Ένα σκάφος, πολλές αποστολές και ατελείωτες αναμνήσεις

Ένα σκάφος, μια ιστορία, πολλές αποστολές και ατελείωτες αναμνήσεις. Αυτά όλα και πολλά άλλα είναι το ιστορικό και ήδη πολύχρονο, αλλά πάντα μάχιμο και αξιόπιστο περιπολικό πλοίο του Λ.Σ
020, τύπου Abeking, που ανήκει από τον Δεκέμβριο του 2016 στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου.

Ίμια, κυνήγι Αλβανών ναρκοεμπόρων στα θαλάσσια στενά της Κέρκυρας, ατελείωτες περιπολίες για τον εντοπισμό λαθραίων όπλων, τσιγάρων, αλλά και ναρκωτικών, αποτελούν τα «φαντάσματα» ενός ένδοξου παρελθόντος για το σκάφος που πριν λίγες ημέρες έγινε 40 ετών!

Το σκάφος ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και καθελκύσθηκε το 1978. Παραλήφθηκε από το Λιμενικό Σώμα στις 30 Ιουνίου 1978 και πήρε το όνομα «Πλωτάρχης Λ.Σ. Αρβανιτάκης Ιωάννης» και το διακριτικό ΠΠΛΣ 81. Διατέθηκε αρχικά στην κεντρική υπηρεσία του τότε Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, φορέα υπαγωγής του Λιμενικού Σώματος, με έδρα τον Πειραιά και τομέα επιχειρησιακής δράσης το ευρύτερο θαλάσσιο ελλαδικό πεδίο.

Το Φεβρουάριο 1981 διατέθηκε στη λιμενική αρχή Καβάλας όπου επιχειρούσε στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Βόρειου Αιγαίου, ενώ το 1987 διατέθηκε στην κεντρική υπηρεσία με έδρα τον λιμένα Πειραιά και ανάληψη ποικίλων αποστολών σε όλη την επικράτεια.

Το 1992 έλαβε το διακριτικό ΠΠΛΣ 020. Έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλές επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου, της διακίνησης ναρκωτικών, της παράνομης μεταφοράς όπλων, της διακίνησης παράτυπων μεταναστών, ενώ πολύ σημαντική είναι η προσφορά του στη φύλαξη των θαλάσσιων συνόρων.

Ο ήρωας λιμενικός

Το όνομά του το σκάφος το πήρε από έναν ήρωα του Λιμενικού Σώματος και της Λημνιακής Εθνικής Αντίστασης, ο οποίος έπεσε θύμα του γερμανικού ναζισμού το 1942.

Ο Ιωάννης Αρβανιτάκης, όπως βαφτίστηκε το τελευταίο απόκτημα του ΚΛΗ, γεννήθηκε το 1907 στους Βαρυπατάδες Κέρκυρας. Κατατάχθηκε στο Λιμενικό Σώμα το 1931, ονομάστηκε σημαιοφόρος Λ.Σ. το 1933, ανθυποπλοίαρχος Λ.Σ. το 1936 και προήχθη σε υποπλοίαρχο Λ.Σ. το 1939. Το 1938 τοποθετήθηκε λιμενάρχης Λήμνου όπου υπηρέτησε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Τον Απρίλιο του 1941 πήρε μέρος στην αντίσταση που πρόβαλαν οι στρατιωτικές δυνάμεις της νήσου υπό τον ναυτικό διοικητή ναύαρχο Κ. Οικονόμου. Μετά την κατάληψη του νησιού από τους Γερμανούς συνελήφθη και οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Αλεξανδρούπολη. Όταν αφέθηκε ελεύθερος επανήλθε στη θέση του στη Λήμνο και ανέλαβε σύντομα ηγετικό ρόλο στην εθνική αντίσταση.

Διέφυγε στο εξωτερικό, συγκέντρωνε πληροφορίες που μετέδιδε στους Συμμάχους και ενεργούσε κατά του εχθρού. Συγκρότησε κλιμάκιο πληροφοριών και έθεσε σε ενέργεια έναν από τους δύο ασυρμάτους της Ναυτικής Βάσης Μούδρου, που είχε διαφυλάξει. Με τον ασύρματο αυτόν διαβιβάζονταν ανελλιπώς οι πληροφορίες προς τους Συμμάχους.

Τον Μάιο του 1942 η γερμανική Στρατιωτική Αστυνομία συνέλαβε τον υπεύθυνο του κλιμακίου πληροφοριών και με τη μέθοδο των άγριων βασανιστηρίων οδηγήθηκε στο λιμενάρχη. Τον συνέλαβαν στο Κάστρο (Μύρινα) και τον μετέφεραν στο Μούδρο. Στις φυλακές τον βασάνισαν τρομερά, μέχρι θανάτου. Παρά τα ανείπωτα βασανιστήρια ο Αρβανιτάκης δεν «έσπασε», δεν μίλησε.

Η σύλληψη του λιμενάρχη προκάλεσε αίσθηση στο νησί και οι Γερμανοί πήραν μέτρα για να αποφύγουν έκτροπα. Τα χρόνια δεν στάθηκαν αρκετά για να λησμονηθεί στην ακριτική Λήμνο, καθώς κυκλοφορούν ακόμα διηγήσεις, θρύλοι, γράφονται στίχοι για τον μαρτυρικό λιμενάρχη αυτού του νησιού.

Το 1989 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στους Βαρυπατάδες Κέρκυρας, στήθηκε η προτομή του, ενώ μεταθανάτια προήχθη σε πλωτάρχη Λ.Σ. και τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ’ Τάξης «διότι αγωνιζόμενος τον ιερόν αγώνα της αντιστάσεως κατά των κατακτητών έπεσες, υπέρ Πατρίδος εκτελεσθείς υπό των Γερμανών».

Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο του Μούδρου, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα ο μαρμάρινος τάφος του».

Υπηρέτησε σε αυτό ο σημερινός αρχηγός του Λ.Σ

Ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής αντιναύαρχος Λ.Σ. Σταμάτιος Ράπτης, έχει διατελέσει κατά τη σταδιοδρομία του στο ΠΠΛΣ 020 ως κυβερνήτης. Δεν είναι μόνο ο αρχηγός όμως που έχει αφήσει το στίγμα του στο σκάφος, αλλά και πολλοί άλλοι λιμενικοί οι οποίοι έχουν και να διηγηθούν- όχι όμως για να γνωστοποιηθούν- και από μια συναρπαστική ιστορία με αίσιο τις περισσότερες φορές τέλος.

Ο κυβερνήτης του είναι ο ανθυποπλοίαρχος Λ.Σ Γεώργιος Τσαγκαράκης, ο οποίος μιλώντας στην «Π» τονίζει ότι όλοι όσοι υπηρετούν σε αυτό νιώθουν το δέος της μακρόχρονης ιστορίας του πλοίου «καθώς κινούμαστε στους χώρους του και συναισθανόμενοι το χρέος που μας έχει αναθέσει ο Θεός και το Λιμενικό Σώμα, να το κρατάμε επιχειρησιακά ενεργό για την εκπλήρωση της αποστολής μας.

Πρόσφατα το πλοίο μας ανελκύσθηκε για συντήρηση και πλέον μετά το πέρας των εργασιών και την καθέλκυσή του έχει ενταχθεί και πάλι στα διατιθέμενα επιχειρησιακά μέσα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου σε μόνιμη ετοιμότητα για να λάβει εντολές πλου για κάθε αποστολή».

Το σκάφος με δεκαμελές πλήρωμα έχει μήκος 29 μέτρα, πλάτος πέντε μέτρα και βύθισμα 1,65 μέτρα. Η μέγιστη ταχύτητα του είναι 20 κόμβοι και οι μηχανές του 2 MTU x1.300 ίππων. Εκτός από το φορητό οπλισμό του φέρει επίσης τρία πολυβόλα διαφόρων διαμετρημάτων

Ο λιμενάρχης Ηρακλείου αντιπλοίαρχος Ε. Δουβής αναφερόμενος στο περιπολικό πλοίο Λ.Σ 0.20 αναφέρει: «Το σκάφος αυτό μας γεμίζει δύναμη και αισιοδοξία. Κατά τη 40χρονη ιστορία του είχε ενεργό συμμετοχή σε πάρα πολλές επιχειρήσεις, λαμβάνοντας μέρος σε ιστορικές αποστολές του Λιμενικού Σώματος σε όλα τα ελληνικά πελάγη, από το Ιόνιο και την Κέρκυρα μέχρι τη θάλασσα Καστελορίζου και τη Μεγίστη και από το Βόρειο Αιγαίο και την Καβάλα μέχρι το Κρητικό Πέλαγος και το Ηράκλειο, όπου κοσμεί το κεφάλι της προβλήτας Μικρού Κούλε στην μπούκα του ενετικού λιμένα, ανάμεσα στο κτίριο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου και του θαλάσσιου κάστρου Rocca a Mare. Συνεγείρει το «μέσα» του ανθρώπου, του Έλληνα που θέλει να μεγαλώσει την υπερηφάνεια του, να καταδείξει την αξιοσύνη του, να χαρεί την ομορφιά της μεγαλοπρέπειάς του. Έχοντας γνώση ότι ακόμα και ο ίδιος ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής αντιναύαρχος Λ.Σ. Σταμάτιος Ράπτης έχει διατελέσει κατά την σταδιοδρομία του στο ΠΠΛΣ 020 ως κυβερνήτης, το δέος κορυφώνεται». 

Του Θάνου Περβολαράκη
patris.gr
_