία, μέσω των εμπειριών, βιωμάτων και αξιών κάθε κρατουμένου. Είναι αξιοσημείωτο ότι έχουν επικρατήσει δύο θεωρίες, οι οποίες φαινομενικά τουλάχιστον είναι εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους. Στόχος τους είναι να ερμηνεύσουν τον τρόπο με τον οποίο οι κρατούμενοι προσαρμόζονται ψυχολογικά και συμπεριφέρονται στο περιβάλλον της φυλακής. Στο πλαίσιο της νεότερης κοινωνίας διατυπώθηκε μία νέα θεωρία που επιχείρησε το συγκερασμό των δύο προηγούμενων.

α) θεωρία ενδογενούς υποπολιτισμού
Η πρώτη θεωρία, του ενδογενούς υποπολιτισμού (indigenous origin hypothesis), στηρίζεται στην κοινωνιολογική θεωρία του δομολειτουργισμού (structural functionalism) με κύριο εκπρόσωπο τον Talcott Parsons. Βάσει αυτής της θεωρίας, ο «υποπολιτισμός» του κρατουμένου «γεννιέται» και μαθαίνεται στο περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής. Με άλλα λόγια, πηγάζει από την ίδια τη δομή της φυλακής και η υιοθέτησή του πραγματοποιείται μέσα σε αυτήν ή έστω διαφοροποιείται ανάλογα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε σωφρονιστικού καταστήματος.[7] Η βαθύτερη ουσία του «υποπολιτισμού», σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, έγκειται στο ότι αποτελεί ένα είδος «οχυρού» των κρατουμένων, ώστε να αντιμετωπίσουν το πλήθος των στερήσεων που βιώνουν μέσα στη φυλακή.


β) θεωρία μεταφερόμενου υποπολιτισμού
Η δεύτερη θεωρία, του μεταφερόμενου υποπολιτισμού (importation hypothesis), βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης. Το κύριο χαρακτηριστικό της, όπως καθιστά εμφανές και το όνομά της, συνίσταται στο ότι η «υποκουλτούρα» της φυλακής δεν «γεννιέται» μέσα σε αυτήν αλλά μεταφέρεται από την ελεύθερη κοινωνία.[8] Υπό αυτή την έννοια, τα άτομα δεν εισέρχονται στη φυλακή ως «άγραφοι πίνακες» αλλά «κουβαλούν» ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα: αρχές, κανόνες και μορφές συμπεριφοράς, που έχουν αναπτύξει ως ελεύθεροι πολίτες.[9]

   Η θεωρία του μεταφερόμενου υποπολιτισμού, η οποία έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογική θεωρία της «πολιτιστικής διάδοσης» (cultural diffusion, με εκπροσώπους τους Elliot Smith, Fritz Graebner, Alfred Kroeber κ.λπ.) παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι βάσει αυτής ο «υποπολιτισμός» του κρατουμένου σχετίζεται άμεσα με τα βιώματα και τις εμπειρίες του εκτός φυλακής αλλά και γενικότερα με τη χαρακτηριζόμενη «προ-ιδρυματική κοινωνικοποίησή» του, η οποία αφορά τα πρότυπα συμπεριφοράς που έχει υιοθετήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του στην ελεύθερη κοινωνία, εάν δηλαδή έχει αναπτύξει εγκληματικές μορφές συμπεριφοράς ή όχι. Το τελευταίο αυτό γεγονός εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, η ανατροφή, η εν γένει προσωπικότητα κ.λπ.[10] Συνεπώς, οι τύποι της «υποκουλτούρας» που υιοθετούνται στα σωφρονιστικά καταστήματα δεν πηγάζουν από τις συνθήκες ζωής μέσα στη φυλακή αλλά είναι «νόθοι» τύποι που έχουν τις ρίζες τους στην ελεύθερη κοινωνία και «εισάγονται» από τους κρατούμενους.[11]

Εξέλιξη της θεωρίας του μεταφερόμενου υποπολιτισμού αποτέλεσε η εργασία του κοινωνιολόγου-εγκληματολόγου Donald R. Cressey και του μαθητή του, πρώην καταδίκου μάλιστα, John Irwin,[12] οι οποίοι εντόπισαν την ύπαρξη τριών «υποπολιτισμικών» ομάδων στη φυλακή: τον υποπολιτισμό των κλεφτών (thief-criminal subculture), τον υποπολιτισμό των καταδίκων (convict-prison subculture) και το νόμιμο υποπολιτισμό (legitimate subculture).  Ο πρώτος «υποπολιτισμός» δημιουργείται εκτός φυλακής και μεταφέρεται σε αυτήν από τους κρατούμενους. Η «υποπολιτισμική» ομάδα, η οποία μετέχει σε αυτόν, περιλαμβάνει τους κλέφτες, των οποίων ο αριθμός μέσα στη φυλακή είναι υψηλός. Οι κλέφτες επιδιώκουν απλώς να εκτίσουν την ποινή τους ήσυχα (χωρίς να εμπλέκονται σε φασαρίες) και όσο πιο σύντομα γίνεται. Γι’ αυτό βιώνουν τον «υποπολιτισμό» που είχαν εκτός φυλακής, δίχως να λαμβάνουν μέρος σε βίαιες συγκρούσεις και αναταραχές. Δεν επιδιώκουν να κερδίσουν κύρος και θέσεις (status και prestige) στην ιεραρχία της φυλακής. Ενδιαφέρονται μόνο να εξασφαλίσουν ορισμένες «ανέσεις» που θα κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη και υποφερτή. Οι «ανέσεις» περιλαμβάνουν την απόκτηση ραδιοφώνου, φαγητού, ενός ζευγαριού κάλτσες και άλλα παρόμοια αντικείμενα. Στον δεύτερο «υποπολιτισμό» μετέχουν κρατούμενοι που βρίσκονται στη φυλακή από την παιδική τους ηλικία, λόγω πρώιμης εγκληματικότητας. Άρα, «γεννιέται» μέσα στη φυλακή, εν αντιθέσει με τον πρώτο «υποπολιτισμό». Οι τρόφιμοι που τον απαρτίζουν είναι νέοι και ενήλικοι με εγκληματικό παρελθόν. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι προσαρμόζονται γρήγορα και σε μεγάλο βαθμό στις αρχές του σωφρονιστικού καταστήματος και προσπαθούν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτούν προς όφελος τους πρόσωπα και καταστάσεις. Παράλληλα, εμπλέκονται σε ταραχές ή στάσεις των κρατουμένων.[13]

Η τρίτη «υποπολιτισμική» ομάδα περιλαμβάνει τους διάφορους περιστασιακούς εγκληματίες (εγκληματίες πάθους, φοροφυγάδες, δράστες τροχαίων ατυχημάτων κ.λπ.), οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους «καλοί φυλακισμένοι» (good prisoners), γιατί προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τα πρότυπα που επικρατούν τόσο εκτός όσο και εντός.[14] Έχουν το δικό τους «υποπολιτισμό» που συντηρούν στο χώρο της φυλακής αλλά ταυτόχρονα συμμορφώνονται στους κανόνες που διέπουν το σωφρονιστικό κατάστημα. Συνεργάζονται με το φυλακτικό προσωπικό για την τήρηση της τάξης ή τουλάχιστον παραμένουν αμέτοχοι σε εξεγέρσεις και κάθε είδους ταραχές. Μέσω της διερεύνησης των τριών αυτών «υποπολιτισμών» έρχεται στην επιφάνεια ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο: η ισχυρή παρουσία στο χώρο των φυλακών «ετικετών» και «ταμπελών» που δίνονται στους κρατούμενους, είτε από συγκρατούμενους είτε από το σωφρονιστικό προσωπικό, για να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά τους και η γενικότερη στάση τους (π.χ. «καλός», «κακός» κρατούμενος).[15] 

γγ) θεωρία συνθετική
Είναι άξιο επισημάνσεως ότι από το τέλος της δεκαετίας του 60 άρχισε να γίνεται αποδεκτό ότι τα παραπάνω μοντέλα δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά συμπληρωματικά.  Έτσι, στη δεκαετία του 70 επιχειρήθηκε μία προσπάθεια συγκερασμού των θεωριών του ενδογενούς υποπολιτισμού και μεταφερόμενου υποπολιτισμού. Πρόκειται για το συνθετικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά του κρατουμένου διαμορφώνεται υπό την επίδραση τόσο προ-ιδρυματικών εμπειριών (π.χ. κοινωνικό παρελθόν) όσο και ιδρυματικών παραγόντων (π.χ. το είδος της φυλακής) αλλά και μετα-ιδρυματικών (π.χ. προοπτική εργασίας μετά την αποφυλάκιση).[16]

Κατά συνέπεια, η απάντηση στο ερώτημα εάν είναι «εισαγόμενη» ή «μεταφερόμενη» η «υποκουλτούρα» των φυλακών δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη αλλά συνθετική. Υιοθετώντας αυτή την άποψη, πρεσβεύω και εγώ στη μελέτη μου ότι ο «υποπολιτισμός» καθορίζεται από μία πληθώρα παραγόντων. Από τη μία πλευρά, διαμορφώνεται από τα βιώματα, το αξιακό σύστημα και τις γενικότερες αντιλήψεις των εγκλείστων, που μεταφέρουν από την προηγούμενη ζωή τους εκτός φυλακής. Από την άλλη πλευρά, όλα αυτά τα στοιχεία «εμπλουτίζονται» μέσα στη φυλακή, ανάλογα με το χρόνο παραμονής, το διαπραχθέν αδίκημα και τις ξεχωριστές εμπειρίες που βιώνουν οι τρόφιμοι. Ταυτόχρονα θεωρώ ότι ο «υποπολιτισμός» αποκτά τη βαθύτερη ουσία του στο πλαίσιο κάθε σωφρονιστικού καταστήματος, γιατί η επιβαλλόμενη μορφή μεταχείρισης, οι στάσεις και η συμπεριφορά των σωφρονιστικών υπαλλήλων, ασκούν καταλυτικές επιδράσεις στο «μικρόκοσμο» των κρατουμένων.

Επομένως, στοχεύοντας στην ανάλυση του «υποπολιτισμού» των σύγχρονων φυλακών στηρίζομαι στη θεωρία της αλληλεπίδρασης.[17] Βάσει αυτής, ο κοινωνικός εαυτός αποκτάται μέσα από συμβολικές αλληλεπιδράσεις, δηλαδή μέσω μίας σημαντικής διαδικασίας κατά την οποία οι υποκειμενικές εμπειρίες των ατόμων γίνονται αντικειμενικές με την αμοιβαία αποδοχή συμβόλων.[18] Συμπερασματικά, ο κρατούμενος φέρει τόσα τα «σημάδια» του πολιτισμού στον οποίο ανήκει εκτός φυλακής και δέχεται τις ισχυρές επιδράσεις του συστήματος της φυλακής. Το γεγονός ότι σταδιακά όλοι οι τρόφιμοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό γίνονται «κομμάτια» του «υποπολιτισμού» της φυλακής είναι αδιαμφισβήτητο και οφείλεται στον (συνειδητό και ασυνείδητο) φόβο περιθωριοποίησης, γιατί οι παρεκκλίσεις τιμωρούνται σκληρά.

Σημείωση: Οι εκπαιδευτικές μας δράσεις στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, για την περίοδο 2017-18, ολοκληρώνονται την Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018 και αρχές Οκτωβρίου ξεκινάμε, πολύ δυναμικά, τους νέους κύκλους σεμιναριακών μας μαθημάτων, για την περίοδο 2018-2019. Πληροφορίες για τις εκπαιδευτικές και ερευνητικές μας δράσεις στο mail μου: kardaraa@gmail.com και στην επίσημη σελίδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος http://e-keme.gr/
Σας ευχαριστούμε θερμά!!




[1] Κ. Σπινέλλη Εγκληματολογία: Σύγχρονες και Παλαιότερες Κατευθύνσεις, 2η αναθεωρημένη έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 2005.σελ. 253.
[2] Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα: Παπαζήσης, 1994, σελ. 245.
[3] G.M. Sykes, The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison, Princeton: Princeton University Press, 1958, σελ. 66.
[4] E. Goffman, Asylums Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, N. York: Anchor, 1961, σσ. 67-68.  
[5] Μ. Μαυρής, Το Πανοπτικό του Χρόνου: Η διαχείριση του Χρόνου σε Συνθήκες Μακροχρόνιας Στέρησης της Ελευθερίας. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δάρδανος, 2003, σσ. 57-58. Επίσης, βλ. σχετικά Σ. Βανδώρος, «Στη Δίνη του ‘Χαμένου’ Χρόνου: Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα από μια Έρευνα στις Ανδρικές Φυλακές του Αγίου Στεφάνου Πατρών», ΤΟ ΒΗΜΑ, 11-01-2004, σελ. SΟ7.
[6] Σ. Κοδέλλας, Ένα Καταδικασμένο Κοινό; Μια μελέτη για τη Χρήση των Μ.Μ.Ε. από τους Φυλακισμένους, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 198.
[7] Ν. Κουράκης, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες: Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1991, σσ. 19-20.
[8] Ε. Λαμπροπούλου, ό.π., σελ. 248.
[9] T.G. Blomberg, K. Lucken, American Penology: A History of Control, N. Brunswick and London: Aldine Transaction, 2006, σελ. 124.
[10] Ν. Κουράκης, ό.π., σελ. 21.
[11] Σ. Κοδέλλας, ό.π., σσ. 89-90.
[12] J. Irwin, The Felon, Berkley, L. Angeles and London: University of California Press, 1970, σσ. 63-64.
[13] T.G. Blomberg, K. Lucken, ό.π., σσ. 124-125.
[14] Ό.π., σελ. 125.
[15] Ν. Κουράκης, ό.π., σελ. 22.
[16] Ε. Λαμπροπούλου, ό.π., σσ. 250-252.
[17] Ν. Κουράκης, ό.π., σελ. 24.
[18] B.G. Blount (επιμ), Language, Culture and Society: A Book of Readings, 2η έκδ. Long Grove, Illinois: Waveland Press, 1995, σελ. 6.
_