Γιατί κάποιοι άνθρωποι παχαίνουν πιο εύκολα;


Την απάντηση στο προαιώνιο ερώτημα γιατί μερικοί άνθρωποι παχαίνουν με τον... αέρα και άλλοι τρώνε ό,τι θέλουν χωρίς να παίρνουν ούτε ένα γραμμάριο, πιστεύουν ότι βρήκαν επιστήμονες από το Ισραήλ.

Σε μελέτη με 800 εθελοντές ανακάλυψαν πως ο οργανισμός κάθε ανθρώπου αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στα ίδια τρόφιμα, με αποτέλεσμα ό,τι είναι υγιεινό για τον ένα, να είναι ανθυγιεινό για τον άλλο.

Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να εξηγεί όλα τα παράδοξα στο θέμα του σωματικού βάρους - από το γιατί κάποιοι αδυνατίζουν πάρα πολύ γρήγορα και άλλοι απελπιστικά αργά, έως το γιατί άλλοι μπορούν να τρώνε ό,τι θέλουν χωρίς να παχαίνουν και άλλοι παχαίνουν μόνο όταν τρώνε λ.χ. βερίκοκα, αλλά όχι κρουασάν.

Μπορεί επίσης να εξηγεί γιατί μία δίαιτα που είναι «θαυματουργή» για ένα άτομο, είναι σκέτη αποτυχία για ένα άλλο. Με άλλα λόγια -λένε οι ερευνητές- είναι λανθασμένες οι κλασικές διατροφικές συστάσεις για το ποια τρόφιμα μας παχαίνουν και ποια μας αδυνατίζουν.

Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Cell», το κλειδί είναι η γλυκόζη (σάκχαρο) στο αίμα μας, η οποία αυξομειώνεται αναλόγως με το τι τρώμε. Η γλυκόζη, που είναι απαραίτητη για να έχουμε ενέργεια, προέρχεται από τους υδατάνθρακες τροφίμων όπως το ψωμί, το ρύζι, τα δημητριακά, οι πατάτες, τα φρούτα και οι ξηροί καρποί.

Πριν από τρεις δεκαετίες, καναδοί επιστήμονες επινόησαν ένα τρόπο με τον οποίο μέτρησαν την ταχύτητα με την οποία αυξάνονται τα επίπεδά της στο αίμα έπειτα από την κατανάλωση κάθε τροφίμου.

Έτσι δημιουργήθηκε ο Γλυκαιμικός Δείκτης (GI) των τροφίμων, με βάση τον οποίο λ.χ. το λευκό ψωμί και το κρουασάν την αυξάνουν γρήγορα (άρα έχουν υψηλό GI) και επομένως είναι ανθυγιεινά, ενώ αντιθέτως τρόφιμα όπως τα όσπρια και τα λαχανικά την αυξάνουν με αργό ρυθμό (άρα έχουν χαμηλό GI) και επομένως είναι υγιεινά.

Ωστόσο ο γλυκαιμικός δείκτης δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τον ανθρώπινο παράγοντα και η νέα μελέτη υποδηλώνει ότι αυτό είναι σοβαρή παράλειψη.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές εφοδίασαν κάθε εθελοντή με μία συσκευή συνεχούς μέτρησης του σακχάρου, την οποία είχε κολλημένη στην κοιλιά του νύχτα-μέρα επί μία εβδομάδα. Του ζήτησαν επίσης να καταγράφει αναλυτικά οτιδήποτε έτρωγε, ακόμα και το νερό που έπινε.

Συνολικά, οι 800 εθελοντές κατανάλωσαν 46.898 γεύματα και έγιναν 1,5 εκατομμύριο μετρήσεις στο σάκχαρό τους. Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης, οι ερευνητές συνέκριναν ό,τι είχαν φάει και είχαν πιει οι εθελοντές με τις ενδείξεις του σακχάρου τους.

Η σύγκριση αποκάλυψε πολύ μεγάλες αποκλίσεις στον τρόπο αντίδρασης του οργανισμού τους στα ίδια τρόφιμα, ακόμα κι αν επρόκειτο για μία φέτα ψωμί.

Επιπλέον, άλλοι παρουσίαζαν κατακόρυφη αύξηση του σακχάρου τους με ένα γλυκό αλλά όχι με ένα φρούτο, και άλλοι με τα φρούτα αλλά όχι με τα γλυκά.

«Το μήνυμα της μελέτης μας είναι ότι ο γλυκαιμικός δείκτης των τροφίμων δεν αποτελεί πανάκεια», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Έραν Σίγκαλ, καθηγητής Υπολογιστικής Βιολογίας & Βιολογίας Συστημάτων στο πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Επιστήμης Weizmann, στο Ρεχοβότ.

«Αν κάνετε μία δίαιτα που δεν αποδίδει, μπορεί να μην ευθύνεστε εσείς. Απλώς δεν είναι κατάλληλη για εσάς και πρέπει να δοκιμάσετε κάποια άλλη».



Πηγή: ygeia.tanea.gr