Ticker

6/recent/ticker-posts

728x90


1991: Τραγωδία στις στάχτες του “Κ. Μαρούση”


Η Αθήνα πήρε τη «σκυτάλη» των κινητοποιήσεων για τις αλλαγές της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην παιδεία, στις 10 Ιανουαρίου 1991, μόλις δύο ημέρες μετά τη δολοφονία, στην Πάτρα, του 38χρονου καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα, κατά τη διάρκεια συμπλοκής στην κατάληψη του 3ου και 7ου Γυμνασίου, στο συγκρότημα του Βουδ. Η ογκώδης πορεία πήρε τη μορφή διαμαρτυρίας και το κλίμα ήταν από την αρχή τεταμένο, καθώς στην Αχαϊκή πρωτεύουσα ο εκπαιδευτικός -και όχι μόνο- κόσμος αποχαιρετούσε τον άτυχο εκπαιδευτικό, ενώ, παρά τις συγκεκριμένες μαρτυρίες και καταγγελίες για την “ταυτότητα” των δραστών, εκείνοι παρέμεναν άφαντοι. Η κατάληξη της διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας έμελλε να είναι ακόμη πιο τραγική, καθώς τέσσερις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μέσα στις φλόγες που είχαν τυλίξει το κατάστημα «Κ. Μαρούσης», στην οδό Πανεπιστημίου. Ο ένας απ’ αυτούς δεν αναγνωρίστηκε ποτέ…
Περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι πήραν μέρος στη μεγαλύτερη συγκέντρωση των τελευταίων δέκα χρόνων. Όταν, όμως, ολοκληρώθηκε η μαθητική πορεία, το κέντρο της πρωτεύουσας παραδόθηκε στη φωτιά και το χάος. Οι πρώτες πέτρες από νεαρούς κουκουλοφόρους εναντίον των ΜΑΤ στην πλατεία Συντάγματος έμειναν χωρίς «απάντηση», καθώς οι αστυνομικοί είχαν πάρει εντολές να δείξουν αυτοσυγκράτηση.

Ωστόσο, όπως η πορεία διαλυόταν κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου, άρχισαν τα έκτροπα. Πρώτο θύμα της βίας ήταν ένας δημοσιογράφος τον οποίο τραυμάτισαν άγνωστοι στην πλατεία Κοραή. Στη συνέχεια οι ταραξίες αναποδογύρισαν ένα θωρακισμένο φορτηγάκι της εταιρείας “Group 4” και το πυρπόλησαν με βόμβες μολότοφ, ενώ έβαλαν φωτιά και στο υποκατάστημα της Ιονικής τράπεζας. Φτάνοντας στην οδό Πατησίων άρχισαν να επιτίθενται στις δυνάμεις των ΜΑΤ που είχαν πάρει θέση στην οδό Χαλκοκονδύλη. Οι αστυνομικοί έριξαν χημικά και η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική.
Περισσότερα από 40 άτομα χρειάστηκε να μεταφερθούν με αναπνευστικά προβλήματα στα νοσοκομεία. Η Πανεπιστημίου, η Αιόλου και η Πατησίων είχαν γεμίσει πύρινα οδοφράγματα. Ομάδες νεαρών έβαλαν φωτιά στην είσοδο του κτιρίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στη γωνία Πατησίων και Σολωμού, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο στην οδό Πατησίων και στην Εμπορική τράπεζα της οδού 3ης Σεπτεμβρίου. Αργότερα πυρπόλησαν τα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας και της ΔΑΚΕ, με αποτέλεσμα οι διμοιρίες των ΜΑΤ να σφίξουν τον «κλοιό» προς την Ομόνοια.

Έως τις 7 το απόγευμα οι ταραχές είχαν επεκταθεί σε όλο το κέντρο της Αθήνας, μέχρι την πλατεία Βικτωρίας και τη Γεωπονική Σχολή στην Ιερά Οδό. Κουκουλοφόροι πυρπόλησαν δύο αυτοκίνητα στην πλατεία Κάνιγγος, τρεις τράπεζες στην Ομόνοια και στο Μοναστηράκι, ακόμη και δύο λεωφορεία των ΜΑΤ στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Οι αστυνομικοί πρόλαβαν να τα εγκαταλείψουν την τελευταία στιγμή.
Στις 7.20 το κτίριο στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το κατάστημα «Κ. Μαρούσης», στη γωνία Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους, τυλίχτηκε στις φλόγες. Αν και ήταν κλειστό, στους υπόλοιπους ορόφους του κτιρίου εργάζονταν αρκετοί ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρηματίες που διατηρούσαν γραφεία. Οι 16 εγκλωβισμένοι αναζήτησαν αγωνιωδώς μια διέξοδο. Τέσσερις από αυτούς δεν τα κατάφεραν. Άφησαν την τελευταία τους πνοή από ασφυξία και εγκαύματα.
Ήταν ο 32χρονος Περικλής Ρεπάτης που διατηρούσε γραφείο μηχανοργάνωσης στον έκτο όροφο, ο 60χρονος χρυσοχόος Γιάννης Νεμετζίδης, που εργαζόταν στον πρώτο όροφο και ο 57χρονος δικηγόρος Εμμανουήλ Κοντόπουλος, ο οποίος, όταν είδε τη φωτιά να μπαίνει στο κτίριο, προσπάθησε να ανεβεί στους πάνω ορόφους με το ασανσέρ και εγκλωβίστηκε στην καμπίνα. Απανθρακωμένο βρέθηκε και το πτώμα ενός ακόμη νεαρού, στις σκάλες προς τον πρώτο όροφο. Η ταυτότητά του δεν έγινε ποτέ γνωστή.

Οι μαρτυρίες των διασωθέντων ήταν συγκλονιστικές. Ένας πυροσβέστης ακούστηκε να λέει ότι ενώ η επιχείρηση σωτηρίας των εγκλωβισμένων ήταν σε εξέλιξη, αστυνομικοί συνέχιζαν να ρίχνουν δακρυγόνα, κάνοντας την προσπάθειά τους ακόμη δυσκολότερη.
Οι πορείες διαμαρτυρίας, καταλήψεις και συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις συνεχίστηκαν και τα επόμενα τρία 24ωρα στο κέντρο της Αθήνας, με αποκορύφωμα την πυρπόληση τεσσάρων λεωφορείων που είχαν χρησιμοποιηθεί ως οδοφράγματα, στην οδό Πατησίων, κοντά στο Πολυτεχνείο. Μέχρι που ο Γιώργος Σουφλιάς, ο οποίος μόλις είχε αντικαταστήσει τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο στο υπουργείο Παιδείας, ανακοίνωσε ότι αποσύρονται τα νομοσχέδια για την παιδεία, ώστε ο διάλογος να αρχίσει από μηδενική βάση.

Παρά τις δεκάδες επώνυμες καταθέσεις για την άνευ ορίου εκτόξευση χημικών από τις δυνάμεις καταστολής, που προκάλεσε την πυρκαγιά στο κτίριο του «Κ. Μαρούση», το υπουργείο Δημόσιας Τάξης αρκέστηκε να ανακοινώσει ότι τα καπνογόνα που έριξαν τα ΜΑΤ είχαν παραγγελθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και χρησιμοποιούνταν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Η υπηρεσιακή Ένορκη Διοικητική Εξέταση έκλεισε την υπόθεση κάνοντας λόγο για «εμπρησμό του κτιρίου από αναρχικούς». Αργότερα, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η πυρκαγιά χαρακτηρίστηκε ως «βομβιστική ενέργεια» και αποδόθηκε είτε σε ρίψη βόμβας μολότοφ από τους αναρχικούς, είτε σε ρίψη δακρυγόνων με ειδικά τουφέκια από τους αστυνομικούς. Οι ευθύνες δεν προσωποποιήθηκαν ποτέ…
Δεν ήταν η πρώτη φορά που το κατάστημα «Κ. Μαρούσης» συνδεόταν με ανθρώπινη τραγωδία. Στις 25 Φεβρουαρίου 1972 το “Multi Shop” του Κ. Μαρούση, το οποίο στεγαζόταν στην οδό Αιόλου 94, τυλίχτηκε στις φλόγες από αναμμένο τσιγάρο σε καλάθι απορριμμάτων στον τρίτο όροφο, που χρησιμοποιούσαν οι υπάλληλοι για να αλλάζουν ρούχα και να κάνουν διάλειμμα, με αποτέλεσμα να απανθρακωθεί ο εισαγωγέας κρεάτων Δημήτρης Δασκαλάκης και να πεθάνει από θερμοπληξία ο 32χρονος ξυλουργός Γιώργος Κουτσός, οι οποίοι βρίσκονταν στον πέμπτο όροφο του κτιρίου.
Νίκος Τσέφλιος



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια