Πόλα Ρούπα - Νίκος Μαζιώτης: Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι ζωντανός μέσα από εμάς



 Η Πόλα Ρούπα και ο Νίκος Μαζιώτης γράφουν στην ιστοσελίδα indymedia για τον Επαναστατικό Αγώνα



Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΗ,
ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ.

18 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Επαναστατικός Αγώνας ανέκαθεν ιεραρχούσε ως πρωτεύον ζήτημα την ενασχόληση, την ανάλυση της ιστορικής οικονομικής και πολιτικής περιόδου μέσω της οποίας διαμόρφωνε όλη την στρατηγική του. Αυτό είναι το λυτρωτικό πολιτικό πεδίο για τον Επαναστατικό Αγώνα και τώρα για εμάς που είμαστε φυλακή.
Τα γεγονότα σήμερα και κυρίως τα οικονομικά και πολιτικά γεγονότα στο αμέσως επόμενο διάστημα σε παγκόσμιο επίπεδο, εγκυμονούν εξελίξεις και στην χώρα μας πολύ σοβαρές. Πλην όμως σε αυτή η ιστορική αποστολή που έχουμε, την τόσο ‘‘εσωστρεφή’’ (sic), δεχόμαστε παρεμβολές… στις οποίες, δυστυχώς για εμάς και για τον πολιτικό μας χρόνο ο οποίος είναι ιδιαίτερα πυκνός, παρά το γεγονός ότι είμαστε στην φυλακή και δεν μας περισσεύει, δεν μπορούμε να τις αφήσουμε αναπάντητες. Και αυτό γιατί φαινόμενα ηττοπάθειας, μετάνοιας, αποκήρυξης που εμφανίζονται και μάλιστα με δυναμικό τρόπο στις ‘‘γραμμές’’ της οργάνωσης, στρεφόμενα ενάντιά της οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε. Ιδίως γιατί ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν και είναι η κατεξοχήν πολιτική έκφραση της έμπρακτης απάντησης στην ήττα και την παραίτηση από την προοπττική της καθεστωτικής ανατροπής και της Κοινωνικής Επανάστασης, απ’ όπου και αν αυτή η ηττοπάθεια προέρχεται.
Η τελευταία γραπτή παρέμβαση του μετανοημένου πρώην μέλους του Επαναστατικού Αγώνα βρίθει υβριστικών χαρακτηρισμών – προφανώς παραμένει εκτός εαυτού – προσδίδοντας ένα παραληρηματικό χαρακτήρα στην δήλωσή του, δείγμα προφανώς, του απόλυτου αδιεξόδου του και της αφόρητης γι’ αυτόν πλέον εμπάθειας όχι προς εμάς προσωπικά, παρόλο που έχει προσωπικό χαρακτήρα η επίθεσή του τόσο αυτή όσο και οι προηγούμενες. Η τόσο έντονη εμπάθεια αφορά σε αυτό που ο ίδιος ήταν κάποτε, το οποίο ο ίδιος το ‘‘σκότωσε’’, πλην όμως αυτό συνεχίζει να υπάρχει έξω και πέρα από τον ίδιο. Είναι το πλέον σύνηθες στην σύγχρονη επαναστατική ιστορία οι ηττημένοι και μετανοημένοι να βγάζουν το μένος τους προς αυτούς που δεν ηττώνται, δεν παραιτούνται από τον αγώνα, χτυπώντας τους κατά βάση, πισώπλατα. Μέσα – και από το πίσω τμήμα – των ‘‘γραμμών‘’ τους. Κάποτε οι ‘‘γραμμές’’ ήταν πιο καθαρές. Τώρα η διάχυση της ηττοπάθειας, της συνδιαλλαγής με την εξουσία, του εναλλακτισμού έχει δημιουργήσει έδαφος νομιμοποίησης αυτών των θέσεων και ασυλίας των προσώπων.
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι μετά την δημόσια επίθεση που έκανε στον Μαζιώτη στο δικαστήριο στις 30/6 και τις δημόσιες απειλές του ότι ο Μαζιώτης είναι ανεπιθύμητος σε όλες τις πτέρυγες του Κορυδαλλού, προχώρησε και τρίτη φορά να απειλεί δημοσίως, καλώντας (ποιούς άραγε; Το ‘‘κίνημα’’ στο οποίο απευθύνεται, αναθεματίζοντας δήθεν την ‘‘εσωστρέφεια’’;) σε ‘‘δυναμική αντιμετώπιση’’ των ‘‘παθογενών καταστάσεων’’, στις οποίες θέτει εμάς στο επίκεντρο. Από πού άραγε αντλεί αυτό το θράσος;
Ένας μετανοημένος που προσφάτως επικύρωσε την μετάνοιά του το ίδιο το κράτος παραχωρώντας του την άδεια που του αρνιόταν για ένα χρόνο και την οποία δεν ξέρει ούτε ο ίδιος πώς να δικαιολογήσει (ενώ κατά τον ίδιο την άδεια την πήρε γιατί άλλαξε εισαγγελέας στον Κορυδαλλό, παράλληλα είναι και ‘‘νίκη’’ του αγώνα για τις άδειες ο οποίος αγώνας – εκ του δικού του συμπεράσματος – ήταν χωρίς αντικείμενο, αφού ήταν απλώς ζήτημα μιας εμμονικής εισαγγελέως).

Πώς έχει τόσο απύθμενο θράσος να μας απειλεί κατ’ επανάληψη; Αν δεν είχε συμπαραστάτες στον μόνο ‘‘αγώνα’’ που διεξάγει τα τελευταία χρόνια (εκτός από το ζήτημα της άδειάς του) και για τον οποίο ‘‘αγώνα’’ ακούσαμε ξανά την φωνή του στο δικαστήριο και όχι μόνο, δεν θα προέβαινε σε αυτές τις πράξεις, τις δηλώσεις και τις απειλές. Εδώ δεν πρόκειται για πολιτική αντιπαράθεση πλέον. Πρόκειται για βούρκο. Και όποιος παρέχει κάλυψη σε μετανοημένους, σε απειλές και σε μεθόδους μαφιόζικης αντιμετώπισης καταστάσεων, προφανώς και προσώπων, (δηλαδή των δικών μας προσώπων αφού εμείς είμαστε ο εχθρός), και κυρίως όποιος και όποιοι παρέχουν εγγυήσεις για την πραγμάτωση των απειλών που εξαπολύει, είναι ταυτισμένοι μαζί του. Να χαιρόμαστε την νέα ‘‘δυναμική’’ τάση του χώρου, εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα. Μόνο που πρέπει να γνωρίζουν ότι πλανώνται πλάνην οικτρά.
Όσο για την άποψή μας: Είναι αξιολύπητος. Και ας μην διανοηθεί κανείς να βάλει σε εφαρμογή οποιουδήποτε είδους απειλή απ’ όσα λέει ο μετανοημένος. Και ας σταματήσουν τις προκλήσεις γιατί δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Προφανώς και δεν έχουν καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Λόγω αμετροέπειας βρέθηκε στην θέση που βρέθηκε, λόγω αμετροέπειας κάνει αυτές τις δηλώσεις. Λόγω αμετροέπειας απειλεί δημόσια. Και είναι μεγάλο πρόβλημα πάντα στον αγώνα, να μην έχει κάποιος επίγνωση των ορίων του.
Παρά τα παραπάνω θλιβερά, είμαστε υποχρεωμένοι εκ πολιτικής θέσεως να μιλήσουμε ξανά. Ούτως ή άλλως έχει προκύψει πλέον ένα ζήτημα όπου καθιστά διττό το επίπεδο της αντιπαράθεσης για εμάς, αφού έχει στηθεί – με τις ιδιάζουσες απειλές – απέναντί μας ένα πολεμικό πεδίο με σημαία την ‘‘ήττα της οργάνωσής μας’’, το οποίο πεδίο - ιδίως – με τα ‘‘δυναμικά’’ χαρακτηριστικά που διατρανώνει ότι θα λάβει, αλλά και με αυτά που έχει ήδη πάρει, λειτουργεί ως πολιτικό παρακράτος που αναζητά τρόπους αντιμετώπισης του Επαναστατικού Αγώνα, πλάι και συμπληρωματικά με το κρατικό μέτωπο. Μάλιστα, και με βάση το τελευταίο ‘‘πολεμικό ανακοινωθέν’’ του μετανοημένου, αυτό το ιδιαίτερο ‘‘μέτωπο’’ υπέρ της ήττας - η οποία ήττα είναι κυρίαρχη σε όλο το κείμενο, ενδεδυμένη ως είθισται τον μανδύα του ‘‘ρεαλισμού’’ και της ‘‘πολιτικής γείωσης’’-,διευρύνεται και το πεδίο της αναμέτρησης της οποίας έχει μπει σημαιοφόρος, διεκδικώντας πλέον την καθολική επιβολή της ηττοπάθειας μέσω ‘‘της δυναμικής αντιμετώπισης των παθογενών καταστάσεων της επαναστατικής πλειοδοσίας’’.
Αυτή είναι μια δήλωση εμφυλίου του οποίου ο ίδιος έχει λάβει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Όλη η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα από τότε που δημιουργήθηκε είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πόλεμο ενάντια στην πολιτική και κοινωνική ηττοπάθεια.
Το 2003 όταν όλοι φώναζαν πόσο ανεδαφικό ήταν να προχωρά κανείς στην επιλογή της ένοπλης δράσης - συνθήκη που αφορούσε και τον χώρο – ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν μια έμπρακτη απάντηση και αμφισβήτηση αυτής της συνθήκης η οποία καθιστούσε σημαντικό παράγοντα την ηττοπάθεια σε οργανωμένα ένοπλα εγχειρήματα ενάντια στο καθεστώς. Και όπως λέγαμε και τότε, η κατίσχυση του κράτους επί της ένοπλης δράσης δεν αφορούσε μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο αλλά αφορούσε στο ίδιο το πρόταγμα της επαναστατικής προοπτικής στην κοινωνία. Κόντρα και μόνοι στις τότε συνθήκες, αυτό το σπάσαμε.
Την ίδια περίοδο ήταν κανόνας η αδυναμία σύνδεσης και επικοινωνίας του χώρου με την κοινωνία.
Την επικοινωνία αυτή την κατάφερε ο Επαναστατικός Αγώνας με τον πλέον σφαιρικό πολιτικά τρόπο, θέτοντας συγχρόνως το επαναστατικό πρόταγμα σε μια από τις πλέον ‘‘άγουρες’’ πολιτικά και κοινωνικά περιόδους. Τα παραπάνω έχουν αναγνωριστεί από κάποιους τουλάχιστον στον χώρο, οι οποίοι είχαν καταθέσει ως μάρτυρες υπεράσπισης των μελών του Επαναστατικού Αγώνα στο 1ο δικαστήριο της οργάνωσης.
Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα, όπου αγωνιστές στέκονται απέναντι σε συνθήκες που δεν ευνοούν τον ανατρεπτικό αγώνα και αγωνίζονται να τις ανατρέψουν στην πράξη. Η ίδια η ύπαρξη του Επαναστατικού Αγώνα και η δράση του όλη τη δεκαετία του 2000 ήταν το κουρέλιασμα αυτής της συνθήκης αδιεξόδου για τους επαναστάτες, για τους αγωνιστές της καθεστωτικής ανατροπής.
Το 2010 το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα επαπειλούσε να καταστήσει νικητή το κράτος έναντι όχι μόνο του Επαναστατικού Αγώνα, αλλά και έναντι του ένοπλου αγώνα για την ανατροπή και την Επανάσταση και μάλιστα, σε μια κρίσιμη ιστορικά περίοδο αφού το χτύπημα αυτό συνέπεσε με την υπογραφή του 1ου μνημονίου. Η ανάληψη πολιτικής ευθύνης ήταν μια μάχη ενάντια σε κάθε καθεστωτική απόπειρα να τελειώσει τον Επαναστατικό Αγώνα και όσα πρέσβευε και πρεσβεύει.
Και γι’ αυτή την επιλογή μας βρήκαμε κάποιους απέναντί μας. Όπως επίσης, κάποιοι επέλεξαν να σταθούν απέναντί μας με αφορμή την πορεία για τον ένα χρόνο από την συμπλοκή στην Δάφνη και την δολοφονία του Λάμπρου Φούντα από μπάτσο.
Σε εκείνη την ‘‘απίστευτη αντιπαράθεση’’, όπως χαρακτηρίζει σήμερα το πρώην μέλος, αυτό που είχαμε χρέος να κάνουμε και το κάναμε, ήταν να αποτρέψουμε την σιωπή για το γεγονός ότι ο Λάμπρος Φούντας ήταν μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Μια σιωπή που ήταν κυρίαρχη. Χρειαζόταν – για όποιον θέλει να θυμάται – να διεκδικήσουμε το αυτονόητο: Ότι δηλαδή, ο Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε στο πλαίσιο της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, της οργάνωσης της οποίας ήταν μέλος. Η διεκδίκηση αυτού που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη για τον οποιονδήποτε, να μην βγει ο Φούντας από το ιστορικό πλαίσιο για το οποίο έδρασε και έχασε την ζωή του, έπρεπε να γίνει κατ’ αρχήν μέσα από μια αντιπαράθεση για το πολιτικό πλαίσιο της πορείας που θα γινόταν για την οποία επίσης, έπρεπε να διεκδικήσουμε ακόμα και το γεγονός ότι έπρεπε αν μη τι άλλο, να μας ενημερώσουν. Κάποιοι είχαν δηλώσει ρητώς την αντίθεσή τους στην επικοινωνία μαζί μας μέσω της απάντησης ότι δεν είναι υποχρεωμένη η συνέλευση που οργάνωνε την πορεία να το κάνει. Ήταν η ρητή απάντηση ότι δεν ήθελαν καμία επικοινωνία μαζί μας.
Και για όποιον επίσης, θέλει να θυμάται, σε κανέναν δεν απαγορεύσαμε να τον θυμάται όπως θέλει. Αλλά σε ένα κεντρικής σημασίας για τον σύντροφο γεγονός όπως ήταν η πορεία στις 10/3/2011, έπρεπε να διεκδικηθεί να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι ήταν μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Για την στάση που κρατήσαμε τότε και το σκεπτικό μας – για την οποία φυσικά και έχει μετανοιώσει, όπως έχει κάνει και για πολλά άλλα – μπορεί κανείς να βρει έμμεσες πλην όμως σαφείς αναφορές στην ‘‘Επιστολή των τριών φυλακισμένων μελών του Επαναστατικού Αγώνα για τον έναν χρόνο από την ένοπλη συμπλοκή της Δάφνης στην οποία έπεσε μαχόμενος ο Λάμπρος Φούντας’’ που υπάρχει στο βιβλίο με τα κείμενα από την φυλακή.
Επίσης όποιος θέλει να θυμάται, δεν θα ξεχνά πως το γεγονός ότι ‘‘πολύς κόσμος σταμάτησε να ασχολείται με την υπόθεση’’, δεν αφορούσε το γεγονός ότι εμείς που διεκδικούσαμε το αυτονόητο για τον Φούντα, ήρθαμε σε αντιπαράθεση με ορισμένους από τον χώρο, αλλά ότι αυτοί οι οποίοι επέμεναν και τότε και ακόμα επιμένουν να θέλουν τον Φούντα έξω από το ιστορικό πλαίσιο της οργάνωσης στην οποία συμμετείχε και για την οποία έχασε την ζωή του, είναι αυτοί που μας είχαν τότε κατηγορήσει ότι ασκούμε κάποιου είδους σπέκουλα στον νεκρό σύντροφο (sic).
Και όταν βγήκαμε από την φυλακή η πολιτική απάντηση δόθηκε από τα ίδια τα γεγονότα: Η πορεία για τον ένα χρόνο της συμπλοκής στη Δάφνη έγινε στην Δάφνη και όχι στο κέντρο της Αθήνας όπως ζητήσουμε εμείς τότε από την φυλακή, γεγονός που θα αναδείκνυε την πολιτική σημασία του συντρόφου συνολικά στον αγώνα.
Για εμάς τότε η πορεία στην Δάφνη ήταν μια πορεία μνήμης. Παρόλο που διαφωνούσαμε ως προς το μέρος της πορείας και ζητήσαμε να γίνει και μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας, την στηρίξαμε.
Τον Μάρτη του 2012 που είχαμε βγει από την φυλακή, οργανώθηκε μια πορεία που αντιστοιχούμε πραγματικά στην υπόθεση αυτή η οποία είχε κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα και το πολιτικό πλαίσιο ήταν σε αναλογία με τα ιστορικά γεγονότα.
Μια μεγάλη πορεία με 2.000 άτομα στο κέντρο της Αθήνας, της οποίας η αριθμητική συμμετοχή από τον χώρο δεν καθορίστηκε από τις αντιπαραθέσεις του 2011 όταν είμαστε στη φυλακή. Τότε, από την πορεία του 2012 απουσιάζουν τα οργανωμένα κομμάτια του χώρου, για λόγους όμως που δεν αφορούσαν ό,τι προηγήθηκε ένα χρόνο πριν, αλλά από τη συνολική θέση για την επιλογή του ένοπλου αγώνα που προϋπήρχε .
Όσο για την αναφορά ότι ‘‘σήμερα ο Λάμπρος Φούντας ξαναθάφτηκε’’ και μάλιστα όχι από κάποιον τυχάρπαστο του αντιπάλου στρατοπέδου, αλλά από κάποιον που ως τώρα διατεινόταν ότι ‘‘ο νεκρός σύντροφος ήταν όλος δικός του’’ προφανώς αναφέρεται στον Μαζιώτη.
Ας μην αναφερθούμε στον παραλογισμό ο ‘‘νεκρός σύντροφος ήταν όλος δικός του’’, αλλά να θυμίσουμε κάτι που ίσως να μην ακούγεται στο ηχητικό, στις 30/6 όμως το είπε ο πρώην στην Ρούπα πριν αποχωρήσει από το δικαστήριο: ‘‘Χάρισμά σας’’ εννοώντας τον Επαναστατικό Αγώνα. Αυτό το είπε ως απάντηση σε όσα του έλεγε πως η οργάνωση είναι πρόσωπα και είναι όσοι συνεχίζουν, όσοι δεν παραιτούνται. Και όπως έχουμε ξαναπεί αυτός που επιχείρησε να σκοτώσει και μάλιστα οριστικά τον Λάμπρο Φούντα, ήταν ο ίδιος, μέσα από τις δηλώσεις, τις πράξεις και την στάση του μέσα από τις πολυδιάστατες και πολύμορφες διακηρύξεις της ήττας. Το γεγονός ότι μείναμε δύο για να υπερασπιζόμαστε τον Επαναστατικό Αγώνα, δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι αυτοί που εγκαταλείπουν, όχι αυτοί που δεν εγκαταλείπουν.
Πάντως αυτό που προωθούσαμε κάποτε,‘‘να γίνει ο Λάμπρος Φούντας σημαία για την επανάσταση’’, αν ο σύντροφος είχε τέτοια θέση για εμάς τουλάχιστον, τώρα ο μετανοημένος θέλει να υποστείλει τη σημαία, μαζί με την απόσυρσή του από τα επαναστατικά προτάγματα που τα παρουσιάζει πλέον ως ‘‘επαναστατική’’ πλειοδοσία, που πρέπει να εγκαταλειφθεί. Και αυτό αφού η απόσυρση της αναφοράς στον όρο επαναστάτης δεν μπορεί να μην συμπεριλαμβάνει την μήτρα της έννοιας, την επανάσταση, η οποία επίσης και ‘‘ πρέπει να αποσυρθεί ’’.
Είναι δικαίωμα του καθένα – το έχουμε ξαναγράψει – να κάνει όσες κωλοτούμπες θέλει στη ζωή του, να αποκηρύττει, να μετανοιώνει κάτω από την ‘‘πλάστιγγα της ποινικής δικαιοσύνης’’. Όταν όμως αυτή η προσωπική ήττα, αναζητά συμμάχους μέσω αφορισμών όπως η ‘‘αλόγιστη (επαναστατική) πλειοδοσία’’ για όσα κάποτε και ο ίδιος πρέσβευε και που σήμερα που ο πέλεκυς του κράτους έπεσε βαρύς απάνω του καταλήγει στο ότι ‘‘πλανηθήκαμε συλλογικά σε ένα φαντασιακό συνειδητό όπου είμαστε οι πρωταγωνιστές και οι καλύτεροι όλων’’, προφανώς και την ‘‘πλάνη’’ του τούτη στο ‘‘φαντασιακό’’ της ‘‘επαναστατικής’’ πλειοδοσίας (πόσες φορές αναφέρει αυτή την φράση!) θέλει να την κοινωνικοποιήσει, να την κάνει συλλογική υπόθεση όλου του χώρου. Είναι ώρα για να ‘‘γειωθεί’’ ο χώρος όλος στην σκληρή πραγματικότητα της ήττας που πρεσβεύει.
Και όσο για τον Λάμπρο Φούντα, με αυτές τις θέσεις τον ‘‘τιμούν’’ ως κάποιον που τον ‘‘έφαγε’’ η ‘‘αλόγιστη επαναστατική πλειοδοσία’’ και η ‘‘πλάνη και του ιδίου’’ στο ίδιο ‘‘φαντασιακό συνειδητό’’ καθώς προφανώς και ο ίδιος πίστεψε λανθασμένα ότι ήταν ‘‘πρωταγωνιστής’’ και ένας ‘‘από τους καλύτερους’’. Και που δεν ήτανε. Ποιος είναι αυτός που σκοτώνει πολιτικά και οριστικά τον Φούντα; Ο μετανοημένος με τα όσα κάνει και οι ‘‘αλληλέγγυοι’’ μαζί του. Οι ‘‘αλληλέγγυοι’’ στην ήττα, την ύβρη στον Επαναστατικό Αγώνα και τον ίδιο τον Φούντα, οι ‘‘αλληλέγγυοι’’ της ματαιότητας και της μετάνοιας.

‘‘Ποτέ μου δεν χαρακτήρισα τον εαυτό μου επαναστάτη’’.
‘‘Ποτέ δεν διανοήθηκα να αποποιηθώ την πολιτική ευθύνη για την ήττα της οργάνωσης το 2010 και πολύ περισσότερο για εκείνη την κομβική στιγμή της συμπλοκής στην Δάφνη. Τούτο το ατόπημα, είμαι βέβαιος ότι δεν θα ξεπλυθεί ποτέ στην ιστορία’’.
Με την πρώτη φράση αποκηρύττει τον εαυτό του και το παρελθόν του (ας απευθυνθεί όποιος ενδιαφέρεται στα κείμενα που είναι δημοσιευμένα από την φυλακή καθώς και στην εισαγωγή του βιβλίου για τι προκηρύξεις) και δηλώνει με έμμεσο πλην όμως σαφή τρόπο την μετάνοιά του.Με την δεύτερη, ανακηρύττει την ήττα της οργάνωσης για την οποία αναλαμβάνει ο ίδιος την πολιτική ευθύνη. Και επειδή - όπως έχουμε ήδη πει – πολιτική ευθύνη για κάτι μη πολιτικό δεν νοείται, η πολιτική ευθύνη ανάγεται στην καθολική – εννοείται και πολιτική – ήττα του Επαναστατικού Αγώνα.
Σπεύδει να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα με την δεύτερη δήλωσή του στην οποία αναφέρει: ‘‘Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η συμπλοκή στην Δάφνη, ο θάνατος του Λάμπρου Φούντα και οι μετέπειτα συλλήψεις μας ήταν μια επιχειρησιακή στρατιωτική ήττα της οργάνωσης. Για την ήττα αυτή, υπάρχουν σαφώς πολιτικές ευθύνες όλων των μελών της οργάνωσης’’.
Επειδή μάλλον θεωρεί ότι απευθύνεται σε ανοήμονες και ενώ τίποτα δεν αλλάζει το νόημα των πραγμάτων έτσι όπως τα είπε από την πρώτη του δήλωση, θα πρέπει να το κάνουμε λίγο πιο σαφές:
Για επιχειρησιακά λάθη, συλλογική πολιτική ευθύνη δεν νοείται. Πρακτικά προβλήματα και λάθη που πάντα γίνονται, δεν σημαίνει ότι έχουν πολιτικό υπόβαθρο. Όμως μπορεί να έχουν πολιτικό αποτέλεσμα αν καταλήξουν να εμποδίσουν την δράση ή αν έχουν αποτελέσματα καταστροφικά για την οργάνωση. Σε μια τέτοια περίπτωση η ευθύνη για τα λάθη αυτά είναι ατομική. Όμως τις επιπτώσεις τις πολιτικές οφείλουν να τις ‘‘σηκώσουν’’ πολιτικά όλοι. Και εκεί είναι το στοίχημα μιας τέτοιας πολιτικής συλλογικότητας: Να σηκώσουν το πολιτικό τίμημα υπερασπιζόμενοι την οργάνωσή τους στο ακέραιο όταν δέχεται το χτύπημα, ασχέτως κάτω από ποιους όρους προκλήθηκε αυτό.

Κάποιος που έχει συμμετάσχει σε μια ένοπλη οργάνωση κατανοεί πλήρως περί τίνος πράγματος μιλάμε. Κάποιον άλλον, μπορεί να τον πείσει με τις δηλώσεις του ο μετανοημένος, ότι έχει συκοφαντηθεί.
Ας φέρουμε για παράδειγμα, το οποίο να σημειώσουμε προς αποφυγή κάποιας παρεξήγησης, δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός:
Κάποια μέλη μιας οργάνωσης έχουν δώσει ένα ραντεβού μεταμεσονύχτιο για δράση. Ο ένας δεν ξυπνάει και οι άλλοι τον περιμένουν περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Παραβιάζοντας τον χρόνο ασφαλείας στην αναμονή μέσα σε ένα ερημικό μέρος, γίνονται αντιληπτοί από μπάτσους και επακολουθεί συμπλοκή.
Το γεγονός ότι τον έναν τον πήρε ο ύπνος, είναι πολιτικό ζήτημα; Για το οποίο θα πρέπει όλοι να αναλάβουν την ‘‘πολιτική ευθύνη’’; Αν το αποτέλεσμα της συμπλοκής δεν είναι υπέρ της οργάνωσης και υπάρξει νεκρός, το μη πολιτικό γεγονός της καθυστέρησης του ενός έχει πολιτικά αποτελέσματα και μάλιστα, τραγικά. Θα μπορούσε να μην τους είχε αντιληφθεί κανείς και να μην είχε γίνει τίποτα. Θα μπορούσαμε να φέρουμε άπειρα ανάλογα παραδείγματα. Ακόμα και τα κατ’ εξακολούθηση ίδια λάθη του ιδίου ατόμου, μπορεί να δημιουργούν πολιτικό πρόβλημα που όμως θα ήταν άδικο για την οργάνωση να συλλογικοποιήσει την ευθύνη. Τα άτομα έχουν τις ευθύνες τους.
Η ‘‘πολιτική ευθύνη για την ήττα της οργάνωσης το 2010’’ και για την κομβική στιγμή της συμπλοκή στην Δάφνη, της οποίας ευθύνης ο ίδιος δεν αποποιείται και μπορεί να συλλογικοποιηθεί, είναι αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη του Επαναστατικού Αγώνα.
Στην Δάφνη επιχειρήθηκε μια απαλλοτρίωση αυτοκινήτου για να γίνει μια ενέργεια στα πλαίσια της στρατηγικής δράσης του Επαναστατικού Αγώνα.
Ποιά είναι η πολιτική και μάλιστα συλλογική ευθύνη για την συμπλοκή στην Δάφνη αν όχι η ίδια η πολιτική απόφαση να γίνει η ενέργεια για την οποία χρειαζόταν ένα αυτοκίνητο;
Πολιτική ευθύνη για ‘‘στρατιωτική ήττα’’ συνιστά πολιτική ευθύνη για όλο τον πόλεμο. Ο οποίος πόλεμος είναι πολιτική: Συνιστά ευθύνη για τη απόφαση να δράσεις με τον συγκεκριμένο τρόπο, και με το συγκεκριμένο πολιτικό-στρατιωτικό πλαίσιο και στρατηγική. Και επειδή η ήττα είναι η βαριά λέξη της μη αναστρέψιμης καταστροφής, δεν την ξεστομίζει κάποιος σε κανένα επίπεδο αν δεν τον έχει κυριεύσει τον ίδιο.
Η ήττα για μια ένοπλη επαναστατική οργάνωση ή είναι πολιτική και άρα καθολική ή δεν υφίσταται. Ποτέ κανείς δεν μίλησε για ήττα της οργάνωσης. Ούτε από πολιτικούς αντιπάλους μας ούτε καν από το κράτος δεν ακούστηκε αυτή η λέξη. Για πρώτη φορά ακούστηκε από ένα πρώην μέλος, από ένα μετανοημένο.
Η στάση μας μετά τις συλλήψεις το 2010, ήταν αυτή που μας αντιστοιχούσε, όχι μόνο ως πρόσωπα, αλλά και ως οργάνωση με συνέπεια στις θέσεις και στον χρόνο. Ειδικά την συγκεκριμένη περίοδο όπου έγιναν οι συλλήψεις, η εγκατάλειψη της επιλογής αγώνα που κάναμε την εποχή της κρίσης, για την οποία εποχή είχε ο Επαναστατικός Αγώνας χαράξει μια συγκεκριμένη στρατηγική αγώνα, θα ήταν για εμάς η πραγματική ήττα. Την οποία ήττα θα υπαγόρευε το κράτος, η καταστολή και η δική μας τοποθέτηση απέναντί της. Δηλαδή της παραίτησης.
Για το γεγονός της παραίτησης δεν έχουμε να ‘‘απολογηθούμε’’. Είθισται να χρειάζονται να απολογούνται όσοι τα παρατάνε. Αν είναι σεμνοί και μένουν στην προσωπική τους επιλογή, χωρίς να έχουν αξιώσεις για την πολιτικοποίηση της προσωπικής τους επιλογής και πολύ περισσότερο, αν δεν αξιώνουν την ευρύτερη πολιτική κατίσχυση στο χώρο της δικής τους ήττας που έχουν πολιτικοποιήσει, τότε δεν θα ασχολιόμαστε μαζί τους. Εξάλλου στην ιστορία κάθε επαναστατικού αγώνα υπάρχουν και οι ‘‘πρώην’’.

Όσο είμαστε εκτός φυλακής και πριν περάσουμε στην ‘‘παρανομία’’ για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, ό,τι κάναμε κατέτειναν στην συνέχιση της ένοπλης επαναστατικής δράσης του Επαναστατικού Αγώνα ενώ παράλληλα προωθούσαμε μέσα στο περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχαμε στην διάθεσή μας, την προοπτική δημιουργίας ενός επαναστατικού κινήματος. Τα ζήτημα αυτό ήταν αδιαχώριστο από την πολιτική του Επαναστατικού Αγώνα και η περίοδος εκείνη ήταν για εμάς μια ευκαιρία να θέσουμε και να συζητήσουμε πάνω σε αυτή την αναγκαία και ικανή συνθήκη που έπρεπε να συμβάλλουμε ως χώρος ώστε να διαμορφωθούν οι όροι για να μπει σε ρεαλιστική βάση το επαναστατικό κοινωνικό πρόταγμα. Εκδηλώσεις, συνελεύσεις, εκδόσεις, όλα ήταν μέρος μιας στρατηγικής. Όμως το να επιμείνουμε σε αυτά τα ζητήματα δεν είχαμε την δυνατότητα. Ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος και η συνέχεια ήταν υπόθεση του χώρου.
Μέρος της στρατηγικής μας ήταν το δικαστήριο που κάναμε. Τίποτα από ό,τι λέγαμε και κάναμε δεν είχε τον χαρακτήρα της παραίτησης. Το αντίθετο. Όλα φώναζαν πως ο Επαναστατικός Αγώνας υπάρχει και θα υπάρχει. Αυτό εξάλλου το είχαμε δηλώσει ήδη από την φυλακή με την ανάληψη ευθύνης, όταν λέγαμε πως ‘‘δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με εμάς’’.
Με την συνέχιση της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα ακυρώσαμε την ‘‘επιτυχία’’ του πρώτου κατασταλτικού χτυπήματος εναντίον της οργάνωσης. Ένα γεγονός που θα έπρεπε να αναγνωρίζεται σήμερα ως επιτυχία του αγώνα συνολικά. Το πόσο μπορέσαμε να σταθούμε και με πόσες δυσκολίες στις συνθήκες που είμαστε για να συνεχίσουμε την δράση της οργάνωσης, αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο εμείς πρέπει να ‘‘απολογηθούμε’’. Εμείς τηρήσαμε μέχρι τέλους τις πολιτικές μας δεσμεύσεις. Δεσμεύσεις που υπερβαίνουν την μικροπολιτική του χώρου και αφορούν την κοινωνική ιστορική αποστολή μιας οργάνωσης της οποίας η συνέχιση πιστεύαμε και πιστεύουμε πως ήταν ένα πολύ σημαντικό πολιτικό ζήτημα.
Το αν ζήσαμε την εγκατάλειψη, λόγω της ηττοπάθειας και του φόβου για το υψηλό τίμημα αυτής της επιλογής αγώνα- το οποίο τίμημα είθισται πολλοί να μην ‘‘βλέπουν’’ πριν το κράτος χτυπήσει-, γι’ αυτό δεν είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να ‘‘απολογηθούν’.
Η ‘‘σαφής διάκριση των δύο περιόδων δράσης της ίδιας οργάνωσης’’ όπως αναφέρει ο μετανοημένος, δεν υφίσταται παρά για αυτούς που εγκατέλειψαν για να σώσουν τον εαυτό τους από την ‘‘μέγγενη της δικαιοσύνης’’ και το κόστος της φυλακής.Αυτή όμως η ‘‘σαφής διάκριση’’ υπάρχει και στα κατηγορήτηριά μας, στα οποία υπάρχει και η ίδια φρασεολογία: ‘‘..Το έγκλημα της διεύθυνσης της ίδιας τρομοκρατικής οργάνωσης, για το οποίο παραπέμφθηκε με το ανωτέρω βούλευμα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, φέρεται να τελέστηκε από τα τέλη Ιουνίου 2012 μέχρι 16/7/2014 δηλαδή σε χρόνο διαφορετικό και σαφώς διακριτό του χρόνου από 1/7/2003 μέχρι 10/4/2010, κατά τον οποίο φέρεται να τελέστηκε η ίδια πράξη από τον ως άνω κατηγορούμενο και για την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος με την 1825/2013 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών’’. (πρακτικά δίκης, σελ.139 – 140)
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τα πρακτικά της δεύτερης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα όπου ο Νίκος Μαζιώτης καταδικάστηκε και για την διεύθυνση της οργάνωσης, καταδίκη όπου του επιβλήθηκε η ισόβια κάθειρξη για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ).
Μήπως η αναφορά μας στα ‘‘πρακτικά του εχθρού’’, συνιστά πάλι κάποιο παράπτωμα;
Για όσους οι δίκες θέλουν να μην δημοσιοποιούνται ώστε να μπορεί να καλύπτεται η ενδοτικότητα, η οπισθοχώρηση, οι κωλοτούμπες μπροστά στους δικαστές, η αναξιοπρέπεια, η αποκήρυξη, η μετάνοια και ενίοτε και η αλητεία, ας ζητάνε όσο θέλουν να μένουν κρυφές οι συνεδριάσεις των δικών. Οι δίκες μας είναι πολιτικές και δημόσιες και ό,τι λέγεται ή ό,τι γίνεται θα πρέπει να αντέχει στο φως της δημοσιότητας.
Αν δεν το αντέχει, είναι πρόβλημα αυτού που το λέει ή το κάνει.
Θα μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε το σύνολο των πρακτικών κάθε δικάσιμου σε κάθε δίκη. Μπορούμε να δημοσιεύσουμε και τα επίμαχα σημεία που αποδεικνύουν ότι η θέση περί δύο περιόδων του Επαναστατικού Αγώνα συνηγορούν προς την θέση του κατηγορητηρίου και του δικαστηρίου που με βάση την αποδοχή για ‘‘το διαφορετικό και σαφώς διακριτό του χρόνου από 1/7/2003 έως και 10/4/2010’’, απορρίφθηκε από το δικαστήριο το αίτημα του Μαζιώτη να αποσυρθεί η κατηγορία της διεύθυνσης, αφού προϋπήρχε απόφαση απαλλαχτική επί της συγκεκριμένης κατηγορίας. Επειδή έχει μπει σε ‘‘χωράφια’’ που δεν είναι δικά του και δεν κατανοεί και επειδή υπάρχει μια πραγματική ευρύτερη δυσκολία ανάλυσης και αντίληψης της άρρηκτης σύνδεσης ποινικού και πολιτικού στις υποθέσεις μας, όπως υπάρχει σαφής αδυναμία αντίληψής του πού τελικά μπορεί να κατατείνει σε ποινικό επίπεδο μια πολιτική θέση ή στάση, θα μιλήσουμε για το ζήτημα αυτό και, αν χρειαστεί ας ζητήσει και τη βοήθεια συνηγόρου. Όσο για τα πρακτικά των δικών μας, μπορεί να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε.
Το σκεπτικό του δικαστηρίου που καταδίκασε τον Μαζιώτη σε ισόβια κάθειρξη για την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα στην ΤτΕ ξεκινάει από την καταδίκη για την διεύθυνση, η οποία καταδίκη βασίζεται στο ‘‘σαφώς διακριτό’’ του χρόνου δράσης της οργάνωσης. Το σκεπτικό του ίδιου δικαστηρίου που τον χαρακτηρίζει ως ‘‘διευθυντή’’ (είναι πολλές οι αναφορές και για την Ρούπα στην απόφαση αυτή, παρόλο που δεν καταδικάστηκε για αυτή την κατηγορία λόγω της απουσίας της), βασίζεται στην στάση του, στα κείμενα, την υπεράσπιση της οργάνωσης, η οποία αναγνωρίστηκε ως αποδοχή κατηγοριών:
‘‘Ο πρώτος των κατηγορουμένων, όπως προαναφέρεται, αποδέχθηκε πανηγυρικά τις παραπάνω κατηγορίες ενώ δεν ασκεί έννομη συνέχεια ο μη προσδιορισμός του ακριβούς ρόλου του ως άνω συναυτουργού στις εν λόγω εγκληματικές ενέργειες. Για την κατηγορία της διεύθυνσης αποφάσισε ότι ίσχυε ενώ ‘‘η εν λόγω οργάνωση διέθετε εν τοις πράγμασι ηγετική ομάδα η οποία δεν φέρει κάποιο τίτλο ή δεν της έχει απονεμηθεί κάποιο αξίωμα δεδομένου ότι δεν υφίσταται στο εσωτερικό της οποιασδήποτε μορφής ιεραρχική εξάρτηση’’ (σελ. 960)
‘‘…Η ανάδειξη λοιπόν της ηγετικής ομάδας στον Επαναστατικό Αγώνα κατά τον κρίσιμο χρόνο που ερευνάται εν προκειμένω, συνδέεται με την δυνατότητα και αποτελεσματικότητα αυτών που την απαρτίζουν….Η ηγετική αυτή ομάδα έχει ως έργο…τον σχεδιασμό και την οργάνωση δράσεων στις οποίες μετέχουν αναλαμβάνοντας οι ίδιοι (ήτοι τα μέλη της ηγετικής ομάδας) επιτελικούς ρόλους…..(Δικ. σελ. 960)
Σε άλλο σημείο της απόφασης, το δικαστήριο λέει: ‘‘….Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, στα πλαίσια του ηγετικού του ρόλου, ενόψει της βαρύτητας, του βαθμού δυσκολίας και επικινδυνότητας, αλλά και του συμβολισμού του συγκεκριμένου εγχειρήματος (εννοεί την ΤτΕ), επιτελικά, οργάνωσε και συμμετείχε μαζί με άλλα ηγετικά ή και απλά μέλη της ίδιας ως άνω τρομοκρατικής οργάνωσης - η ταυτότητα των οποίων δεν έχει εισέτι εξακριβωθεί – στην από πρόθεση πρόκληση προπεριγραφείσας έκρηξης’’. (σελ. 899 – 900)
Να επισημάνουμε πως όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις για κάθε κατηγορία, βασίζονται και αναφέρονται στην ‘‘ηγετική ομάδα’’ στην οποία ‘‘συμμετείχε’’ (ο Μαζιώτης), βάση που κατά το δικαστήριο - όπως προείπαμε – είναι ικανή να του αποδοθεί η άμεση συμμετοχή του σε κάθε πράξη και ενέργεια.
Στην δίκη για την ΤτΕ, την 2η δίκη του Επαναστατικού Αγώνα, ο Μαζιώτης καταδικάστηκε με τον τρόπο που καταδικάστηκε και στην πρωτοφανή ποινή των ισοβίων για ενέργεια όπως αυτή, επειδή υπήρξε συνεπής στις επιλογές του. Επειδή υπερασπίστηκε τον Επαναστατικό Αγώνα με τον ίδιο τρόπο που τον υπερασπίστηκε και στο 1ο δικαστήριο της οργάνωσης, προσπαθώντας να αποκρούσει κάθε κατηγορία που είχε προσβλητικό πολιτικά χαρακτήρα για την οργάνωση.
Αυτή η συνέπειά του, τον έκρινε ένοχο για την ‘‘ηγετική του θέση’’ στην οργάνωση, αυτή η συνέπειά του αναγνωρίστηκε ως αποδοχή της προσωπικής συμμετοχής στην ηγετική ομάδα και κατ’ επέκταση και στην ΤτΕ.
Τώρα αν ο Μαζιώτης έβρισε κάποιες φορές την έδρα, δεν ξέραμε ότι θα θιγόταν ο μετανοημένος, ο οποίος θεωρεί τις δικές του βρισιές προς εμάς και τις δημόσιες πισώπλατες επιθέσεις στα δικαστήρια, τις απειλές ενάντια στον Μαζιώτη και τις άλλες απειλές εν είδει μάλιστα, καλέσματος, για την δυναμική αντιμετώπισή μας, ‘‘πολιτική στάση’’ και μάλιστα σοβαρή.
Ο διαχωρισμός στο εσωτερικό του Επαναστατικού Αγώνα σε ‘‘κέντρο’’ και ‘‘περιφέρεια’’ διατυπώθηκε στο πρώτο δικαστήριο, το οποίο είχε αντικρούσει τότε η Πόλα Ρούπα λέγοντας: ‘‘Ούτε κέντρα, ούτε περιφέρειες. Αυτοί είναι όροι του καπιταλιστικού συστήματος. Και δεν αφορούν αναρχικές οργανώσεις’’, ήταν μια απόπειρα να τεκμηριώσει το δικαστήριο την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ που δεν κατέληξε όμως με επιτυχία.
Όσο για τον μετανοημένο, αυτός από το πρώτο δικαστήριο σιωπούσε για όλες τις ενέργειες της οργάνωσης τις οποίες δίκαζε το δικαστήριο, και εμείς μόνοι μας συγκρουόμαστε με μια ολόκληρη στρατηγική που συνόδευε το κατηγορητήριο, με τους μάρτυρες κατηγορίας που είχαν καλεστεί και κυρίως με αυτούς που δεν είχαν καλεστεί από το δικαστήριο, και η οποία στρατηγική δεν απέβλεπε μόνο στην κατοχύρωση ακραίων ποινών, αλλά στην καταδίκη της οργάνωσης με κατηγορίες που πρόσβαλαν παράφορα πολιτικά τον Επαναστατικό Αγώνα και ήθελαν να καταστήσουν ως αντικοινωνική και εγκληματική την δράση του. Και αυτό το εμποδίσαμε εμείς – καθώς ο μετανοημένος μας είχε εγκαταλείψει από τότε μέσω της σιωπής του – υπερασπιζόμενοι επιχειρησιακά μία-προς μία τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα και αποκρούοντας όλα τα επιχειρήματα του κράτους περί ‘‘εγκληματικής’’, ‘‘απεχθούς’’, ‘‘επικίνδυνης για την κοινωνία’’ κλπ, δράσης του Επαναστατικού Αγώνα. Τα οποία επιχειρήματα στηρίζονταν από το δικαστήριο πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν το επιχειρησιακό σκέλος των ενεργειών. Η σιωπή του γύρω από αυτά τα ζητήματα και η δική μας έκθεση καθώς σε αυτό το επίπεδο είμαστε μόνοι μας, αφορούσε σε μια προσωπική και διαχωριστική στρατηγική του που απέβλεπε στην αποποίηση της ευθύνης για το πρακτικό σκέλος των ενεργειών.
Μόνο που η υπεράσπιση του Επαναστατικού Αγώνα στο ειδικό δικαστήριο ή θα ήταν καθολική ή δεν θα υπήρχε.
Αν και εμείς σιωπούσαμε τότε και αφήναμε το δικαστήριο να αλωνίζει, το πολιτικό αποτέλεσμα για τον Επαναστατικό Αγώνα - του οποίου τότε ήταν υποτίθεται, μέλος- θα ήταν θλιβερό καθώς θα ‘‘ξηλωνόταν’’ εντός της δικαστικής αίθουσας ό,τι είχαμε πολιτικά χτίσει και το κράτος θα είχε καταφέρει να απαξιώσει πολιτικά την οργάνωση.
Η σιωπή του τότε που κατέτεινε - όπως αργότερα καταλάβαμε – στην ‘‘διακριτική’’ απομάκρυνσή του από το υποτιθέμενο ‘‘κέντρο’’ (το οποίο) έβαζε το δικαστήριο στο σκεπτικό του, ήταν μια προσωπική στρατηγική για την οποία τότε - λόγω της συντροφικότητάς μας για τον συγκεκριμένο – ούτε υποθέσεις δεν κάναμε, αφού είχε σημασία για εμάς να υπάρχει ενότητα.
Όμως από τότε, είμαστε μόνοι μας. Όπως είμαστε μόνοι μας και σε πολλές κινήσεις εκτός δικαστηρίου που προωθούσαν την στρατηγική του Επαναστατικού Αγώνα αλλά και την προοπτική διαμόρφωσης ενός επαναστατικού κινήματος.
Και την οποία απουσία και σιωπή του μπροστά σε άλλους τότε την καλύπταμε και την δικαιολογούσαμε και δεν τον αφήναμε έκθετο σε κριτικές. Όπως επίσης, στο όνομα της ενότητας εμείς είμαστε αυτοί που τότε δεν δεχθήκαμε την όποια επιβολή ‘‘κυρώσεων’’ για πρακτικά λάθη που μας ζητήθηκε, καθώς είμαστε πεπεισμένοι πως προείχε η μάχη με τον εχθρό και η υπεράσπιση της οργάνωσης.
Να θυμίσουμε επίσης, ότι εμείς στο πρώτο δικαστήριο είμαστε αυτοί που μιλήσαμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον για την σαθρότητα του κατηγορητηρίου που αφορούσε και τους αθώους και που τοποθέτηση δική μας – αν και παραποιημένη και διαστρεβλωμένη από τον εισαγγελέα – χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριώσει την αθώωση κατηγορουμένης.
Να θυμίσουμε επίσης, ότι η μακρά και επίμονη μάχη μας στο πρώτο δικαστήριο έναντι κατηγοριών, η στάση μας και η στρατηγική υπεράσπισης της οργάνωσης που είχαμε, κατάφερε να ρίξει - και να γίνει αποδεκτό και από το δικαστήριο - σειρά κατηγοριών με αποτέλεσμα οι τελικές καταδίκες στις τόσες ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα να συμπαρασύρουν και τις ποινές των υπολοίπων.
Εμείς είμαστε αυτοί που εκτιθόμαστε και έχουμε υποστεί την εγκατάλειψη μέσα στα δικαστήρια και εκτός αυτών. Εμάς ‘‘παρέδωσαν’’ ως ‘‘τελειωμένους’’ στο κράτος στις 30/6/17.
Εμείς είμαστε αυτοί που αναλαμβάνουμε μόνοι μας – και με πολλούς απέναντί μας – να υπερασπιστούμε στο ακέραιο τις επιλογές μας και γι’ αυτό εμείς έχουμε και θα έχουμε μεγάλες καταδίκες από το κράτος.
Ξεχνούν όμως πως δικαστήρια καταδικάζουν αθώους ως μέλη, μη αποδεχόμενα μεν τους ισχυρισμούς περί αθωότητάς τους καταδικάζοντάς τους δε σε μικρές ποινές διατηρώντας χαώδεις σχεδόν αποστάσεις ως προς την τελική ποινική αντιμετώπιση με αυτούς που αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη. Αυτή η συνθήκη αφορά σε πολιτικά κριτήρια, αφού είναι κατανοητό πως η ανάληψη πολιτικής ευθύνης και ιδίως η επίμονη, σταθερή και συνεπής υπεράσπιση αυτών των επιλογών αγώνα στα δικαστήρια, συνιστά μια πολιτική επιλογή που πρέπει να χτυπηθεί παραδειγματικά. Γιατί η ανάληψη πολιτικής ευθύνης είναι στάση μη αναγνώρισης της κατασταλτικής επιτυχίας πάνω στους αγωνιστές, συνεπώς είναι μη αναγνώριση της κρατικής υπεροπλίας πάνω στον αγώνα συνολικά.
Παράλληλα εξαπολύουν εναντίον μας συκοφαντίες ότι εμείς θέτουμε σε κίνδυνο άλλους στα δικαστήρια. Όμως σε ανακολουθίες πολιτικές όπως π.χ να διεκδικεί κάποιος αγωνιστικά ακόμα και επαναστατικά ‘‘παράσημα’’ και μπροστά στους δικαστές να προβάλει τον ‘‘έντιμο βίο του’’, δεν γίνεται καμία κριτική. Και όταν γίνεται από κάποιους, καταγγέλλεται ως ‘‘έκθεση στον εχθρό’’.
Όπως επίσης, δεν υπάρχει κριτική ως προς την ανακολουθία αθώοι μη μέλη ένοπλης οργάνωσης μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου να ζητούν το ελαφρυντικό ‘‘των μη ταπεινών ελατηρίων, δηλαδή να αναγνωριστούν από τους δικαστές ότι οι πράξεις ή η πράξη τους, την οποία όμως δεν αποδέχονται, δεν είχε ιδιοτελή κίνητρα, όπως έγινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τον Επαναστατικό Αγώνα από αυτούς που δεν ήταν μέλη της οργάνωσης πλην όμως καταδικάστηκαν για ένταξη σε αυτή. Η επίκληση αυτού του ελαφρυντικού που αφορά αυτούς που αποδέχονται την συμμετοχή τους σε ένοπλες οργανώσεις στην περίπτωση που αναφέρουμε, τι συνεπάγεται; Ότι μετά την καταδικαστική απόφαση αποδέχονται ότι ήταν μέλη; Και σε συνδυασμό με τα άλλα δύο ελαφρυντικά που ζητήθηκαν από τους ίδιους, αυτό του ‘‘πρότερου έντιμου βίου’’ και της ‘‘μετέπειτα καλής συμπεριφοράς’’ τι συνεπάγεται αν όχι το λογικό συμπέρασμα ότι ήταν έντιμοι πριν την ένταξή τους στον Επαναστατικό Αγώνα και κατόπιν της σύλληψης δεν επανέλαβαν την ίδια πράξη; Δεν συνιστούν δηλώσεις νομιμοφροσύνης και αυτά τα ελαφρυντικά που επιζητούν να τους αναγνωριστούν; Απέναντι σε όλα αυτά οι ίδιοι δεν αντέδρασαν, που σημαίνει ότι τα αποδέχονται. Και ελπίζουμε, καθώς τελειώνει οριστικά η πρώτη δίκη για τον Επαναστατικό Αγώνα, να μην δούμε φαιδρά φαινόμενα εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, να διεκδικούν πολιτικό ρόλο και λόγο ως μέλη, αυτοί που δεν ήταν μέλη, μόνο και μόνο επειδή δικάστηκαν για τον Επαναστατικό Αγώνα.
Σχετικά με την ανάγνωση εγγράφων στο δικαστήριο, ζητήσαμε να αναγνωστούν όσα μας αφορούν ατομικά. Για τα υπόλοιπα ήταν θέμα συνηγόρων. Και να επισημάνουμε πως η ανάγνωση εγγράφων στο δικαστήριο δεν ‘‘νομιμοποιεί’’ κάποια κατάθεση, η οποία ‘‘εξαφανίζεται’’ όταν δεν διαβάζεται. Εξάλλου όπως δήλωσε και στο δικαστήριο, όλα αυτά οι δικαστές τα διαβάζουν ούτως ή άλλως .Τώρα, η υπερασπιστική στάση της στρουθοκαμήλου που χώνει το κεφάλι στην άμμο και το ότι δεν βλέπει την πραγματικότητα, σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας, δεν μας αφορά.
Το ότι η ‘‘μακρινή ιστορία εκείνη’’ (του Επαναστατικού Αγώνα) ήταν μια ‘‘παλιά ιστορία που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε’’, δεν είναι δική μας θέση.
Εμείς ούτε ξεχνάμε, ούτε εγκαταλείπουμε.
Ξαναγυρνώντας στο ζήτημα των δύο περιόδων του Επαναστατικού Αγώνα, αυτή, όπως έχουμε πει από το 2011 στην εισαγωγή του βιβλίου με τις προκηρύξεις, την όποια εισαγωγή συνυπογράψαμε και οι τρεις, προσδιορίζονται χρονικά από το 2003 έως το 2008. Και από το 2008 και μετά αφορούν στην αλλαγή της στρατηγικής δράσης της οργάνωσης πριν και μετά την οικονομική κρίση του συστήματος, καθώς έπρεπε να γίνει - και έγινε – η επιχειρησιακή υπέρβαση σε πιο ουσιαστικά πλήγματα του οικονομικού-πολιτικού καθεστώτος και η εντατικοποίηση των προσπαθειών της οργάνωσης να συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση του συστήματος που καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο η κρίση. Να σημειώσουμε ότι και σε εκείνο το κείμενο, ως επαναστάτες αυτοπροσδιοριζόμαστε. Αυτή ήταν - και για εμάς είναι - η πολιτική ταυτότητά μας, την οποία ο μετανοημένος έχει αποκηρύξει.
Τώρα επανέρχεται επιμένοντας στις δύο περιόδους όπως αυτές ορίζονται από την κρατική καταστολή. Γι’ αυτόν θέλει η καταστολή να είναι το ορόσημο για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα. Όμως η οργάνωση έχει μιλήσει πριν από αυτόν και με την υπογραφή και του ίδιου. Για τις δύο περιόδους της οργάνωσης υπάρχει ένα πολιτικό ορόσημα και αυτό είναι η συστημική κρίση.
Ο Επαναστατικός Αγώνας ορίζει την ζωή του με βάση τις ευρύτερες ταξικές – κοινωνικές ανάγκες στον αγώνα, από τις ευρύτερες μεταβολές στο πεδίο της οργανωμένης εξουσίας, του συστήματος και της κοινωνίας και όχι από τις συλλήψεις και την καταστολή. Η φυλάκιση για εμάς δεν άλλαξε τίποτα. Για τον μετανοημένο άλλαξε τα πάντα. Και επειδή ο ίδιος συνετρίβη από την καταστολή και τοποθετείται ως πρώην μέλος της οργάνωσης (να σημειώσουμε ότι μετά την καταδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την φυλάκισή του δεν υπέγραψε κανένα κείμενό του ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα), θα πρέπει να ‘‘σπάσει’’ η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα με ορόσημο την δική του σύλληψη και παραίτηση (sic).
Ας φανταστούμε ο Μαζιώτης, με βάση το σκεπτικό της τεμάχισης της ζωής του Επαναστατικού Αγώνα με εξατομικευμένα κριτήρια, να μιλούσε για άλλη μια περίοδο της οργάνωσης με ορόσημο την δική του σύλληψη. Πόσες περιόδους θα είχε αυτός ο Επαναστατικός Αγώνας;
Πέρα λοιπόν από την (ακόμα μία) συνεισφορά στο κρατικό ιδεολόγημα περί δύο περιόδων (πριν το ’10 και μετά) της οργάνωσης, το πλέον σημαντικό διακύβευμα είναι πολιτικό: Ο κατακερματισμός της ιστορίας του Επαναστατικού Αγώνα με βάση την εκάστοτε προσωπική επιλογή και ήττα. Με βάση την καταστολή και τα αποτελέσματά της πάνω του.
Το αν ‘‘μονοπωλήσαμε’’ ή όχι την ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα, αυτό ποιός το κρίνει; Μια οργάνωση που δεν πεθαίνει και προχωρά μπροστά, ανήκει σε αυτούς που είναι σε αυτήν και όχι σε αυτούς που δεν είναι. Αυτοί που σταματούν, το κάνουν γιατί δεν μπορούν άλλο. Η όποια συνέχεια αυτού που έκαναν, τους υπερβαίνει.
Αυτή είναι μια ξεκάθαρη συνθήκη ήττας γι’ αυτούς. Μιας συνθήκης μη αναστρέψιμης που διαχέεται όμως στο σύνολο της σκέψης και της κρίσης τους, σαν δηλητήριο. Η ήττα έχει την δυναμική της. Αυτή η ήττα οφείλει να μείνει μακριά – αν όχι να πολεμηθεί – προκειμένου να μην επεκταθεί. Όταν ηττημένοι μιλούν για οργανώσεις που είναι ζωντανές, μόνο για ‘‘επαναστατικές πλειοδοσίες’’ που ‘‘ευτελίζουν τον αγώνα’’ μπορούν να αναφέρονται. Έχει προ πολλού ‘‘αμφισβητήσει την ορθότητα των γραμμών μας’’ και δεν ευθύνεται κανένας άλλος γι’ αυτό, εκτός από τον ίδιο. Θα ρίξουμε το μερίδιο της ευθύνης στην καταστολή, όμως είναι προσωπικό στοίχημα για τον καθένα να βγει πολιτικά ζωντανός από μια κατασταλτική δοκιμασία.
Την ιδιότητα του μέλους ο συγκεκριμένος την πέταξε μόνος του εδώ και χρόνια. Τώρα και μετά τη δήλωση μετάνοιάς του, να την πάρει πίσω δεν γίνεται.
Η διεκδίκηση του ρόλου του ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα μόνο ένα ρόλο μπορεί να έχει μετά από τόσες αποκηρύξεις, αναθεωρήσεις, μετάνοιες, πολεμικές επιθέσεις: Την ατίμωση, την προσβολή, την υπονόμευση της οργάνωσης και της ιστορίας της. Και - κυρίως - επιχειρεί τη νομιμοποίηση σε όσους θέλουν να διεξάγουν πολιτικό πλιάτσικο στην ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα, τον οποίο και ίδιοι ήθελαν και θέλουν την ήττα του, να το πράξουν. Αυτό εννοεί όταν μιλάει για ‘‘μονοπώλια’’ στην ιστορία της οργάνωσης.
Το γεγονός ότι θυμήθηκε την πρότερη ιδιότητά του ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα στις 30/6, δεν είναι τυχαίο. Στις 30/6 στο ειδικό δικαστήριο απόκτησε επιθετικό χαρακτήρα εναντίον μας και εναντίον της οργάνωσης μια τάση υπονόμευσής της που υπόβοσκε καιρό πριν. Θεωρήθηκε ότι ο συσχετισμός δύναμης ήταν τέτοιος που καθιστούσε εφικτή μια συντονισμένη επίθεση και μάλιστα, δημόσια.
Αυτό που αναφέρει στο κείμενό του ότι ‘‘ο καθεστωτικός μηχανισμός προπαγάνδας βρίσκει λαβές για να πλήξει το κύρος μιας ένοπλης οργάνωσης ’’, δεν ισχύει στην περίπτωσή μας. Μέχρι τις 30/6 κανένας καθεστωτικός μηχανισμός προπαγάνδας δεν είχε καταφέρει να πλήξει την οργάνωση, αφού ήταν καλά οχυρωμένη πολιτικά. Στις 30/6 δεν δόθηκαν ‘‘λαβές’’ στο καθεστώς εναντίον μας.
Επιχειρήθηκε να δοθεί ένα πλήγμα στον Επαναστατικό Αγώνα από ένα τμήμα του χώρου και με πρωταγωνιστή τον ίδιο, εκεί που το καθεστώς είχε αποτύχει ολοσχερώς. Αυτό που δεν κατάφερε το κράτος, να ‘‘μας ξεγράψει η ιστορία’’ και η απειλή ότι ‘‘είμαστε τελειωμένοι’’, μας το υποσχέθηκαν να το διεκπεραιώσουν οι ίδιοι μέσα στο ειδικό δικαστήριο και δημόσια. Αυτή είναι μια πραγματική καινοτομία στην ιστορία των ένοπλων οργανώσεων.

Ένα μετανοημένο μέλος σε συνεργασία με άλλους να συστήνουν ένα είδος πολιτικού παρακράτους που υπόσχεται μπροστά στον εχθρό και δημοσίως να καταστήσει εφικτό, ό,τι δεν κατάφεραν τα συνεχή κτυπήματα του κράτους εναντίον μας Δεν δόθηκαν λοιπόν, λαβές. Το έκαναν οι ίδιοι. Το αν αναπαρήγαγαν τα γεγονότα τα ‘‘παπαγαλάκια της αντιτρομοκρατικής’’, όπως λέει, αυτό είναι δική του επιλογή και ευθύνη, καθώς οργάνωσε και διεκπεραίωσε τη δημόσια επιχείρηση επίθεσης, μπροστά στο κράτος.
Είχε δοθεί το σύνθημα αυτής της επίθεσης μέρες πριν και η οργάνωσή της, η παρακολούθηση και η συμμετοχή ως ένα βαθμό από ορισμένους στο τσίρκο που διαδραματίστηκε στην δικαστική αίθουσα, είχε πάρει τον χαρακτήρα μιας υπόγειας διαδικασίας στον χώρο. Πρώτος στόχος ήταν ο Μαζιώτης και η κοινή συμφωνία ήταν η επίθεση να γίνει σε αυτόν. Ακόμα και το πού κάθισε ο μετανοημένος ήταν προσχεδιασμένο.
Η επίκληση των όσων είπε ο Μαζιώτης για την Δάφνη στις 13/6, ήταν το πρόσχημα. Η απαξίωση του Φούντα ήρθε όταν έγινε αυτή η επίθεση αφού πριν είχε δηλωθεί η ‘‘ήττα του Επαναστατικού Αγώνα’’. Εμείς είμαστε αυτοί που κρατήσαμε τον Λάμπρο Φούντα ζωντανό πολιτικά συνεχίζοντας την δράση του Επαναστατικού Αγώνα για την οποία πέθανε. Επιχειρώντας να γίνει πραγματικότητα, να μην ματαιωθεί αυτό για το οποίο έδωσε την ζωή του. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν μιλήσαμε ποτέ για προσωπικό κόστος των επιλογών μας, που δεν δεχθήκαμε την παραίτηση, που δεν μιλήσαμε για ήττα. Εμείς είμαστε αυτοί που αγωνιστήκαμε κόντρα σε κάθε είδους ηττοπάθεια για να μην πληγεί ο Επαναστατικός Αγώνας για να μην μείνει ο Λάμπρος Φούντας ως ένας νεκρός μιας ‘‘ηττημένης οργάνωσης’’.
Όπως είπαμε και νωρίτερα στο κείμενο ‘‘η πολιτική ευθύνη για την ήττα της οργάνωσης και για το γεγονός στην Δάφνη’’ είναι η πολιτική ευθύνη για τον πολιτικό λόγο που έγινε η επιχείρηση στην Δάφνη. Σε τίποτα άλλο δεν χωράει η συλλογική πολιτική ευθύνη. Πολιτική ευθύνη, είτε ατομική είτε συλλογική, για ατομικά πρακτικά λάθη δεν νοείται.
Σε τέτοιες περιπτώσεις που περισσεύουν στην ιστορία των ένοπλων οργανώσεων, το τελικό ζητούμενο, πέρα από τα όποια λάθη και πέρα ακόμα από το ίδιο το κόστος, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό, είναι να μην καταβάλλεται η εκάστοτε οργάνωση από αυτά τα λάθη και να μπορεί μα μείνει όρθια, να μην ηττηθεί. Η προδοσία που έγινε ήταν η δήλωση αποκήρυξης και μετάνοιας από το πρώην μέλος της οργάνωσης. Και γραφικοί είναι πάντα στην ιστορία αυτοί ‘‘οι πρώην’’ που φορώντας τα ‘‘παράσημα’’ της συμμετοχής σε μια οργάνωση ή μιας φυλάκισης, διεκδικούν ρόλο πολιτικό, ενώ δεν πιστεύουν σε τίποτα.
Γιατί πρέπει να επισημάνουμε πως το να μετανοεί κάποιος για αυτά που έκανε και δήλωνε, αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ δεν πίστευε πραγματικά ούτε σε αυτά που έκανε ούτε σε αυτά που δήλωνε. Γιατί η καταστολή δεν είναι αυτή που ορίζει τι είμαστε ή τι δεν είμαστε. Απλώς μας δοκιμάζει. Δοκιμάζει την πίστη του καθένα σε αυτό που πρεσβεύει.
Έχει κατοχυρωθεί να μην υπάρχει το θάρρος και η ειλικρίνεια ώστε κάποιος που μετανοεί, να κρατάει ως προσωπική στάση την επιλογή του. Έχει κατοχυρωθεί το ‘‘δικαίωμά του’’ να κοινωνικοποιεί την ήττα του, να θέλει να την κάνει σημαία στάσης η οποία βαφτίζεται ως στάση ‘‘αξιοπρεπούς αγωνιστή’’. Και να πραγματοποιεί και επιθέσεις σε αυτούς που συνεχίζουν.
Γνωρίζουμε επίσης, πως δεν ήταν λίγες οι αντιδράσεις (αν και όχι δημόσια) για το γεγονός ότι δεν δεχτήκαμε να μείνουμε ως το τέλος στο δικαστήριο και να μπούμε στην φυλακή, για το γεγονός ότι συνεχίσαμε την δράση του Επαναστατικού Αγώνα, για το γεγονός ότι ‘‘μονοπωλήσαμε’’ την οργάνωση γιατί την κρατήσαμε ζωντανή, για το γεγονός ότι η συνέχιση του Επαναστατικού Αγώνα ‘‘έθετε σε κίνδυνο’’ το πρώην μέλος και όχι μόνο. Σε αυτό τον φόβο οφείλεται η προσπάθειά του να τεμαχίσει την ιστορία της οργάνωσης στις δύο περιόδους, πριν και μετά την δική του σύλληψη.
Η ‘‘πρωτοφανής’’ για τα δεδομένα του χώρου και του εγχώριου αντάρτικου πόλης απόφαση να περάσουμε στην ‘‘παρανομία’’ και να συνεχίσουμε, ήταν αυτή που δεχόταν κριτική και επιθέσεις που πρακτικά εκφραζόταν και στην ζωή μας στην ‘‘παρανομία’’ μέσω του σοβαρού ελλείμματος αλληλεγγύης και υποστήριξης που έφτανε ως την ωμή πολεμική. Αυτή η κατάσταση που οξυνόταν με το πέρασμα των χρόνων, έγινε πιο σχηματοποιημένη στις 30/6, όπου πλέον είχαμε πίσω μας να μας επιτίθεται, ένα συνοθύλευμα εν είδει μετώπου, που κοινό στόχο είχε την πολιτική εκτέλεση του Επαναστατικού Αγώνα. Και είναι αυτό το αίσχος που δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ από την ιστορία. Τουλάχιστον εμείς ούτε ξεχνάμε ούτε συγχωρούμε. Δημόσιες δηλώσεις νομιμοφροσύνης αυτό το κομμάτι του χώρου τις αποδέχεται και τις τιμά ως στάσεις αγώνα. Εμείς έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν κρίναμε πρόσωπα και συμπεριφορές. Ούτε χαρακτήρες ούτε προσωπικά ζητήματα. Αυτό που βλέπουμε και αυτό που μας αφορά είναι οι πολιτικές που αντιπροσωπεύει ο καθένας και η πολιτική κατεύθυνση που κατατείνουν οι πράξεις και ο λόγος του.
Η κατάθεση μαρτύρων υπεράσπισης του μετανοημένου στην δίκη δεν είναι ξεχωριστή υπόθεση από τα όσα είχαν προηγηθεί σε εκείνη την αίθουσα. Είναι αλληλεγγύη στον πόλεμο εναντίον μας, αλληλεγγύη στην ανακήρυξη της ‘‘ήττας του Επαναστατικού Αγώνα’’ της αποδόμησης της πολιτικής αξίας της οργάνωσης και της ένοπλης δράσης γενικότερα που επιχείρησε μπροστά στον εχθρό. Είναι αλληλεγγύη στην μετάνοια που απορρέει από την συνολική του στάση.
Η κατάθεσή τους στο δικαστήριο δεν ήταν πράξη αλληλεγγύης στον Επαναστατικό Αγώνα, αλλά σε ό,τι τον υπονομεύει. Πρόκειται για πράξη που έγινε στα πλαίσια ‘‘αντιμετώπισής’’ μας, ιδίως αφού έχει προηγηθεί ό,τι έχει προηγηθεί, και αφού ένας από τους μάρτυρες - προερχόμενος από την ομάδα της ‘‘ταξικής αντεπίθεσης (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών)’’ – συμμετείχε ενεργά στο τσίρκο της 30ης/6 φωνάζοντας ότι ‘‘είμαστε τελειωμένοι’’ και ότι ‘‘θα μας ξεγράψει η ιστορία’’.
Δεν ήταν κατάθεση αλληλεγγύης ούτε καν υπεράσπισης του Επαναστατικού Αγώνα. Ο Επαναστατικός Αγώνας παραμένει ζωντανός μέσα από εμάς.. Και απειλείται όταν τον χρησιμοποιούν οι πάσης φύσεως σπεκουλαδόροι και επίδοξοι τυμβωρύχοι τόσο εντός όσο και εκτός δικαστηρίου. Πολιτικό πλιάτσικο στην οργάνωση δεν επιτρέψαμε ποτέ να γίνει. Και όταν επιχειρείται θα το αντιμετωπίζουμε.
Η ιστορική συγκυρία που συμβαίνουν όλα αυτά είναι σαφής απόδειξη των προθέσεων των πρωταγωνιστών. Πριν το κατασταλτικό χτύπημα της 5ης/1/17 όταν οι επίδοξοι πολιτικοί σπεκουλαδόροι του Επαναστατικού Αγώνα μιλούσαν για την οργάνωση, εξαιρούσαν από αυτή τον Μαζιώτη που ήταν σε αιχμαλωσία. Για την Ρούπα δεν γινόταν κουβέντα. Πριν το κατασταλτικό χτύπημα του ’14 που συνελήφθη ο Μαζιώτης, κανένας δεν ασχολιόταν με εμάς. Αφού βρέθηκε και η Ρούπα στην φυλακή, τους άνοιξε προφανώς η όρεξη να μας ‘‘βγάλουν και τους δύο εκτός του Επαναστατικού Αγώνα’’.
Η πρώτη απόπειρα έγινε από την ‘‘συνέλευση αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους’’ με την αφίσα για την πορεία που έγινε στις 21/1 από όπου ‘‘απουσίαζαν’’ τα ονόματα και το κατασταλτικό γεγονός της 5ης/1. Στην συνέχεια και στον απόηχο εκείνου του γεγονότος τα ‘‘υπόγεια’’ ή ανώνυμα δημόσια μηνύματα που μας έστελναν συνηγορούσαν προς δύο συγκλίνουσες κατευθύνσεις: Η πρώτη ήταν στη βάση της ‘‘θέσης’’ ότι ‘‘οι οργανώσεις δεν είναι τα πρόσωπα’’ ή ακόμα καλύτερα ‘‘τα πρόσωπα είναι φαντάσματα’’(sic) ( φράσεις που κατατέθηκαν στα πλαίσια συζήτησης στην συνέλευση για την αντίδρασή μας στην αφίσα που προαναφέραμε). Στην συνέχεια και παράλληλα με τις όλο και πιο πυκνές επιθέσεις των ανώνυμων και δειλών υβριστών εναντίον μας στο Indymedia, διαμορφώθηκε το έδαφος για να μπορέσει να ‘‘ανθίσει’’ πολιτικά ο μετανοημένος και με πρόσχημα τοποθέτηση του Μαζιώτη να κάνει την επίθεσή του.
Ο υποκοσμιακός τρόπος λειτουργίας αυτής της προσπάθειας κορυφώθηκε με τις προβοκάτσιες αλλά και με το ανώνυμο (πάντα) κάλεσμα πολιτικού κρατουμένου να πάρουν όλοι (οι κρατούμενοι και όχι μόνο) θέση, όχι όμως δημόσια. Αυτά δεν είναι δείγματα πολιτικών συμπεριφορών και προσβάλουν κατάφωρα την έννοια του πολιτικού κρατουμένου. Εδώ η πολιτική γίνεται προπέτασμα αλητείας.
Την προσβολή και τον πόλεμο εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και δια της ‘‘αλληλεγγύης’’, την έχουμε ζήσει με άλλους όρους πριν μας συλλάβουν. Τώρα τις ζούμε και στις δικαστικές αίθουσες. Μόνο που ματαιοπονούν.
Αν ενοχλεί κάποιους το ‘‘μονοπώλιο’’ στον Επαναστατικό Αγώνα, να υπενθυμίσουμε ότι διεκδίκηση οργάνωσης που την ανάγει σε ηττημένη ένας μετανοημένος και πρώην μέλος, μόνο την υπονόμευσή της μπορεί να φέρει. Και την υπονόμευση του Επαναστατικού Αγώνα δεν την επιτρέψαμε ποτέ από κανέναν. Αν είμαστε περισσότεροι οι ‘‘ζωντανοί’’, οι μη ηττημένοι στη φυλακή, τότε θα τίθετο πάλι ανάλογο ζήτημα; Και αν δεν είχαμε συλληφθεί, κανένας δεν θα διεκδικούσε λόγο πάνω στην οργάνωση. Όλα αυτά τα φαινόμενα δηλαδή, είναι απόρροια ενός λάθος συμπεράσματος για την ‘‘νομιμοποίηση’’ αυτών των πρακτικών εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, η οποία ‘‘νομιμοποίηση’’ κατά τους ίδιους απορρέει από τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης που εκτιμούν ότι είναι υπέρ τους. Και σε αυτούς τους συσχετισμούς δύναμης τον πρώτο λόγο έχει η φυλάκισή μας. Δηλαδή η κρατική καταστολή.
Γνωρίζαμε την χαρά που είχαν πάρει κάποιοι με τις συλλήψεις μας. Αυτά τα γεγονότα ως επικουρικά της καταστολής, το επιβεβαιώνουν.
Επειδή μας συνέλαβαν, αν κάποιοι νομίζουν ότι ‘‘τελειώσαμε’’ – πράγμα που ούτε το κράτος δεν πιστεύει – είναι γελασμένοι.
Έμμεσες αναφορές στην διάθεση πλιάτσικου στον Επαναστατικό Αγώνα από ορισμένους στον χώρο, όπως είπαμε, είχαν γίνει πολύ πριν τις 30/6/2017. Όπως και αναφορές μονοπώλησης της ιστορίας του.
Δεν είμαστε αφελείς. Γνωρίζουμε πως για ορισμένους που είναι είτε πολιτικά ανύπαρκτοι είτε πολιτικά η ύπαρξή τους είναι μια θλιβερή πορεία που μόνο μπροστά δεν πηγαίνει τον αγώνα, η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα είναι μια ωραία ευκαιρία για πολιτική τυμβωρυχία. Το ίδιο και ο Λάμπρος Φούντας. Αυτή την υποβόσκουσα τάση την έβγαλε στην επιφάνεια, της πρόσεδωσε δυναμική και τη ‘‘νομιμοποίησε’’ ο μετανοημένος, πρώην μέλος της οργάνωσης. Για την συνέχεια, μετά τις 30/6, έχουμε μιλήσει ήδη. Το απύθμενο θράσος του μετανοημένου, εκδηλώθηκε και με τις ύβρεις περί ‘‘καταδοτικής’’ περιγραφής των όσων έγιναν στο δικαστήριο. Διαπόμπευσε δημόσια την συντρόφισσα που δημοσίευσε το γεγονός και συνεχίζει - ενάντια στην όποια λογική – να χυδαιολογεί για την δημοσίευση του ηχητικού.
Το έχουμε πει και το ξαναλέμε πως ό,τι δεν αντέχει την δημοσιότητα σε ένα δημόσιο γεγονός όπως είναι μια δίκη, να μην λέγεται και να μην γίνεται. Κατανοούμε πως θέλει να κρύβεται. Όχι όμως από το κράτος. Γιατί μπροστά στο κράτος τα κάνει όλα. Σε αυτό έκανε την δήλωση, προς αυτό απευθυνόταν, αυτό ήταν ο κύριος αποδέκτης των όσων είπε και όσων έκανε. Με παραδειγματικό τρόπο μπροστά στο κράτος έδειξε το μένος του στην οργάνωση την οποία έχει αποκηρύξει. Τα πολιτικά και λοιπά αίσχη στις 30/6, είναι αποκλειστικά δικά του και των συνοδοιπόρων του . Των συνοδοιπόρων της ήττας, της μετάνοιας, του πολέμου εναντίον μας, εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα.
Η κατάληξη του Μαζιώτη στην απομόνωση, ήταν και αυτή προσχεδιασμένη. Μέσω των απειλών που δημόσια είπε στο δικαστήριο ότι ‘‘ο Μαζιώτης είναι ανεπιθύμητος όχι μόνο στο υπόγειο των γυναικείων φυλακών αλλά σε κάθε πτέρυγα του Κορυδαλλού’’, έδειξε ότι όλα είχαν δρομολογηθεί πολύ πριν τις 30/6. Οι ‘‘διεργασίες’’ εντός και εκτός της φυλακής ήταν έντονες και υπόγειες (όπως…πρέπει) και συμμετείχαν και όλοι οι κρατούμενοι του υπογείου. Και για την κατάληξή του στην απομόνωση, είναι ο ίδιος και οι λοιποί του υπογείου, υπεύθυνοι.
Η σειρά των γεγονότων αναδεικνύει την πραγματικότητα των όσων έγιναν και υποδεικνύει και την συνεργασία που προϋπήρξε: Αφού επιτέθηκε στον Μαζιώτη, έφυγε για τη πτέρυγά του. Ο Μαζιώτης κρατήθηκε οχτώ ώρες στα κρατητήρια. Όπως θα έκανε κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος που δεν ανέχεται να γίνεται μπαλάκι του καθένα, να αλλάζει πτέρυγα επειδή κάποιος ή κάποιοι το επιβάλουν, ο Μαζιώτης απαιτούσε να γυρίσει πίσω στην πτέρυγά του. Το ‘‘θα σε διώξω από την πτέρυγα’’ είναι σαφώς δικό του ψέμα. Ο Μαζιώτης του είπε ‘‘θα τα πούμε στην πτέρυγα’’ στην οποία ο μετανοημένος φρόντισε με την υπηρεσία και τους υπόλοιπους κρατούμενους να μην πάει. Αν δεν ήθελε ο ίδιος να μείνει μαζί του, ας τα μάζευε να φύγει.
Πάντως η απειλή του αυτή είναι η σαφής ομολογία ότι η κατεύθυνση του όλου σχεδίου, ήταν η απομόνωση του Μαζιώτη. Τον οποίο κιόλας μέμφεται γιατί απαιτούσε προαυλισμό που δεν είχε για μέρες, η οποία απαίτηση ‘‘υπονόμευε την κινητοποίηση’’!
Και αν δεν ήθελε προστασία, γιατί πέταξε τα πράγματα του Μαζιώτη έξω από το κελί του και ζήτησε από την υπηρεσία να τον διώξει από την πτέρυγα; Αυτή η ιστορία προετοιμαζόταν μέρες πριν και αμέσως μετά την δικάσιμο της 13ης/6 τόσο εντός όσο και εκτός φυλακής – θυμίζουμε ότι είχαν μεσολαβήσει μεταξύ 13 και 30/6 και άλλες δύο δικάσιμες – και συμμετείχαν όλοι οι κρατούμενοι του υπογείου. Στο όνομά τους μιλούσε όταν έλεγε – το επανέλαβε και στο τελευταίο του κείμενο – ότι ο Μαζιώτης είναι ανεπιθύμητος στην ειδική πτέρυγα του υπογείου, στο όνομά τους και με την κάλυψή τους έκανε την δήλωση εν είδει απειλής ότι ο Μαζιώτης είναι ανεπιθύμητος σε όλες τις πτέρυγες του Κορυδαλλού.
Αλήθεια, πού βασίζει αυτή την δήλωση; Γιατί προφανώς και δεν μιλάει μόνο στο όνομά του. Πάντως κανένας από όσους ήταν στο υπόγειο μετά τις 13/6 δεν έχει διαχωριστεί από τα παραπάνω. Να σκεφθεί κανείς ότι ενάμιση χρόνο πριν η Ρούπα επιχείρησε μαζική απόδραση κρατουμένων και από την συγκεκριμένη πτέρυγα με ελικόπτερο, στην οποία επιχείρηση ρίσκαρε την ζωή της. Μια πράξη αλληλεγγύης κόντρα σε όσους έχουν ανάγει αυτή την μεγάλη αξία του επαναστατικού αγώνα, σε εργαλείο χρήσης για την επίτευξη προσωπικών συμφερόντων, σε εργαλείο χρήσης για ιδιοτελείς σκοπούς και σε πρόσχημα για την κάλυψη πάσης φύσεως συνδιαλλαγής με την εξουσία. Σε όσους την έχουν ανάγει σε εργαλείο ανταγωνισμού, σπέκουλας, ίντριγκας και πολέμου στο εσωτερικό του αγώνα, και εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα.
Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο κράτος και την υπηρεσία είναι σημαντικές με όλη αυτή την ιστορία. Και όσο για το ποιος πήρε την τελική απόφαση για την πάση θυσία παραμονή του Μαζιώτη στην θέση Β του υπογείου και σε ένα καθεστώς μόνιμης απομόνωσης ήταν το υπουργείο Δικαιοσύνης, για το οποίο ήταν μια μοναδική ευκαιρία να του επιβάλει ένα ακόμα καθεστώς εξαίρεσης, ανάμεσα στα πολλά που του έχουν επιβληθεί κατά την κράτησή του στις φυλακές. Τώρα ο μετανοημένος έχει το θράσος να ειρωνεύεται κιόλας, ‘‘προτείνοντας’’ κινήσεις για να πάει ο Μαζιώτης σε άλλη πτέρυγα, όταν ο ίδιος δημόσια στο δικαστήριο δήλωνε πως ο Μαζιώτης είναι ανεπιθύμητος σε όλες τις πτέρυγες του Κορυδαλλού.
Όσο για τα συνεχή και αστείρευτης έμπνευσης ψέματα που λέει, προφανώς και δεν πρόκειται να τελειώσουν αφού συνηγορούν στην πρακτική των μηχανοραφιών που επιδίδεται.
Αναφορικά με την δημοσίευση του ηχητικού που δεν κάνουν σε άλλες δίκες, αυτό είναι θέμα αυτών που δικάζονται σε άλλες δίκες. Εμείς ως Επαναστατικός Αγώνας δημοσιοποιούμε πολύ πριν τις 30/6 κάθε ηχητικό των δικών μας και θα συνεχίσουμε.
Όσο για το ζήτημα της άδειάς του που το έλυσε με την δημόσια δήλωση μετανοίας και την έμπρακτη επίθεσή του στην οργάνωση, αυτή είναι η παρακαταθήκη που ο ίδιος άφησε στο δικαίωμα των κρατουμένων στις άδειες: Μπορεί το κράτος να διεκδικεί και να παίρνει από εδώ και στο εξής δηλώσεις μετανοίας.

Για τα υβριστικά σχόλια και τις προσωπικές ανώνυμες επιθέσεις που με συστηματικό τρόπο επιδόθηκαν κάποιοι μέσω του indymedia, εντάσσονταν στο πλαίσιο της ίδιας της στρατηγικής επίθεσης εναντίον μας, απαξίωσής μας, υπονόμευσης του Επαναστατικού Αγώνα και πολιτικής εκτέλεσής του. Σε αυτή την στρατηγική συμμετείχε συνειδητά το indymedia, και φτάνοντας στο σημείο να φιλοξενεί για ώρες τις δύο προβοκάτσιες εναντίον μας οι οποίες ήταν από την πρώτη ματιά προφανές ότι ήταν τέτοιες. Στον ‘‘αγώνα’’ εναντίον μας και εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, κάποιοι έδειξαν το ‘‘αγωνιστικό τους ήθος’’. Και αυτό είναι κάτι που επίσης, δεν θα διαγραφεί από την ιστορία.
Όλα όσα έγιναν και ειπώθηκαν στις 30/6/17 και όσα ακολούθησαν είναι πλέον ιστορικά γεγονότα:
Η επίθεση στην οργάνωσή του και η δημόσια δήλωση μετανοίας, το τσίρκο μέσα στο δικαστήριο και οι απειλές, η καταγγελία περί ‘‘καταδοτικού ρεπορτάζ’’, η στάση του indymedia και η σαφής θέση εναντίον μας και εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα με την ανάρτηση κάθε υβριστικού σχολίου και προβοκάτσιας, η στάση των ‘‘ραδιοζωνών’’ που μας κατέβασαν το ηχητικό προκειμένου να περιφρουρήσουν τον μετανοημένο, η δηλωμένη ‘‘ουδετερότητα’’ ορισμένων που κατέτεινε στην προστασία του ιδίου. Και συνεχίζεται…. Με την επαναφορά του με νέες απειλές για την ‘‘δυναμική αντιμετώπισή μας’’. Και κυρίως με την προτροπή του χώρου να πλαισιώσουν αυτή την ‘‘δυναμική αντιμετώπιση’’ στο όνομα της πάταξης της ‘‘επαναστατικής πλειοδοσίας’’.
Το σύνθημα έναρξης της επίθεσης εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα έδωσε μέσα στο δικαστήριο στις 30/6. Απευθυνόμενος κατά κύριο λόγο στο κράτος αφού μπροστά του έγινε ό,τι έγινε, ανακήρυξε την ‘‘ήττα του Επαναστατικού Αγώνα’’, επιτέθηκε σε εμάς, έδωσε δυναμικό χαρακτήρα στην μετάνοιά του. Η ‘‘ήττα του Ε.Α’’, αλλά και η ‘‘ήττα’’ συνολικά της ένοπλης δράσης ‘‘αναλύθηκε’’ στην απολογία του με την χρήση θέσεων πολεμικών προς αυτές τις επιλογές που ούτε σε αμφιθέατρα δεν ακούγαμε. Τα ακούσαμε μέσα στην δίκη. Μια παλιά θέση όσων πολεμούσαν την ένοπλη δράση ‘‘εκ των έσω’’ ήταν η θεωρία της ανάθεσης. Οι ένοπλες οργανώσεις όχι μόνο δεν διέρρηξαν την ανάθεση στην κοινωνία, αλλά εγκλωβίστηκαν σε αυτή. Το ‘‘μάταιο’’ της ένοπλης δράσης αναδύθηκε στην δικαστική αίθουσα ως μια πιο σφαιρική αποκήρυξη αυτής της επιλογής αγώνα. Και αφού η ‘‘ματαιότητα’’ αναγνωρίστηκε από αυτόν που η φυλακή του έδωσε την ‘‘πολιτική διαύγεια’’ να αναγνωρίσει ότι μάταιη η προσπάθεια του Επαναστατικού Αγώνα και όχι μόνο, ‘‘είδε’’ την ‘‘αλήθεια’’ της επανάστασης στην ‘‘καθημερινή ζωή’’.
Η ‘‘ολοκλήρωση του ατόμου’’ και οι ‘‘καθημερινές επαναστάσεις’’, - ο ύμνος του εναλλακτισμού διαχρονικά – είναι τώρα το ‘‘πρόταγμα’’ εντός της δικαστικής αίθουσας, μάλιστα.
Ο ύμνος του εναλλακτισμού που καλείται να αποκηρύξει τους ‘‘ανολοκλήρωτους’’ που αγωνίζονται για την Επανάσταση. Πάντα αυτή η αντιδραστική θέση - την έχουμε δει πολλάκις στον χώρο και άνθιζε στους κόλπους αυτούς του χώρου που η ήττα είχε κυριαρχήσει - συνιστούσε την πλέον πολεμική θέση όχι μόνο για την ένοπλη δράση, αλλά και για κάθε μορφή δράσης που συγκρούεται με το καθεστώς, παραβιάζοντας το πλαίσιο της καθεστωτικής νομιμότητας. Για τους εναλλακτικούς που υπήρχαν πάντα στο εσωτερικό των αγώνων, για αυτούς που το καθεστώς τους συνθλίβει με την καταστολή και δεν αντέχουν το κόστος, είναι σύνηθες φαινόμενο να στρέφονται ενάντια στους ‘‘ανολοκλήρωτους’’, τους ‘‘μιλιταριστές’’, τους ‘‘άτεχνους’’, τους ‘‘φελλούς’’, τους ‘‘σκατόψυχους’’ που συνήθως τους αποδίδουν την ευθύνη γιατί η δράση τους προκαλεί το κρατικό μένος. Δεν είναι η πρώτη φορά που λέγονται τέτοια φαιδρά από κάποιο ηττημένο. Είναι η πρώτη φορά όμως που λέγονται μέσα σε ένα δικαστήριο για ένοπλη δράση.
Μέσα σε όλες τις αποκηρύξεις και τις μετάνοιες εννοείται ότι θα επιχειρούσε την αποδόμηση του Επαναστατικού Αγώνα πιάνοντας στο στόμα του την στρατηγική της οργάνωσης την οποία επίσης αποκήρυξε μπροστά στο κράτος. Τίποτα δεν άφησε. Όλη αυτή την κατάντια την ανάγει σε ‘‘ταπεινότητα’’. Δεν είναι ταπεινός στον αγώνα. Είναι ‘‘ταπεινός’’ μπροστά στο κράτος.
Μπροστά στους δικαστές με ‘’ταπεινότητα’’ και ‘‘σεμνότητα’’ έριξε πολλές μαχαιριές στον Επαναστατικό Αγώνα και την ένοπλη δράση. Ήταν μια ‘‘παραδειγματική’’ πολιτική κατάθεση που φιλοδοξεί να αφήσει και παρακαταθήκη για τους υπόλοιπους.
Και δήλωσε και ‘‘περήφανος’’ για τον ‘‘ηττημένο’’ Επαναστατικό Αγώνα. Με ‘‘περηφάνεια’’ έριξε απανωτά χτυπήματα στην οργάνωση και την ένοπλη δράση μπροστά στους δικαστές (sic). Έχοντας ‘‘πλήρη συνείδηση της πραγματικότητας’’ και του ‘‘περιβάλλοντος’’, μια ‘‘συνείδηση’’ που χρωστά στην φυλάκιση (πάντα η φυλακή είχε ως στόχο να ‘‘δώσει την ευκαιρία’’ στους παραβάτες του νόμου να σκεφτούν τι έκαναν και να αναθεωρήσουν) αναθεμάτισε δημόσια αυτούς από τους οποίους αυτή η συνείδηση απουσιάζει (δεν σωφρονίστηκαν) που καταλήγουν ‘‘φανατικοί’. Στο τελευταίο του κείμενο έδωσε ένα ‘‘χαριστικό’’ (έτσι πιστεύει) ‘‘χτύπημα’’, δηλώνοντας ότι τα κάναμε ‘‘σκατά’’. Συνεπώς, ‘‘σκατά’’ ήταν η επίθεση της ΤτΕ και το Δ.Ν.Τ, το μοναδικό μεγάλο ένοπλο χτύπημα στην εποχή των μνημονίων.
Μια ενέργεια που έγινε από τον Επαναστατικό Αγώνα προς τιμήν του Λάμπρου Φούντα. ‘‘Σκατά’’ ήταν η απόπειρα απόδρασης πολιτικών κρατουμένων με ελικόπτερο, που μόνο ‘‘φανατικοί’’ της αλληλεγγύης, ‘‘φανατικοί’’ που ρισκάρουν τη ζωή τους γι’ αυτά – τα εκτός πραγματικότητας – που πιστεύουν. Και αν τα παραπάνω γεγονότα ήτανε ‘‘σκατά’’, τότε ήταν εξίσου ‘‘σκατά’’ όλη η ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα από το 2003 έως το 2010. Όποτε ανοίγει το στόμα του προσβάλει τον Επαναστατικό Αγώνα, προσβάλει τον Λάμπρο Φούντα, προσβάλει τον ένοπλο αγώνα συνολικά. Είναι χειρότερος από το ίδιο το κράτος. Και η ύπαρξή του πλέον μόνο το κράτος τιμά.
Όμως σε όλα αυτά έχει και αλληλέγγυους. Κάποιοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης της ήττας του, του πολέμου του ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα και την ένοπλη δράση, ως μάρτυρες υπεράσπισης αυτού που τίμησε όσο κανένας την καταστολή. Κατέθεσαν αλληλέγγυοι στην αποκήρυξη και την μετάνοια.
Γνώριζαν και καταλάβαιναν τι διακυβεύεται σε αυτή την δίκη. Γνώριζαν τι έχει γίνει στις 30/6 κι ένας εξ αυτών συμμετείχε δυναμικά στο τσίρκο εκείνη την ημέρα. Μιλάμε γι’ αυτόν από την ομάδα ‘‘ταξική αντεπίθεση’’ που μας φώναζε στο δικαστήριο ότι ‘‘είμαστε τελειωμένοι’’ και ότι ‘‘θα μας ξεγράψει η ιστορία’’. Δεν θα ασχοληθούμε με τα παράδοξα των μαρτυριών. Να αναρωτιόμαστε σε μια στιγμή αν είμαστε σε δίκη άλλης οργάνωσης, αν δικάζεται ο ‘‘αντιιμπεριαλισμός’’ ή το ‘‘κίνημα’’. Να αναρωτιόμαστε αν ο Επαναστατικός Αγώνας έχει καταντήσει μπουτίκ προς εκποίηση, καθώς ο καθένας από αυτούς αναδείκνυε ό,τι του έκανε του ίδιου πολιτικά, όποια ενέργεια ήταν στο ‘‘νούμερό του’’.
Πίστεψαν ματαίως ότι ο μετανοημένος θα συνδράμει σε αυτό που κάποιοι στον χώρο προσβλέπουν, στην πολιτική εκτέλεση του Επαναστατικού Αγώνα και την μετέπειτα πολιτική τυμβωρυχία πάνω του. Σε αυτό απέβλεπε η συγκρότηση ενός πολιτικού παρακράτους εν μέσω δίκης αλλά και πέρα από αυτήν. Μόνο που όπως είπαμε και στις 30/6, πτώμα δεν υπάρχει.
Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι ζωντανός. Είναι ζωντανός μέσα από εμάς.
Αυτά τα φαινόμενα δεν θα είχαν χώρο και δυνατότητα ύπαρξης σε ένα επαναστατικό κίνημα. Σε ένα επαναστατικό κίνημα ούτε η μετάνοια ανάγεται σε συνεπή στάση ούτε η λαμογιά ανάγεται σε αγωνιστική επιλογή. Σε ένα τέτοιο κίνημα δεν υπάρχει περιθώριο να διεκδικούν πολιτικό ρόλο αυτοί που ανάγουν την ήττα σε σημαία τους. Και κυρίως αυτοί που οργανώνουν την πολιτική εκτέλεση μιας ένοπλης οργάνωσης όπως ο Επαναστατικός Αγώνας. Όλα αυτά είναι σημεία των καιρών. Και ‘‘κόντρα στον καιρό’’ δυστυχώς, δεν μπορούν να στέκονται όλοι.

ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ – ΝΙΚΟΣ ΜΑΖΙΩΤΗΣ, ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
_