Εγγραφη «συγγνώμη» δύο νοσοκομείων σε πολίτες

Με παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, λόγω κακής συμπεριφοράς ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού
Συγγνώμη ζήτησαν εγγράφως οι διοικήσεις δύο νοσηλευτικών ιδρυμάτων σε πολίτες οι οποίοι δέχθηκαν αγενή συμπεριφορά εκ μέρους του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, ή και άρνηση εξέτασης και νοσηλευτικής φροντίδας.

Στην ενέργεια αυτή προχώρησαν μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη και τη διενέργεια διοικητικής έρευνας (στις δύο περιπτώσεις ΕΔΕ). «Αυτό αποτελεί καλή πρακτική εκ μέρους των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, θέτοντας βάσεις για αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο σύστημα Υγείας, οι οποίοι αισθάνονται ηθική δικαίωση και ικανοποίηση για την αναγνώριση του λάθους συμπεριφοράς εκ μέρους του προσωπικού και της διοίκησης των νοσηλευτικών αυτών ιδρυμάτων» αναφέρεται σε ανακοίνωση του Συνηγόρου του Πολίτη. 

Καταγγελίες για προσβλητική συμπεριφορά

Ο Συνήγορος του Πολίτη διερεύνησε τρεις καταγγελίες πολιτών για κακή συμπεριφορά γιατρών. Στην πρώτη περίπτωση, ασθενής που έπασχε από Αλτσχάιμερ νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο «Αμαλία Φλέμιγκ» και λόγω έλλειψης χώρου αναγκάστηκε να μοιραστεί δωμάτιο με άλλους νοσηλευόμενους ασθενείς.

Ενα από τα συμπτώματα της ασθένειας αυτής είναι ο ασθενής να μην κατανοεί τι λέει και να μιλάει δυνατά, ενοχλώντας τους υπόλοιπους ασθενείς. Παρά το γεγονός ότι το νοσηλευτικό προσωπικό έδωσε τα απαραίτητα ηρεμιστικά φάρμακα, ο αρμόδιος για τη νοσηλεία γιατρός μίλησε με προσβλητικό τρόπο στον ασθενή και στη σύζυγό του, ζητώντας της αγενώς να τον σταματήσει η ίδια να μιλάει και να ενοχλεί. Στην εξήγησή της ότι δεν μπορεί, διότι πάσχει από Αλτσχάιμερ, δεν έδειξε καμία ευαισθησία, αντιθέτως συνέχισε την υποτιμητική συμπεριφορά απέναντί της.
Η πολίτης αισθάνθηκε έντονα ότι εθίγη η αξιοπρέπεια του συζύγου της ως ασθενούς, αλλά και η δική της ως συνοδού του και ζήτησε εγγράφως από τη διοίκηση του νοσοκομείου να επιπλήξει τον γιατρό.

Αρνηση εξέτασης ενώ είχε ραντεβού

Στη δεύτερη περίπτωση, η ασθενής επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου «Αμαλία Φλέμιγκ», κατόπιν ραντεβού, με συμπτώματα ίωσης (πυρετός, βήχας και πονόλαιμος). Η παθολόγος γιατρός αρνήθηκε να εξετάσει την ασθενή και την προέτρεψε να μεταβεί στο εφημερεύον νοσοκομείο, που ήταν το «Σωτηρία», το οποίο βρίσκεται σε πολύ μακρινή απόσταση από το «Αμαλία Φλέμιγκ», διότι κατά τη γνώμη της έπρεπε να πάει στα επείγοντα του νοσοκομείου που εφημέρευε, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η πολίτης είχε ήδη κλείσει ραντεβού στο «Αμαλία Φλέμιγκ» μέσω της νόμιμης διαδικασίας.

Η ασθενής αναγκάστηκε να φύγει χωρίς κανείς να την εξετάσει και αισθάνθηκε ότι αντιμετωπίστηκε «σαν σκουπίδι», όπως η ίδια ανέφερε.

Για κακή συμπεριφορά

Στην τρίτη περίπτωση, πολίτης προσήλθε στα επείγοντα του ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης με πόνο στο αφτί, αλλά η γιατρός εφημερίας αρνήθηκε να τον εξετάσει, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν επείγον. Οταν ο ασθενής ρώτησε το όνομά της, εκείνη του απάντησε με αγενή τρόπο και αρνήθηκε, οπότε ο πολίτης έφυγε άπραγος και ζήτησε τη διαμεσολάβηση του Συνηγόρου για να ταυτοποιηθεί η γιατρός και να της γίνουν επιπλήξεις για κακή συμπεριφορά.

Η διερεύνηση των καταγγελιών

Ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε έγγραφα στις διοικήσεις των νοσοκομείων και ζήτησε τη διερεύνηση των περιστατικών. Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

Στην πρώτη περίπτωση διενεργήθηκε ΕΔΕ κατόπιν αιτήματος του Συνηγόρου, ο γιατρός απολογήθηκε εγγράφως και εξέφρασε τη συγγνώμη του στην ασθενή. Επιπροσθέτως, έγιναν συστάσεις από τη διοίκηση του νοσοκομείου στον γιατρό «περί μη επανάληψης της μη πρέπουσας συμπεριφοράς σε άλλον ασθενή και διατήρηση της ιατρικής του συμπεριφοράς στο ύψος των δύσκολων υποχρεώσεών του».

Στη δεύτερη περίπτωση, η γιατρός στην αρχική της απολογία δεν αποδέχθηκε το λάθος της, για τον λόγο αυτόν διενεργήθηκε ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), η οποία καθυστέρησε πολύ να διεκπεραιωθεί, αφού οι διευθυντές γιατροί στους οποίους ανατίθεντο η ΕΔΕ, ο ένας μετά τον άλλον, ζητούσαν εξαίρεση από τη διαδικασία. Εν τέλει, η ΕΔΕ διενεργήθηκε και διαπιστώθηκε το λάθος εκ μέρους της γιατρού, η οποία ζήτησε συγγνώμη από την ασθενή για την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε και απέδωσε το συμβάν σε κακή συνεννόηση. Η συγγνώμη διαβιβάστηκε εγγράφως από τον διοικητή του νοσοκομείου στην πολίτη.

Στην τρίτη περίπτωση, το περιστατικό διερευνήθηκε από τη διοίκηση του νοσοκομείου, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν η εφημερεύουσα γιατρός η οποία συμπεριφέρθηκε απρεπώς, αλλά μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού. Ο διευθυντής του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του νοσοκομείου, καθώς και ο ίδιος ο διοικητής του νοσοκομείου (και διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας) απέστειλαν έγγραφο συγγνώμης στον πολίτη και διαβεβαίωσαν τον Συνήγορο για την αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον.
 
 
 
Έλενα Φυντανιδου
ΒΗΜΑ
.