Τα όρια της νόμιμης άμυνας του αστυνομικού, Νομολογία σε πραγματικό περιστατικό σοβαρού τραυματισμού πολίτη από πυρά

Η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και μάλιστα δικαίωμα αυτοτελές, ίδιο και δημόσιο - Νομολογία.

1. Παρατίθεται το
167/1991 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Σερρών που αφορά την άμυνα και είναι εναρμονισμένο με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Σ. και 139 Κ.Π.Δ., διότι περιέχει με σαφήνεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθώς επίσης και τις σχετικές σκέψεις, επικουρούμενες από επιστημονικές απόψεις, που δικαιολογούν την κατάληξή του. Για την πληρότητα της τελειωτικής κρίσης – απόφασης του σχετικού βουλεύματος οπωσδήποτε συνετέλεσε και η εξυπαρχής επισήμανση – στην εισαγγελική πρόταση – της φύσεως της άμυνας και τη δικαιολογητικής της βάσεως. Από εκεί και πέρα η επιχειρηθείσα ανάλυση των όρων του άρθρου 22 Π.Κ. είναι ευστοχότατη, αφού πέραν των άλλων – και την επιστημονική συναγόμενη από τη διάταξη αυτή ερμηνεία ακολουθεί, αλλά και σε νομολογιακά δεδομένα στηρίζεται.

" …. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 Π.Κ. δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. ΄Αμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου, στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί, τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση, που στρέφεται εναντίον τους. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Η άμυνα είναι το παραχωρημένο στα φυσικά πρόσωπα δικαίωμα της κρατικής εξουσίας για την απόκρουση της προσβολής εννόμων αγαθών και την αποτροπή της διαταράξεως της ειρηνεύσεώς τους μέσα στον κοινωνικό χώρο. Η άμυνα αποτελεί δικαίωμα του ατόμου και μάλιστα δικαίωμα αυτοτελές, ίδιο και δημόσιο. Εκείνο το οποίο κύρια ερευνάται είναι το αναγκαίο μέτρο της, πέρα από το οποίο υπάρχει υπέρβασή της. Ενδεικτικά κριτήρια είναι ο βαθμός του επικινδύνου της επιθέσεως, το είδος της απειλούμενης βλάβης, ο τρόπος της επιθέσεως, η έντασή της και άλλες περιστάσεις.

Πρέπει να τονισθεί πως στην περίπτωση της άμυνας δε γίνεται αντιστάθμιση των εννόμων αγαθών, που συγκρούονται και προσβάλλονται τόσο από την άδικη επίθεση όσο και από την άμυνα. Δε γίνεται αξιολόγηση των εννόμων αγαθών, όπως συμβαίνει στην κατάσταση ανάγκης, ώστε να απαιτείται αναλογία ανάμεσα στο έννομο αγαθό που κινδυνεύει με την επίθεση και στο έννομο αγαθό που προσβάλλεται με την άμυνα. ΄Ετσι, στην άμυνα μπορεί να προσβληθεί έννομο αγαθό του επιτιθέμενου υπέρτερο από το αγαθό που κινδύνευσε με την επίθεση, αρκεί να μην υπάρχει απαράδεκτη δυσαναλογία (Π.Κ. 22, παρ. 3). Εκείνο το οποίο μετρά στην υπέρβαση (Π.Κ. 23), δεν είναι η τελική βλάβη ή διακινδύνευση των αγαθών του επιτιθέμενου, αλλά ο τρόπος της άμυνας, η έντασή της, ή με άλλα λόγια η παραδοχή του ορθού μέτρου ενός αναγνωρισμένου μέσου (προσβολή) για ένα αναγνωρισμένο σκοπό (υπεράσπιση). Στην υπέρβαση της άμυνας κρίνεται η ενέργεια του αμυνόμενου και όχι το τυχόν αποτέλεσμά της. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα στοιχεία που ενδεικτικά αναφέρει η διάταξη του Π.Κ. 22 παρ. 3, αλλά και από τις λοιπές περιστάσεις.

Με αυτά τα νομικά δεδομένα και σύμφωνα με τα περιστατικά, ο Αστυφύλακας Χ.Σ. αντιτάσσοντας άμυνα κατά της άδικης επίθεσης του Π.Χ., αναμφισβήτητα δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, αφού αρχικά μεταχειρίσθηκε απλά μέτρα εκφοβισμού (πυροβολισμοί στον αέρα), στην συνέχεια ηπιώτερα μέτρα προσβολής (απλή σωματική βλάβη με τραυματισμό στα πόδια) και τέλος πυροβολισμό στην κοιλιακή χώρα, ο οποίος επέφερε μεν την επικίνδυνη σωματική βλάβη του Π.Χ., αλλά υπήρξε αποτελεσματικός, αφού με αυτόν αποκρούστηκε η άδικη επίθεση που δεχόταν. Ο Χ.Σ. μάλιστα δε θα υπερέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια αμύνης, ακόμη κι αν πυροβολούσε τον Π.Χ. στο κεφάλι ή στην καρδιά και τον εφόνευε, δεδομένου ότι είχε εξαντλήσει όλα τα ηπιώτερα μέσα και δεν απέδωσαν, του έμενε δε μόνο μία σφαίρα και αν αστοχούσε ή τον πυροβολούσε σε άλλο μη ζωτικό σημείο, δεν θα του απέμενε κανένα μέσο άμυνας και ήταν εξαιρετικά πιθανή η θανάτωσή του ή ο βαρύς τραυματισμός του από την άδικη επίθεση του Π.Χ.

Επίσης, δεν επηρεάζει καθόλου την άμυνα, την οποία αντέταξε ο Χ.Σ., το γεγονός ότι ο Π.Χ. είναι ακαταλόγιστος, διότι το γεγονός του καταλογισμού της επιθέσεως είναι απολύτως αδιάφορο, όπως επίσης και ο αξιόποινος χαρακτήρας της επιθέσεως, η οποία δικαιολογεί την άμυνα. Αίρεται, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων του Αστυφύλακα Χ.Σ., και μη υπάρχοντος έτσι του απαραίτητου αυτού στοιχείου του εγκλήματος, πρέπει να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του, σύμφωνα με τα άρθρα 309, παρ. 1α και 310, παρ. 1 Κ.Π.Δ. " .

2. Ακόμη παρατίθεται το βούλευμα του Συμβουλίου Α.Π. 1235/1995 (Βλ. Ποιν. Χρ. ΜΣΤ σελ. 365 επόμ.), σύμφωνα με το οποίο:……. «Είναι ορθή και αιτιολογημένη η απαλλαγή για ανθρωποκτονία με πρόθεση, του κατηγορουμένου αστυνομικού, ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε τρίτον, ο οποίος μόλις είχε πυροβολήσει κατά συναδέλφων του, αμυνόμενος υπέρ αυτών. Το γεγονός ότι ο παθών μετά τους πυροβολισμούς εστράφη προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία είχε πυροβολήσει, δεν αίρει το γεγονός της επίθεσης, δεδομένου ότι αυτός είχε πυροβολήσει και προηγουμένως κατά αστυνομικών και συνέχιζε να κρατάει σε κάθε χέρι του ένα πυροβόλο όπλο, το ένα από τα οποία ήταν προτεταμένο σε κατάσταση σκοπεύσεως. Η εντολή των προϊσταμένων του κατηγορουμένου να αποφευχθεί η χρήση όπλων και να γίνει προσπάθεια σύλληψης των παρόντων, δεν αποκλείει την απόκρουση της επιθέσεως, διότι το δικαίωμα άμυνας δεν μπορεί να καταργηθεί από τις εντολές οποιουδήποτε».

Η αντίθετη Εισαγγελική πρόταση (Αριθμός 1240/1994 σε Συμβούλιο) έχει ως εξής :

«Το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά δικαστική κρίση του, δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν τελούσε σε κατάσταση αμύνης, διότι επυροβόλησε και σκότωσε τον Μ.Π., όταν αυτός αποχωρούσε και είχε οριστικά παύσει την ένοπλη επίθεσή του κατά των αστυνομικών, δηλαδή δέχθηκε ότι δεν υπήρχε παρούσα επίθεση, αποκρουστέα κατά τον ανθρωποκτόνο πυροβολισμό, γιατί το θύμα, μετά τον τραυματισμό του από τους αστυνομικούς Α.Μ. και Ι.Α. και πριν να πληγεί από την θανατηφόρο βολή, "πραγματοποίησε στροφή προς αριστερά, κλονιζόμενος προφανώς για να αποχωρήσει …… και ήδη ήταν έτοιμος να καταρρεύσει …… είχε εγκαταλείψει το άκρο του εξώστη της οικίας Κ., προχωρούσε δε κλονιζόμενος από τα τραύματά του στο εσωτερικό του εξώστη".
΄Ετσι με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, καταλήγει στο σαφές ανέλεγκτο συμπέρασμά του ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άμυνας, μετά την περάτωση της επιθέσεως". Η διατυπούμενη στην αναίρεση άποψη πως η λήξασα επίθεση του θύματος επρόκειτο να επαναληφθεί αντίκειται στην ανέλεγκτη και αιτιολογημένη ουσιαστική δικαστική κρίση, κατά την οποία η επίθεση κατά των αστυνομικών είχε λήξει οριστικά. Επομένως, στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, ο περί αμύνης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος απορρίπτεται με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η δικαστική κρίση φέρεται στηριχθείσα στην εκδοχή πως εκ της επιθέσεως διακινδύνευσε η ζωή των συναδέλφων του αναιρεσείοντος και όχι του ίδιου, ερείδεται επί εσφαλμένης και αναληθούς προϋποθέσεως».


Κείμενο του αντιστράτηγου ε.α. Νίκου Μπλάνη
.