Ο Τζέισον Μπορν δεν πέρασε από την Αθήνα

Σκηνές της ταινίας με πρωταγωνιστή τον Ματ Ντέιμον διαδραματίζονται στην πλατεία Συντάγματος αλλά έχουν γυριστεί στην... Τενερίφη και στο μετρό του Λονδίνου
Θα εκπλαγείτε, το μόνο σίγουρο. Το πρώτο μέρος της ταινίας «Jason Bourne» του Πολ Γκρίνγκρας, της τελευταίας περιπέτειας του πράκτορα Τζέισον Μπορν ο οποίος
εξακολουθεί να φέρει τη μορφή του (και παραγωγού εδώ) Ματ Ντέιμον, θα σας κάνει να τρίψετε τα μάτια σας. Πώς είναι δυνατόν, θα πείτε, να γυρίσουν σκηνές της ταινίας την ώρα που η Αθήνα καιγόταν από τα επεισόδια; Πώς είναι δυνατόν ο Ντέιμον να βρίσκεται στη «λαμπαδιασμένη» καρδιά της πλατείας Συντάγματος; Πώς είναι δυνατόν ένας καλοπληρωμένος αμερικανός σταρ να τρέχει στη Σταδίου με τη μοτοσικλέτα του ανάμεσα σε βόμβες μολότοφ και κουκουλοφόρους με ρόπαλα; Να βάζει φωτιά μέσα στο μετρό; Πώς αλήθεια το έκαναν;

Η απάντηση είναι απλή: δεν το έκαναν. Τίποτε από όσα «ελληνικά» δείτε στην ταινία δεν γυρίστηκε στη χώρα μας, με εξαίρεση μία σκηνή στην αρχή της ταινίας που γυρίστηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας. Στο «Jason Bourne», που προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες, όλες οι «σκηνές της Αθήνας» είναι γυρισμένες στην... Τενερίφη της Ισπανίας και στο μετρό του Λονδίνου.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της εταιρείας παραγωγής της ταινίας, «δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση να γίνουν γυρίσματα στην Αθήνα».

Δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία εντύπωση το γεγονός ότι προκειμένου να κάνει τη δουλειά του με ήσυχο το κεφάλι του ένα μεγάλο αμερικανικό στούντιο προτίμησε να μην απευθυνθεί στην ίδια τη χώρα μας αλλά σε μια άλλη, εν προκειμένω την Ισπανία. Ο λόγος είναι απλός.

Εδώ και πολλά χρόνια και παρά τις υποσχέσεις των εκάστοτε υπουργών, η χώρα μας παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα αφιλόξενο πρόσωπο σε ό,τι αφορά ζητήματα γυρισμάτων ξένων παραγωγών στην Ελλάδα. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή αν λέγαμε ότι, επαγγελματικά μιλώντας, έχει γίνει χώρα προς αποφυγήν. Δεν είναι καν ουδέτερη. Είναι εχθρική.

Δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί ότι έχουν μεσολαβήσει συζητήσεις εκατοντάδων ωρών ανάμεσα στους επαγγελματίες του κινηματογραφικού χώρου και στις ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 20 χρόνων. Στις συζητήσεις αυτές λαμβάνουν μέρος εκπρόσωποι από το υπουργείο Πολιτισμού, το υπουργείο Οικονομικών, το γραφείο του Πρωθυπουργού κ.ά. Είναι γεγονός ότι όλοι οι πολιτικοί ήταν στο παρελθόν και είναι και στην παρούσα κυβέρνηση θετικότατοι απέναντι στα αιτήματα του χώρου και δεν έχει υπάρξει ούτε ένας που να μη δείξει ενδιαφέρον. Γενικά είναι ενημερωμένοι για το τι γίνεται στις άλλες χώρες και δείχνουν διατεθειμένοι να βρουν λύσεις. Και παρ' όλα αυτά, δεν έχει γίνει τίποτε.

Γιατί στην Ισπανία;

Η Ισπανία είναι μια χώρα που έχει πάρει ζεστά το ζήτημα του κινηματογράφου. Την ενδιέφερε να μπει δυναμικά στο παιχνίδι, γι' αυτό και πέρασε ειδικό νόμο το 2013 τον οποίο έθεσε σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014!
Ο νόμoς έχει δύο κατηγορίες κινήτρων: επιστρέφει το 20% των εξόδων που κάνει οποιαδήποτε διεθνής ταινία που γυρίζεται στην Ισπανία και επιστρέφει ακόμη ένα 10% για όποια ταινία περάσει από το λεγόμενο cultural test (πολιτισμικό τεστ) της Ευρωπαϊκής Ενωσης το οποίο αφορά κριτήρια πολιτισμού. Ειδικά για την Τενερίφη, την οποία το ισπανικό κράτος προσπαθεί να μετατρέψει σε κέντρο κινηματογραφικής παραγωγής, ο δήμος της πόλης προσθέτει ένα 8% στην επιστροφή.

Αποτέλεσμα; Μέσα σε δυόμισι χρόνια το «Jason Born», το «Game of Thrones» και χίλιες ακόμη (μικρές και μεγάλες) ξένες παραγωγές έχουν γυριστεί στην Ισπανία. Και δουλεύει κόσμος. Και προβάλλεται η χώρα.
Αντίστοιχα η Μεγάλη Βρετανία, μια χώρα με τεράστια παράδοση στην παραγωγή ταινιών, επιστρέφει το 30% των εξόδων που θα κάνει μια ταινία, με απεριόριστο μάλιστα ύψος από εφέτος. Δηλαδή, αν ο καινούργιος James Bond ξοδέψει 100 εκατ. στερλίνες στη Μεγάλη Βρετανία, το υπουργείο Οικονομικών θα επιστρέψει στους παραγωγούς 30 εκατ. στερλίνες.

Χρειάζεστε κι άλλον λόγο για την επιλογή της χώρας γυρίσματος μιας ταινίας;

Τι πρέπει να γίνει για να γυρίζονται ξένες ταινίες στην Ελλάδα

Οι άνθρωποι που φέρνουν τις ξένες παραγωγές στην Ελλάδα ζητούν δύο θεσμικές παρεμβάσεις και ένα σύστημα κινήτρων (σαν και αυτό που εφαρμόζεται πλέον σε όλον τον κόσμο) ώστε και η Ελλάδα να μπορεί να χαρακτηριστεί φιλική χώρα για την παραγωγή οπτικοακουστικών έργων.

1. Απλοποίηση και τυποποίηση της λήψης άδειας σκηνών

Είναι προφανές ότι όσα κίνητρα και να δοθούν και όποιες ενέργειες και αν γίνουν για την προσέλκυση ξένων παραγωγών αυτές θα αποτελούν κενό γράμμα αν δεν μπορεί να διασφαλιστεί ότι θα τους δοθεί κατ' αρχάς άδεια γυρισμάτων.

Ο ισχύων νόμος περί κινηματογραφίας προβλέπει ότι «δεν απαιτείται η λήψη άδειας για την πραγματοποίηση κινηματογραφικών ή άλλων γυρισμάτων σε εξωτερικούς χώρους, με την επιφύλαξη ειδικών αδειών που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και οι οποίες χορηγούνται από τις κατά περίπτωση αρχαιολογικές, δημοτικές ή άλλες αρμόδιες αρχές».

Πρακτικά όμως και σε αντίθεση με το πνεύμα του παραπάνω νόμου η φράση «με την επιφύλαξη ειδικών αδειών» χρησιμοποιείται ως σήμερα ως δικαιολογία ώστε ουσιαστικά να μη δίνονται άδειες γυρισμάτων παρά μόνο έπειτα από πολιτικές πιέσεις, γνωριμίες ή άλλα μέσα.

Παγκοσμίως και ως γενική αρχή το γύρισμα οπτικοακουστικών έργων επιτρέπεται σε όλους τους δημόσιους χώρους (εσωτερικούς και εξωτερικούς) όπου το κοινό έχει πρόσβαση, εκτός από αυτούς όπου ρητά απαγορεύεται από κάποιον νόμο και όχι από την υποκειμενική ερμηνεία ενός υπαλλήλου.

Στόχος των παραγωγών είναι μια τυποποιημένη, διαφανής και ταχύτατη διαδικασία η οποία αφενός να εξασφαλίζει τον κάθε δημόσιο χώρο από οποιαδήποτε αθέμιτη και προσβλητική χρήση και αφετέρου να επιτρέπει στην κάθε εταιρεία παραγωγής να γνωρίζει άμεσα αν μπορεί, με ποιο κόστος και υπό ποιες συνθήκες να κάνει τα επιθυμητά γυρίσματα.

2. Ευελιξία του συστήματος προσλήψεων

Γενικά στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων και ιδιαίτερα στα γυρίσματα απασχολούνται δεκάδες βασικοί συνεργάτες (καλλιτεχνικοί και τεχνικοί συντελεστές, κύριοι ηθοποιοί κ.τ.λ.) και εκατοντάδες άτομα ως περιστασιακά απασχολούμενοι (κομπάρσοι, βοηθητικές ειδικότητες στο γύρισμα κ.τ.λ.). Ειδικά οι περιστασιακά απασχολούμενοι μπορεί να ζητηθούν, ανάλογα με το πρόγραμμα γυρίσματος, μία ή δύο ημέρες πριν από το κάθε γύρισμα.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες εγκυκλίους, όλοι οι εργαζόμενοι στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων πρέπει να προσλαμβάνονται με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Οι παραπάνω συνθήκες όμως σήμερα έχουν εφαρμογή μόνο σε κάποιες περιπτώσεις και συγκεκριμένα στην παραγωγή επαναλαμβανόμενων τηλεοπτικών εκπομπών που παράγονται από έναν τηλεοπτικό σταθμό (ειδήσεις, καθημερινές ενημερωτικές ή ψυχαγωγικές εκπομπές).

Η πλειονότητα όμως των βασικών συνεργατών στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων λόγω της φύσης της εργασίας τους παρέχουν υπηρεσίες ανεξάρτητης παροχής έργου, με αποτέλεσμα (λόγω της υποχρεωτικής σύναψης συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας) τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εταιρείες παραγωγής να είναι νομικά εκτεθειμένοι, γεγονός που λειτουργεί ως αντικίνητρο προσέλκυσης ξένων παραγωγών. Οι παραγωγοί ζητούν μια διευκρινιστική νομοθετική ρύθμιση έτσι ώστε όλοι οι εργαζόμενοι στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων να έχουν την ευχέρεια επιλογής του τύπου της συνεργασίας: είτε με εξαρτημένη σχέση εργασίας (ως ημερομίσθιοι ή μισθωτοί) είτε με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ως ελεύθεροι επαγγελματίες).

Οσον αφορά τους περιστασιακά απασχολουμένους, σύμφωνα με τα ισχύοντα, θα πρέπει και αυτοί να προσλαμβάνονται μέσα από μια χρονοβόρα, γραφειοκρατική διαδικασία, κάτι που αποτρέπει απολύτως τη δυνατότητα εκτέλεσης μεγάλων παραγωγών όπου θα πρέπει εντός δύο-τριών ημερών να προσληφθούν 200-300 άτομα, γεγονός πρακτικά αδύνατον.

Για να λυθεί το πρόβλημα των περιστασιακά απασχολουμένων οι παραγωγοί έκαναν πριν από επτά χρόνια την πρόταση στο ΣΕΠΕ/υπουργείο Εργασίας η πληρωμή των περιστασιακά εργαζομένων να γίνεται με εργόσημο. Αν και η πρόταση έγινε άμεσα αποδεκτή και ο νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος προφανώς την πραγματικότητα και την αναγκαιότητα επίλυσης του θέματος, προέβλεψε τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας του εργοσήμου και στους απασχολουμένους στην παραγωγή, σήμερα, έξι έτη αργότερα, δεν έχει εκδοθεί η σχετική εφαρμοστική απόφαση, με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή του εργόσημου στον κλάδο, άρα και την αδυναμία κάλυψης των αναγκών των διεθνών και ελληνικών παραγωγών.

3. Επιστροφή ποσοστού των άμεσων φόρων και εισφορών (rebate)

Είναι δεδομένο ότι για κάθε 100 ευρώ κόστους παραγωγής ενός οπτικοακουστικού έργου το ελληνικό κράτος εισπράττει άμεσα (από πάσης φύσεως φόρους και ασφαλιστικές εισφορές) περίπου το 55% του παραπάνω ποσού, ενώ παράλληλα απασχολείται σημαντικό μέρος ανθρώπινου δυναμικού και προβάλλεται η χώρα.
Ετσι είναι πλέον απαραίτητη και στην Ελλάδα η δημιουργία ενός αντίστοιχου νομικού πλαισίου όπως αυτό π.χ. της Ισπανίας το οποίο θα καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη διαδικασία επιστροφής ποσοστού από 20% ως 30% επί των νέων εισαγομένων κεφαλαίων για την παραγωγή ο/α έργων. Μια τέτοια ενέργεια θα έβαζε τη χώρα μας στον παγκόσμιο χάρτη παραγωγής.


Γιάννης Ζουμπουλάκης
ΒΗΜΑ
.