Γάλλοι επιστήμονες ανακάλυψαν τι προκαλεί το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών


Την πραγματική αιτία του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο προκαλεί υπογονιμότητα σε χιλιάδες γυναίκες, παγκοσμίως υποστηρίζουν ότι βρήκαν Γάλλοι ερευνητές.

Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΩ) είναι μια από τις πιο συνηθισμένες ενδοκρινικές διαταραχές στη γυναίκα. Είναι μια πολύπλοκη, ετερογενής διαταραχή με ασαφή αίτια, αλλά υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι σε μεγάλο βαθμό έχει γενετικό υπόβαθρο. Μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του είναι: οι διαταραχές περιόδου, η ακμή και η ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο σώμα, το αυξημένο σωματικό βάρος και η κατάθλιψη.

Για χρόνια, οι επιστήμονες υπέθεταν ότι το σύνδρομο πηγάζει από τις ωοθήκες, αλλά πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι ενδεχομένως να ξεκινά από τον εγκέφαλο.

Όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του επιστημονικού εντύπου «Nature Medicine», ομάδα ειδικών από το Πανεπιστήμιο της Λιλ διατυπώνει μια νέα θεωρία που ισορροπεί ανάμεσα στις δύο απόψεις. Υποστηρίζουν ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ξεκινά πολύ πριν τη γέννηση του κοριτσιού.

Βάση αυτή της νέας θεωρίας είναι η υπόθεση ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών εκδηλώνεται όταν μια ορμόνη που παράγεται στις ωοθήκες αλληλεπιδρά με μια ομάδα νευρώνων στον εγκέφαλο της μητέρας.

Η αλληλεπίδραση πυροδοτεί μια σειρά γεγονότων, που διαταράσσουν ένζυμα του πλακούντα και τελικά προκαλούν τη συμπτωματολογία του συνδρόμου στους απογόνους. Και δεδομένου ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι εν μέρει κληρονομικό, η θεωρία των Γάλλων ερευνητών κρίνεται ως βάσιμη.

Οι ειδικοί εστίασαν στην ορμόνη antimüllerian (AMH), η οποία παράγεται από τα ωοθυλάκια. Παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι η AMH μπορεί να αλληλεπιδράσει με νευρώνες στον εγκέφαλο κάτι που με τη σειρά του κάνει την υπόφυση να εκκρίνει την ωχρινοτρόπο ορμόνη, την ίδια ορμόνη δηλαδή που σε συγκεκριμένη στιγμή το μήνα προκαλεί την ωορρηξία.

Όμως, οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών έχουν διαρκώς υψηλά επίπεδα της ωχρινοτρόπου ορμόνης, με αποτέλεσμα την αναστολή της ωορρηξίας και την ενίσχυση της έκκρισης τεστοστερόνης.

Για να αξιολογήσουν περαιτέρω το ρόλο της AMH οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από τέσσερις ομάδες γυναικών που διένυαν το δεύτερο τρίμηνο της κύησης. Σε αυτές τις τέσσερις ομάδες περιλαμβάνονταν παχύσαρκες και μη γυναίκες με και χωρίς σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Προς έκπληξη όλων, οι μη παχύσαρκες πάσχουσες από το σύνδρομο είχαν δύο με τρεις φορές υψηλότερα επίπεδα AMH, συγκριτικά με τις άλλες ομάδες.

Στη συνέχεια μελέτησαν ζωικά μοντέλα για να δουν πώς αυτά τα υψηλά επίπεδα της ορμόνης επηρέαζαν τους θηλυκούς απογόνους. Χορήγησαν λοιπόν σε έγκυα ποντίκια AMH, ώστε να μιμηθούν την ορμονική ανισορροπία των γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η γενιά των θηλυκών ποντικιών που προέκυψε είχε συμπτώματα όμοια με αυτά του συνδρόμου, δηλαδή αυξημένη τεστοστερόνη και διαταραχές ωορρηξίας.

Οι ερευνητές πιστεύουν λοιπόν ότι αυτό συμβαίνει επειδή η πολλή AMH αναστέλλει την αρωματάση στον πλακούντα, που συνήθως μετατρέπει την τεστοστερόνη σε οιστρογόνα. Αν αυτή η μετατροπή δεν γίνει σωστά, το έμβρυο μπορεί να εκτεθεί σε υπερβολικά πολλή τεστοστερόνη, με αποτέλεσμα κίνδυνο ορμονικών αλλαγών.

«Προς το παρόν είναι άγνωστο αν όλα αυτά συμβαίνουν και στους ανθρώπους, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί», σχολιάζει ο Τζέφρι Τσανγκ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο.


Πηγή: in.gr
_