Η συναισθηματική εξουθένωση των αστυνομικών

Οι Αστυνομικοί εκτίθενται καθημερινά σε μία πληθώρα ερεθισμάτων και καταστάσεων αναφορικά με το αντικείμενο των καθηκόντων τους, τα οποία δημιουργούν έντονα
αρνητικά
συναισθήματα (Berking & συν., 2010).

H έκθεση των Αστυνομικών σε στρεσογόνους παράγοντες είναι καθημερινή και συνεχής, ενώ το επάγγελμα τους έχει αναγνωριστεί (Dantzer, 1987· Liberman & συν., 2002) ως ένα από τα πέντε (Berking & συν., 2010) ή μάλλον το πιο αγχογόνο (Selye, 1981) επάγγελμα παγκοσμίως και ταυτόχρονα, αποτελεί τον πιο αγχογόνο επαγγελματικό πληθυσμό στις Η.Π.Α. (Violanti, 1984, 1985, 1992). Το εξαιρετικά αγχογόνο επάγγελμά τους μπορεί να επιφέρει σοβαρές σωματικές, ψυχολογικές και συμπεριφορoλογικές δυσλειτουργίες, ενώ η εργασία τους δεν τους προσφέρει εκ των προτέρων ιδιαίτερα αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης του στρες, ώστε να μπορούν να ανακουφίζονται από τα προβλήματα τα οποία δύναται να προκαλέσει (McCraty & συν., 1999).
Ακολουθούν ένα επάγγελμα που ενέχει ιδιαίτερες ψυχοφυσιολογικές απαιτήσεις, με επακόλουθο τις δυσμενείς επιπτώσεις στη σωματική και την ψυχική υγεία (Βέμη & συν., 2007). Τα καθήκοντα τους δεν άπτονται μόνο στο να ακολουθούν και να εφαρμόζουν το Νόμο και να συλλαμβάνουν τους εγκληματίες· είναι υπεύθυνοι για την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, την διασφάλιση της ειρήνης, τη διατήρηση της τάξης, την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και την παροχή μιας μεγάλης γκάμας υπηρεσιών προς τους πολίτες όλο το 24ωρο (Martin, 1999).

Εκτίθενται σε γεγονότα που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα και απρόβλεπτα, τα οποία πυροδοτούν θυμό, άγχος, θλίψη, φόβο και στρες, ενώ για να διατηρήσουν τον έλεγχο διαφόρων καταστάσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν, μπορούν να χρησιμοποιήσουν νόμιμη βία και απαιτείται να λάβουν άμεσα και γρήγορα αποφάσεις ζωής και θανάτου, πυροβολώντας κατά ανθρώπων ή κατά πραγμάτων, διαχωρίζοντας άτομα από καυγάδες και συμπλοκές, θέτοντας χειροπέδες, προειδοποιώντας, καθησυχάζοντας, συζητώντας (Berking & συν., 2010), κάνοντας συστάσεις και συμβουλεύοντας. Κατ΄ επέκταση, μπορούμε να μιλάμε για ένα κοινωνικό λειτούργημα, καθώς η εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας εξαρτάται σε μεγάλο ποσοστό από την ύπαρξη και τη λειτουργία της Αστυνομίας, καθώς λειτουργεί ως εφαλτήριο για την διατήρηση της ομαλής κοινωνικής ζωής.

Για να γίνει σαφέστερο το μεγάλο εύρος των καθηκόντων, τα συνηθέστερα συμβάντα και αδικήματα κατά τους Ελληνικούς Ποινικούς Νόμους που απαντώνται στην καθημερινή υπηρεσία ενός Έλληνα Αστυνομικού που εργάζεται σε Αστυνομικό Τμήμα και κυρίως, στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, όπως είναι οι αυτοκτονίες, οι αιφνίδιοι θάνατοι, οι διαπληκτισμοί και τα φραστικά επεισόδια, η ενδοοικογενειακή βία, η κακοποίηση ή θανάτωση ζώων, η πρόκληση σωματικών βλαβών, οι ανθρωποκτονίες, οι βιασμοί, η αποπλάνηση ανηλίκων, η παράνομη χρήση ή εμπορία ναρκωτικών, η παράνομη κατοχή και χρήση όπλων, η πλαστογραφία, τα παίγνια, οι κλοπές και ληστείες, οι συμπλοκές, τα εργατικά ή μη ατυχήματα, τα τροχαία δυστυχήματα και οι τραυματισμοί, άτομα υπό την επήρεια μέθης, απείθεια και αντίσταση κατά της Αρχής και πολύ συχνά η εκτέλεση εισαγγελικών παραγγελιών για την μεταφορά ψυχικά ασθενών πολιτών σε Ψυχιατρικά Νοσοκομεία και Κλινικές.
Γίνεται προφανές ότι ένας Αστυνομικός που οφείλει να έρθει αντιμέτωπος με ανάλογα περιστατικά, πρέπει να διαθέτει μεγάλα ποσοστά ψυχολογικής δύναμης, αντοχής και δεξιοτήτων, ώστε να ανταπεξέλθει στα αρνητικά κατά κύριο λόγο συναισθήματα που αυτά εκλύουν και ακόμα περισσότερο να μπορέσει να τα διαχειριστεί.

Η γραφειοκρατική και ημιστρατιωτική δομή, αλλά και ο ανάλογος τρόπος οργάνωσης της Υπηρεσίας επιφορτίζει το ήδη τεταμένο εργασιακό περιβάλλον των Αστυνομικών, καθώς προϋποθέτει την παγιωμένη υπακοή και εκτέλεση εντολών των ανωτέρων και τη συμμόρφωση τους με διαταγές σχετικά με την εμφάνιση και την παράσταση τους, τον τρόπο χειρισμού των περιστατικών που αντιμετωπίζουν και την συνολική συμπεριφορά τους, περιορίζοντας έτσι σημαντικά την εποικοδομητική πρωτοβουλία και τη λήψη αποφάσεων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι νόρμες και διαταγές που οι Αστυνομικοί ακολουθούν, προβλέπονται από παρωχημένα διατάγματα, είκοσι πέντε ετών και άνω, τα οποία δεν μπορούν να συμβαδίσουν σε μεγάλο βαθμό με τις ολοένα αυξανόμενες αρμοδιότητες και νέες ανάγκες της υπηρεσίας, αλλά και την ταχεία εξέλιξη της κοινωνίας με το πέρασμα των χρόνων.

Επιπλέον, οι κακές σχέσεις με συναδέλφους, μπορούν να δυσχεράνουν σημαντικά την εκτέλεση της υπηρεσίας, καθώς πολλές φορές απαιτείται η από κοινού εργασία για αρκετές ώρες μεμονωμένα ή και σε καθημερινή βάση, ένεκα αυξημένης έλλειψης προσωπικού ή μη κατανόησης του ζητήματος από τους ανωτέρους. Επιπρόσθετα, το ωράριο εργασίας, σε πολλές αστυνομικές υπηρεσίες και κυριότερα σε Αστυνομικά Τμήματα γίνεται γνωστό την αμέσως προηγούμενη ημέρα και μόνο το Σαββατοκύριακο και τη Δευτέρα γίνονται γνωστά από την Παρασκευή. Αν και τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί διαταγές για την έκδοση εβδομαδιαίου προγράμματος εργασίας, αυτό συνεχίζει να μη τηρείται, καθώς πολύ συχνά λόγω επειγόντων περιστατικών και υπηρεσιακών αναγκών, τροποποιείται. Κάτι τέτοιο περιορίζει σημαντικά την προσωπική ζωή των Αστυνομικών καθώς δε μπορούν να προγραμματίσουν με βεβαιότητα την καθημερινότητα τους, ενώ ακόμη κι όταν αυτό είναι γνωστό, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να αλλάξει, με ενημέρωση των ίδιων ακόμα και λίγες ώρες πριν, όπως ενημέρωση το προηγούμενο βράδυ για εκτέλεση υπηρεσίας το ερχόμενο πρωινό.

Ωστόσο, από τα σημαντικότερα ζητήματα αναφορικά με την υπηρεσία αποτελεί η δυσαρέσκεια σχετικά με τις οικονομικές απολαβές. Τα τελευταία έξι χρόνια ο μισθός του Έλληνα Αστυνομικού έχει διέλθει από πολλές μεταβολές, με την μείωση του βασικού μισθού, τον περιορισμό επιδομάτων που άλλοτε συνέβαλαν στην αύξηση του μηνιαίου εισοδήματος του, όπως η νυχτερινή εργασία και η εργασία πέραν του πενθημέρου και την περικοπή επιδομάτων πάσης φύσεως αδειών και εκείνων ένεκα εκλογών, που παλαιότερα προσέφεραν έναν αρκετά καλό εισόδημα. Επίσης, η προοπτική ιεραρχικής ανέλιξης είναι περιορισμένη, καθώς ένας Αστυνομικός που κατέχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή και μεταπτυχιακού επιπέδου, αλλά και άλλες ειδικές γνώσεις, όπως ξένες γλώσσες και γνώσεις καλής χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, θα ανέλθει ιεραρχικά μόνο, εφόσον εκδοθεί προκήρυξη για πρόσληψη και μετάταξη Αστυνομικών με ανάλογα προσόντα, ενώ υπάρχουν μικρές διευκολύνσεις για την προαγωγή στον αμέσως επόμενο ιεραρχικά βαθμό, όπως η σύντμηση του χρονικού διαστήματος, εφόσον ο Αστυνομικός συμμετέχει σε προαγωγικές εξετάσεις.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο Αστυνομικός που κατέχει κάποιες ειδικές γνώσεις υπάρχει περίπτωση, όχι όμως αναγκαιότητα, να εκτελέσει σχετικά με αυτές καθήκοντα μόνο, εφόσον ο ίδιος αιτηθεί να μετακινηθεί σε άλλη υπηρεσία, ειδάλλως στην περίπτωση των Αστυφυλάκων θα λάβει ανώτερο βαθμό μετά από δέκα περίπου χρόνια. Τέλος, η υπερβολική γραφειοκρατική εργασία και η αυστηρή ιεραρχιοκρατία (Αmaranto & συν., 2003·McCraty & συν., 1999), αποτελούν με όλα τα προηγούμενα, στρεσογόνους παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε συναισθήματα απογοήτευσης και θυμού, χρόνιου άγχους, αβοηθητότητας, επαγγελματικής εξουθένωσης και καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Από ψυχολογικής πλευράς, με βάση την περιορισμένη διεθνώς βιβλιογραφία, η επιβολή βίας και ο σοβαρός ή θανάσιμος τραυματισμός ανθρώπων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αν και συμβαίνει σε πολύ μικρό ποσοστό, μπορεί να επιφέρει χρόνιες τραυματικές συνέπειες (Komarovskaya & συν., 2011) ή και συμπτώματα μετατραυματικού στρες, που κυμαίνονται στο 7% με 10% (Berking & συν., 2010) ή και την ίδια τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (McCraty & συν., 1999). Επιπρόσθετα, τα υψηλά ποσοστά χρήσης αλκοόλ, της κοινωνικής απομόνωσης και απόσυρσης (Burke, 1993·Berking & συν., 2010) αποτελούν μία αντανάκλαση του μη-διαχειριζόμενου συναισθηματικού στρες με ποσοστά που ανέρχονται στο 33% με 48% στους άνδρες και στο 24% με 40% σε γυναίκες Αστυνομικούς, ενώ έρευνες έχουν δείξει ότι η αυτοκτονία είναι τρεις φορές πιο πιθανή σε Αστυνομικούς από ό,τι σε άλλους δημόσιους ή δημοτικούς υπαλλήλους (McCraty & συν., 1999). Επίσης, η χρονιότητα του επαγγελματικού στρες επεκτείνεται στο οικογενειακό περιβάλλον και τις διαπροσωπικές σχέσεις των Αστυνομικών, με αντίκτυπο τους χωρισμούς και τα αυξημένα διαζύγια σε αυτό τον πληθυσμό (McCraty & συν., 1999).

Η έκθεση των Αστυνομικών σε κάθε ανθρώπινη τραγωδία ή δυσάρεστη κατάσταση, σαν κι αυτές που περιγράφηκαν, απαιτεί τη διατήρηση του αυτο-ελέγχου τους και την απομάκρυνση τους από έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, που προκαλούνται από τέτοια συμβάντα (Progrebin & Poole, 1988, 1991). Ειδικότερα, ο Αστυνομικός απαιτείται να περιορίζει ή να καταπιέζει τα συναισθήματα του και να μην εμπλέκεται προσωπικά στις συναισθηματικές εκφράσεις των πολιτών με τους οποίους έρχεται σε επαφή, ώστε να διατηρήσει την εξωτερική επιδοκιμασία, που η κοινή λογική έχει ορίσει, η οποία αρκετά συχνά σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα του ως Αστυνομικού (Martin, 1999).
Η επαγγελματική και παραδοσιακή εικόνα του Αστυνομικού είναι συνυφασμένη με το ανδρικό πρότυπο του σκληρού και ανένδοτου που δεν υποκύπτει σε συναι-σθηματισμούς. Ωστόσο, υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην δημόσια εικόνα της Αστυνομίας και στο τί πραγματικά κάνει ένας Αστυνομικός. Αν και η γενναιότητα που εξ ορισμού διακατέχει αυτή την ιδιότητα και η καταπάτηση του εγκλήματος με τις συλλήψεις των δραστών είναι αυτά που την κάνουν μία «ηρωική» δουλειά, σε μεγάλο μέρος της μπορεί να είναι βρώμικη, βαρετή, μη ενδιαφέρουσα και δυσάρεστη (Martin, 1999).

Η Αστυνομία έχει θέσει άτυπα αυστηρά και ασυμβίβαστα standards αναφορικά με την διαχείριση των συναισθημάτων, που μεταβιβάζονται μέσω της επαγγελματικής κοινωνικοποίησης (Kadushin, 1962), καθώς υπάρχει η γενικότερη αντίληψη ότι οι πολίτες προσδοκούν από αυτή να είναι ατρόμητη και χαλαρή, ικανή να χειριστεί τις κρίσιμες καταστάσεις που ανακύπτουν με αντικειμενικό τρόπο. Από την απαρχή της καριέρας τους, με την πρόσληψη τους στο Σώμα και την επακόλουθη εκπαίδευση τους στις Αστυνομικές Σχολές, «μαθαίνουν», σύμφωνα πάντα με την υφιστάμενη διεθνή βιβλιογραφία, να καταπνίγουν τα συναισθήματα τους, ώστε να διατηρήσουν και να επιδείξουν την αρμόζουσα, κατά την αστυνομική λογική, επαγγελματική εικόνα στο κοινό, αλλά και στους συναδέλφους τους, διότι αυτά μπορούν να θεωρηθούν αδυναμία κι ενέχουν κίνδυνο να επέλθει ρήξη στην ικανότητα τους να ασκήσουν τα καθήκοντα τους και να είναι εν τέλει αποτελεσματικοί (Progrebin & Poole, 1991).

Όταν ένας Αστυνομικός συζητά για τα συναισθήματα του με τους συναδέλφους του μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής ή ανίκανος να τα χειριστεί πλήρως, αλλά και ότι δεν είναι ένας ακέραιος και αξιόπιστος συνάδελφος, επιδεικνύοντας συναισθηματισμούς που αποτελούν εμπόδιο για την ομαλή διεξαγωγή της υπηρεσίας (Progrebin & Poole, 1991). Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, οποιαδήποτε συναισθηματική επίδειξη προς άλλους γίνεται άβολη και έτσι αποφεύγεται, καθώς κυριαρχεί ο φόβος της απόκτησης της «ταμπέλας του ευαίσθητου», επιφέροντας αρνητικές συνέπειες και στις διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς αυτή η συμπεριφορά επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της ζωής τους. Κατόπιν, υιοθετούν ένα προσωπείο, απόμακρης και αδιάφορης συμπεριφοράς, ώστε να θεωρούνται «κανονικοί» και σκληροί.

Οι αποκρίσεις τους σε κοινές συναισθηματικές καταστάσεις και γεγονότα είναι καμουφλαρισμένες και περιορίζονται σε «στενές» επαγγελματικές συνταγές (Progrebin & Poole, 1991). Αυτές οι νόρμες που επικρατούν μέσα στο αστυνομικό πλαίσιο είναι που καθορίζουν την επαγγελματική ταυτότητα και το ρόλο του Αστυνομικού. Ωστόσο, οι συναισθηματικές αποκρίσεις ανάμεσα σε ‘κείνους που δουλεύουν σε εξωτερικές υπηρεσίες, όπως, η Εποχούμενη ή Πεζή Περιπολία, τα Μέτρα Τάξης, κλπ, και σε εσωτερικές υπηρεσίες, όπως Αξιωματικός Υπηρεσίας, Γραμματειακή Υποστήριξη, κλπ, διαφέρουν στον τρόπο αντιμετώπισης κρίσιμων καταστάσεων. Υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου το να «μπαίνεις» στη θέση κάποιου, είτε δράστη είτε θύματος, είναι κατανοητό και επιθυμητό, καθώς κάτι τέτοιο δείχνει ότι υφίσταται κατανόηση και έγνοια, που εν τέλει προάγει την αποτελεσματική διερευνητικότητα του Αστυνομικού (Progrebin & Poole, 1991).

Οι Αστυνομικοί δεν εκπαιδεύονται σχετικά με τον συναισθηματικό τους έλεγχο και αυτό επιτυγχάνεται μόνο με την απόκτηση των εργασιακών εμπειριών τους. Σύμφωνα με τους Shields & Koster (1989), κατά την επαγγελματική τους θητεία και κοινωνικοποίηση μαθαίνουν από παλαιότερους και έμπειρους Αστυνομικούς, οι οποίοι τους εντάσσουν στην αστυνομική κουλτούρα, διοχετεύοντας τους πεποιθήσεις, συγκεκριμένο λεξιλόγιο, κανονιστικές νόρμες σχετικά με το συναίσθημα (Progrebin & Poole, 1991). Πολλές φορές χρησιμοποιούν το χιούμορ ως καμουφλάζ των συναισθημάτων τους, εξωτερικεύοντάς τα, έτσι, με έμμεσο και αποδεκτό τρόπο, χωρίς να δημιουργείται ρήξη στην εικόνα της αξιοπιστίας τους. Το χιούμορ λειτουργεί ως ένα είδος ελέγχου των συναισθημάτων τους σε κρίσιμες καταστάσεις και συμβάντα. Ως εκ τούτου, οι συναισθηματικές ανησυχίες και εντάσεις τους, ουδετεροποιούνται και κανονικοποιούνται μέσω στρατηγικών, όπως το χιούμορ, που ενισχύουν την ομαδική αλληλοϋποστήριξη. Μία ανάλογη, όμως, συμπεριφορά αποδεικνύει την ενδόμυχη ανάγκη τους για μοίρασμα των συναισθηματικών εμπειριών και εκφράσεων τους, κάτι που οι ίδιοι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ιδιαίτερα (Progrebin & Poole, 1991).

Το εξαιρετικά απαιτητικό και μεγάλο εύρος των καθηκόντων τους προκαλεί στους Αστυνομικούς αρκετό στρες, το οποίο βάσει ατομικών και επαγγελματικών χαρακτηριστικών, αντανακλάται σε θυμό, επιθετικότητα και επαγγελματική εξουθένωση κι έχει αντίκτυπο στην επαγγελματική και οικογενειακή τους ζωή (Aytac, 2005). Σε έρευνα της Aytac (2015) βρέθηκε ότι υφίσταται θετική συσχέτιση μεταξύ των συμπτωμάτων και των πηγών του στρες με κάποιες μορφές θυμού, δείχνοντας ότι το χρόνιο στρες αυξάνει τον θυμό.

Ο Biagio (1989) όρισε το θυμό ως ένα δυναμικό συναίσθημα που προκαλείται ενάντια σε ένα πραγματικό ή υποτιθέμενο εμπόδιο, απειλή ή αδικία και ως συναίσθημα προσανατολίζει το άτομο στην εξάλειψη των ενοχλητικών ερεθισμάτων (Ozkan & συν., 2015). Ο θυμός μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στη ζωή κάποιου, όπως η επιθετική συμπεριφορά, η ενδοοικογενειακή βία, ο εθισμός σε ουσίες, καθώς και εμφάνιση σωματικών διαταραχών (Ozkan & συν., 2015). Oι Ozkan και συν. (2015) αναφέρθηκαν στη «διαπροσωπική ευαισθησία» που εκφράζεται ως το στρες που δημιουργείται από αισθήματα ανεπάρκειας και αυτό-ταπείνωσης σε ένα άτομο κι εντόπισαν τις αιτίες αυτού του φαινομένου στις αυξημένες ώρες εργασίας και στις σωματικές και κοινωνικές συνθήκες εργασίας. Με την έρευνα τους σε λογιστές, έδειξαν, ότι ο φόρτος εργασίας έχει θετική συσχέτιση με τα συμπτώματα θυμού, καθώς όσο αυξάνεται το πρώτο στοιχείο, τόσο αυξάνεται και το δεύτερο.

Oι Αστυνομικοί έχουν «εξουσιοδοτηθεί» να χρησιμοποιούν διάφορες μορφές εκφοβισμού, ώστε να εκπληρώσουν τα έννομα καθήκοντα τους, αλλά μπορεί να μεταχειριστούν άσκοπα και υπέρμετρη βία, όπως βωμολοχίες, φυλετικές προσβολές και ανώφελες λεκτικές απειλές, αλλά και θανάσιμο ή μη τραυματισμό (Holmes & Smith, 2012). Οποιαδήποτε, ωστόσο, μορφή συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από το πόσο ήπια ή σκληρή είναι, η οποία υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για τη διατήρηση της ζωής, την πρόληψη βλάβης και τραυματισμού ή τον ασφαλή έλεγχο μίας κατάστασης και έχει ως στόχο να «πληγώσει» κάποιον σωματικά ή και ψυχικά, αποτελεί υπέρμετρη βία (Holmes & Smith, 2012·Miller, 2015). Η έρευνα των Brunson & Miller (2006) έδειξε ότι πολλές μορφές παράνομης αστυνομικής επιθετικότητας χρησιμοποιούνται δυσανάλογα ενάντια μειοψηφικών πληθυσμών, κυρίως σε υποανάπτυκτες αστικές γειτονιές.

To φαινόμενο έχει τις ρίζες του βαθιά στην κοινωνική δομή, όπου η κοινωνία διαχωρίζεται σε φυλές και κοινωνικές τάξεις (Holmes & Smith, 2012), αν και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι Αστυνομικοί στοχεύουν να «πλήξουν» πολίτες βασιζόμενοι μόνο και μόνο στη φυλή τους (Miller, 2015). Ωστόσο, η χρήση αστυνομική βίας δεν είναι τόσο συχνή, ενώ η θανάσιμη βία είναι αρκετά σπάνια. Αν και συγκεκριμένοι τύποι συμπεριφοράς, ατομικά χαρακτηριστικά και επαγγελματικές εμπειρίες μπορεί να κάνουν κάποιους Αστυνομικούς περισσότερο επιρρεπείς στη χρήση βίας, μερικές φορές οι ίδιοι απέχουν από αυτή, θέτοντας σε κίνδυνο τη δική τους ασφάλεια (Miller, 2015).

Τέλος, σύμφωνα με την έρευνα των Brown & Daus (2015), ο έλεγχος του θυμού στους Αστυνομικούς αποτελεί βασική συναισθηματική εμπειρία στην καθημερινότητα τους και αποτελεί ένα είδος ρύθμισης συναισθήματος, καθώς τροποποιεί την εμπειρία και την έκφραση μίας αρνητικής συναισθηματικής απόκρισης, ενώ έχει αποδειχθεί ότι ο έλεγχος του θυμού εμπεριέχει συνειδητές και λογικές διαδικασίες που σχετίζονται άμεσα τη λογική λήψη αποφάσεων (Brown & Daus, 2015). Από την ανασκόπηση της ξένης κυρίως βιβλιογραφίας, παρατηρήθηκε ότι οι έρευνες και το ενδιαφέρον σχετικά με τη ρύθμιση συναισθήματος γενικότερα, αλλά και ειδικότερα σε διάφορα επαγγέλματα, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά. Παρόλα αυτά, η βιβλιογραφία και οι έρευνες γύρω από το επάγγελμα του Αστυνομικού είναι αρκετά περιορισμένες, πλην όμως υπαρκτές γύρω από τη ρύθμιση συναισθήματος στον συγκεκριμένο τομέα και δή ακόμα περισσότερο περιορισμένη σχετικά με τον θυμό.

Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει την Διεύθυνση Υγειονομικού για την ψυχολογική αξιολόγηση των Αστυνομικών. Οι εν ενεργεία Αστυνομικοί μπορούν να αξιολογηθούν, όσον αφορά την ψυχική τους υγεία μετά την πρόσληψή τους, κατόπιν παραπομπής από την υπηρεσία τους, εφόσον διαπιστωθεί παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, ιδιαιτερότητες ή δυσκολίες στην εκτέλεση του ανατιθεμένου σε αυτούς αστυνομικού έργου ή άλλα στοιχεία που επηρεάζουν δυσμενώς την υπηρεσιακή τους ζωή. Επιπροσθέτως, οι εν ενεργεία Αστυνομικοί από τη στιγμή της πρόσληψης τους στο σώμα της ΕΛ.ΑΣ. αξιολογούνται ως προς την καταλληλότητα τους προς τη χρήση του όπλου. Για τον σκοπό αυτό, έχουν συσταθεί ειδικές επιτροπές που αποτελούνται από ψυχολόγους και ψυχιάτρους.

Σε αυτές τις επιτροπές παραπέμπονται οι αστυνομικοί:
α) που δεν έχουν υποβληθεί σε ψυχοτεχνικές δοκιμασίες για την εισαγωγή τους στην ΕΛ.ΑΣ.,
β) που συμπλήρωσαν πενταετία από την αποφοίτηση τους από τις Σχολές Αστυφυλάκων ή Αξιωματικών και
γ) όταν υπάρχουν ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου, που οφείλονται σε λόγους ψυχικής υγείας του αστυνομικού.

Οι ειδικές επιτροπές διερευνούν κατά περίπτωση με ψυχοτεχνικές δοκιμασίες και συνέντευξη των εξεταζόμενων, την εν γένει προσωπικότητα αυτών και κυρίως την αυτοκυριαρχία, τη συναισθηματική σταθερότητα, την κρίση, την αντίληψη και την ικανότητα προσαρμογής τους στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις και αποφαίνονται για το αν η προσωπικότητά τους παρέχει τα εχέγγυα για την ορθή χρήση του όπλου. Εφόσον η επιτροπή διαγνώσει και ενδείξεις ψυχοπαθολογίας, παραπέμπει τον αστυνομικό στο Ψυχιατρικό Τμήμα.

Τα ψυχομετρικά εργαλεία περιλαμβάνουν σχέδιο ανθρώπινης μορφής (Σ.Α.Μ.), αυτό-περιγραφή και ετερο-περιγραφή. Για την βελτίωση του έργου της αξιολόγησης των Αστυνομικών έχει συσταθεί από διετίας περίπου, επιτροπή έργου με σκοπό την εύρεση ψυχομετρικού εργαλείου κατάλληλα σταθμισμένου για τον αστυνομικό πληθυσμό, τα πορίσματα της οποίας αναμένονται.
Ένας αστυνομικός μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ζητήσει και να λάβει ψυχιατρική ή/ και ψυχολογική υποστήριξη από τους ψυχολόγους ή ψυχιάτρους της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως προβλέπεται από το Π.Δ. 584/1985. Καθήκον του επιστημονικού προσωπικού είναι να εξετάζει τους ασθενείς και να παρέχει τις επιστημονικές του γνώσεις, με γνώμονα κυρίως την εξυπηρέτηση του ασθενούντος προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ , λαμβανομένου υπόψη και του υπηρεσιακού συμφέροντος.

Από τα ανωτέρω είναι εμφανές ότι η μόνη αξιολόγηση που θα δεχτεί ο Αστυνομικός χωρίς τη δική του πρωτοβουλία, αλλά με την πρωτοβουλία της Υπηρεσίας λαμβάνει χώρα κάθε πέντε -5 -χρόνια, κατά την αξιολόγηση για την ικανότητα του να φέρει οπλισμό. Είναι κατανοητό ότι ένας Αστυνομικός που βρίσκεται σε Υπηρεσία με συνεχή έκθεση σε στρεσογόνα γεγονότα θα χρειαστεί σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα από τα πέντε χρόνια να αξιολογηθεί για την ψυχική του υγεία και την επαγγελματική του ικανότητα, ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσο επηρεάζεται η ψυχική του ισορροπία.
Η αξιολόγηση που αφορά τον οπλισμό ίσως είναι αρκετά στοχευμένη και μπορεί να περιορίζει άλλες εκφάνσεις της ψυχικής υγείας. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί και μία πρόταση για το μέλλον που θα βελτιώσει σημαντικά την εσωτερική λειτουργικότητα της Αστυνομίας.
Τα ανωτέρω στηρίχθηκαν σε βιβλιογραφικές έρευνες και δεν αποτελούν προσωπική έμπνευση.



του Ε. Δρίβα
e-psychology.gr, policenet.gr, http://aspapolice.gr
.