«Έχω Κρεμάσει την Κάπα μου»: Ο Alket Rizai Μιλά για την Απόδραση με το Ελικόπτερο 12 Χρόνια Μετά

Πριν από 12 χρόνια, το απόγευμα της Κυριακής 6 Ιουνίου 2006, γύρω στις 18:30, ένα μικρό ιδιωτικό ελικόπτερο προσγειώνεται στο προαύλιο της Ε΄ Πτέρυγας των ανδρικών φυλακών
Κορυδαλλού, προκειμένου να παραλάβει δύο φυλακισμένους - τον Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Alket Rizai. Θα είναι η πρώτη απόδραση με ελικόπτερο στην Ελλάδα.
Ο πιλότος του ελικοπτέρου, μια εβδομάδα μετά την απόδραση θα καταθέσει: «Ένας άνδρας και δύο γυναίκες νοίκιασαν το ελικόπτερο από τον Άγιο Κοσμά για μια βόλτα πάνω από την Αθήνα». Την ημέρα της απόδρασης, «ο ίδιος άνδρας, μαζί με ένα δεύτερο άνδρα, εμφανίστηκαν και πάλι στον Άγιο Κοσμά και ζήτησαν επίσης να κάνουν βόλτα, πληρώνοντας προκαταβολικά για την ενοικίαση του ελικοπτέρου 1.400 ευρώ. Λίγα λεπτά μετά την απογείωση, με απείλησαν με πιστόλι και χειροβομβίδα και με υποχρέωσαν να προσγειωθώ στο προαύλιο του Κορυδαλλού, απ’ όπου πήρα τους δύο κρατουμένους». Οι δύο άνδρες για τους οποίους έκανε λόγο ο πιλότος ήταν ο 38χρονος Αλβανός Gentian Papa και ο 26χρονος Έλληνας Σπύρος Δραβίλας. Ο Σπύρος Δραβίλας, αφού συλληφθεί στα τέλη Αυγούστου του 2008, θα παραμείνει στη φυλακή μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2013. Θα παραβιάσει την τακτική άδεια που του είχε δοθεί, θα ζήσει για δύο χρόνια ως δραπέτης των ελληνικών φυλακών. Στις 29 Μαΐου 2015, θα δώσει τέλος στη ζωή του, τοποθετώντας την κάνη ενός καλάσνικοφ στο στόμα του, προκειμένου να μη συλληφθεί, όταν δυνάμεις των ΕΚΑΜ περικύκλωσαν το σπίτι όπου διέμενε.
Το ελικόπτερο θα αφήσει τους δυο δραπέτες δίπλα στο νεκροταφείο του Σχιστού, στον Πειραιά. Η διαφυγή τους θα συνεχιστεί με δύο μοτοσικλέτες που τους περίμεναν και οι οποίες θα βρεθούν εγκαταλειμμένες αργότερα στην περιοχή του Σκαραμαγκά. Την επιχείρηση εντοπισμού τους θα αναλάβει προσωπικά ο επιτελάρχης του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, Βασίλης Τσιατούρας.
Ο Alket Rizai συνελήφθη στις 8 Σεπτεμβρίου του 2006 στο χωριό Πρόδρομος Βοιωτίας όπου κρυβόταν, ενώ για τον Βασίλη Παλαιοκώστα η περιπέτεια θα διακοπεί, για μερικούς μήνες, στις 20 Αυγούστου του 2008 στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Ως ηθικός αυτουργός και χρηματοδότης της επιχείρησης θα κατηγορηθεί ο Βασίλης Στεφανάκος, μια από τις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής παραβατικής οικονομίας, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν καταζητούμενος. Ο Βασίλης Στεφανάκος, αφού συλληφθεί τον Γενάρη του 2008, έπειτα από δυο χρόνια φυγοδικίας, θα παραμείνει για σχεδόν μια δεκαετία έγκλειστος σε διάφορες φυλακές της χώρας. Τον Αύγουστο του 2016 θα αποφυλακιστεί και τον Γενάρη του 2018 θα πέσει νεκρός από τις 22 σφαίρες ενός καλάσνικοφ το οποίο φαίνεται να υλοποίησε τους όρους κάποιου συμβολαίου θανάτου εις βάρος του.
«Θα μπορούσα να έχω αποδράσει και πιο νωρίς, όμως περίμενα να τελειώσει το εφετείο. Μόλις τελείωσε το εφετείο και δεν αθωώθηκα, αποφάσισα να φύγω. Γι’ αυτό απέδρασα»
Οι Rizai και Παλαιοκώστας θα αποδράσουν και δεύτερη φορά, στις 22 Φλεβάρη του 2009. Η απόδραση θα γίνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πάλι με ελικόπτερο. Οι δυο τους είχαν μεταχθεί προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού, καθώς εξελισσόταν η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό της πρώτης τους απόδρασης. Ο Βασίλης Παλαιοκώστας έκτοτε δεν έχει πέσει ξανά στα χέρια της Αστυνομίας. Ο Rizai θα συλληφθεί στις 16 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Rizai, με εξαίρεση αυτές τις δύο ολιγόμηνες αποδράσεις του, βρίσκεται επό 15 ολόκληρα χρόνια στη φυλακή. Δώδεκα χρόνια μετά από εκείνη την απόδραση, μιλάει στο VICE για τους λόγους που τον οδήγησαν τότε σε εκείνη την απόφαση, για την εμπειρία του ως δραπέτης και για τη διάθεσή του να επανενταχτεί ομαλά στην κοινωνία, καθώς έχει πια, όπως λέει, «κρεμάσει την κάπα» του.
Μιλάει ο πιλότος στον ασύρματο, χραπ -τρώει μία- και του λένε «Πάμε Κορυδαλλό». «Τι θα κάνουμε στον Κορυδαλλό, ρε παιδιά;». «Θα πάμε να πάρουμε δυο παιδιά». «Εντάξει», λέει, «πάμε».
VICE: Σε μια συνέντευξή σου πριν από κάποια χρόνια, είχες πει ότι ο λόγος που απέδρασες ήταν ότι ήσουν άδικα στη φυλακή.
Alket Rizai: Όταν λέω άδικα, εννοώ σε σχέση με τις υποθέσεις που με χρεώνουν. Δηλαδή, για τις δολοφονίες. Δεν λέω ότι δεν έχω κάνει παρανομίες, αλλά δεν έχω σχέση με τις συγκεκριμένες δολοφονίες. Με κατηγόρησαν και με καταδίκασαν, επειδή είχε ο διοικητής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών προηγούμενα μαζί μου.
Έτρωγα σε μια ταβέρνα στο Συκούριο και βλέπω στην τηλεόραση τη φάτσα μου, ότι είμαι καταζητούμενος. Παίρνω τον δικηγόρο μου τηλέφωνο και τον ρωτάω τι είναι αυτό. Του ζητάω το τηλέφωνό του τότε διοικητή του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Παίρνω τηλέφωνο και του λέω «Τι είναι αυτά;». Μου λέει επί λέξει: «Άκου, πουτάνα Αλβανέ, ή εξαφανίζεσαι από την Ελλάδα ή θα σε φορτώσω φόνους. Ή θα πας φυλακή ισόβια», μου λέει, «ή πεθαμένος». Του λέω: «Άκου, φυλακή μπορεί να με βάλεις, αλλά για το πεθαμένος», του λέω, «όπου γουστάρεις ραντεβού». «Όχι, μάγκα μου», μου λέει, «θα σε βρω εγώ».
Τέλος πάντων, πηγαίνω Αθήνα και πάω μετά από δυο μέρες και δίνω κανονικά το «παρών» στο Τμήμα, επειδή είχα περιοριστικούς όρους για άλλη υπόθεση. Επειδή σκέφτηκα ότι δεν είναι τίποτα, αφού δεν έχω κάνει κάτι. Παρόλο που υποτίθεται ότι υπήρχε ένταλμα, δεν με κράτησαν, αλλά με συλλάβανε μερικές μέρες μετά.
Μη στα πολυλογώ, στο δικαστήριο πήγα όλα τα στοιχεία που έδειχναν ότι είμαι αθώος, παρόλα αυτά με καταδίκασαν σε ισόβια. Θα μπορούσα να έχω αποδράσει και πιο νωρίς, όμως περίμενα να τελειώσει το εφετείο. Μόλις τελείωσε το εφετείο και δεν αθωώθηκα, αποφάσισα να φύγω. Γι’ αυτό απέδρασα.
Πώς οργανώσατε την απόδραση;
Τότε ήμουν κρατούμενος στις φυλακές της Πάτρας και με πήγαν για το δικαστήριο αυτό στον Κορυδαλλό. Βρισκόμαστε με τον Μπίλι (σσ: τον Βασίλη Παλαιοκώστα), συζητάμε, του λέω έτσι και έτσι. Του λέω «Μπίλι, τι θα κάνουμε;». Μου λέει, «Εντάξει, μέσα είμαι». Λέμε στον συγχωρεμένο τον Δραβίλα να το κάνει (σ.σ.: το ελικόπτερο) μια βόλτα, έτσι, για να δούμε. Το κάνει μια βόλτα και βλέπει ότι δεν υπάρχει ούτε έλεγχος, ούτε τίποτα. Λέει στον πιλότο «Θέλω να κάνω μια έκπληξη σε έναν φίλο μου που έχει γάμο. Μπορούμε;». «Αν θες», του λέει «και στην ταράτσα του σπιτιού του μπορούμε να το προσγειώσουμε, αρκεί να μην έχει δέντρα για 13 τετραγωνικά». Είδε, επίσης, ότι ο πιλότος μιλούσε στον ασύρματο τρεις φορές: Μία όταν σηκωνόταν, μία ενδιάμεσα για τη διαδρομή και μία προτού προσγειωθεί. Είδαμε με τον Μπίλι ότι γίνεται και το βάλαμε μπρος. Μιλάω και με έναν ξάδερφό μου και του λέω, «Είσαι μέσα;». Μου λέει, «Μέσα είμαι, αλλά με μια προϋπόθεση. Θα κανονίσεις πρώτα να φάω γαρίδες σε ένα καλό εστιατόριο και να πάω με ένα μοντέλο, επειδή μετά από αυτό δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει. Μπορεί και να πεθάνω». «Μη φοβάσαι», του λέω, «αν πάρετε τον αέρα του πιλότου, όλα καλά θα πάνε».
Τότε γινόταν και το Ράλι Ακρόπολις και υπήρχαν και πολλά άλλα ελικόπτερα εκείνη την ώρα. Παίρνουν, λοιπόν, το ελικόπτερο, ανεβαίνουν πάνω και μόλις σηκώνονται από τον Άγιο Κοσμά και μιλάει ο πιλότος στον ασύρματο, χραπ -εκεί τρώει μία-, του βγάζουν το ακουστικό και του λένε «Πάμε Κορυδαλλό». Λέει, «Τι θα κάνουμε στον Κορυδαλλό, ρε παιδιά;». Του λένε, «Θα πάμε να πάρουμε δυο παιδιά». «Εντάξει», λέει, «πάμε». Εντωμεταξύ, είχαμε μάθει εμείς ότι δεν πρέπει να «κάτσει» το ελικόπτερο, επειδή σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να σβήσει τις μηχανές και του είπαν να το κρατήσει μερικούς πόντους πάνω από το έδαφος.
Σε ποια πτέρυγα ήσασταν και πώς ήξερε πού ακριβώς να προσγειωθεί;
Στην Ε΄ Πτέρυγα ήμασταν. Ο συγχωρεμένος (σ.σ.: Σπύρος Δραβίλας) ήξερε πώς είναι το μέρος και πού θα το προσγειώσει. Είχαμε, όμως, και μια κόκκινη σημαία του Che Guevara που φαινόταν από ψηλά. Στο προαύλιο κάτω είχε χώμα και από τον αέρα που έκανε το ελικόπτερο έγινε χαμός και δεν βλέπαμε ούτε ο ένας τον άλλον. Όπως σηκώθηκε, του λέμε «Πάμε πίσω από το Σχιστό», που είναι το νεκροταφείο. Εκεί δεν ήταν κανένας να μας περιμένει. Ήταν μόνο δύο μηχανές, που τις είχαν κρύψει σε κάτι χόρτα. Μόλις κατεβαίνουμε, εγώ με ένα μπιτόνι βενζίνη προσπάθησα να βάλω φωτιά στο ελικόπτερο, αλλά ο πιλότος δεν κατέβαινε. Του έλεγα, «Ρε μαλάκα, κατέβα» και αυτός μου έλεγε «Όχι, δεν κατεβαίνω». Εγώ φοβόμουν μη σηκωθεί πάλι και μας κυνηγήσει. Έριξα τελικά μια κλοτσιά στον λεβιέ, τράβηξα και κάτι καλώδια, για να το χαλάσω, πήραμε τις μηχανές και εξαφανιζόλ.


vice.com
_