Ticker

6/recent/ticker-posts

728x90


Το δημοσιογραφικό Δόγμα Τρούμαν

Ο Κωνσταντίνος Πούλος, δεύτερος από αριστερά, με συναδέλφους του τη δεκαετία του '40.
Οι νεαροί τυχοδιώκτες και οι κοινωνικά απροσάρμοστοι ηλικιωμένοι, που ως επί το πλείστον εκπροσωπούν τον αμερικανικό Τύπο εδώ, είναι εξίσου ανίκανοι να
προβούν σε οποιαδήποτε ισορροπημένη κρίση
Λίνκολν Μακ Βι, πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα (1947)

Tο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1947 ο Connie (Constanine) Poulos, ανταποκριτής του Overseas News Agency, έφτασε στη Βιέννη προκειμένου να συνεχίσει την αποστολή του προς το κατεχόμενο από τις συμμαχικές δυνάμεις Βερολίνο.

Κωστής Καρπόζηλος*


Από το καλοκαίρι του 1944 ο Ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος παρακολουθούσε από κοντά τη μεγάλη περιπέτεια του τέλους του πολέμου και τις αναδυόμενες εντάσεις που συνόδευαν τη μετάβαση στο άγνωστο μέλλον της ευρωπαϊκής ανασυγκρότησης.
Η διαδρομή του είχε ξεκινήσει τον Αύγουστο του 1944 στη Σμύρνη. Από εκεί είχε περάσει με ένα καΐκι στην Εύβοια, όπου συνάντησε την αμερικανική στρατιωτική αποστολή που συνεργαζόταν στενά με τους μαχητές του τοπικού 7ου Συντάγματος του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.
Εφοδιασμένος με μια βεβαίωση του ΕΛΑΣ, ο «συναγωνιστής» Poulos είχε την τύχη να είναι ο πρώτος ξένος ανταποκριτής που μπήκε στην ελεύθερη Αθήνα.
Οι ανταποκρίσεις του για το «ντελίριο ευτυχίας», τις δυσανάλογες καταστροφές της Κατοχής και τη δυναμική του ΕΑΜ έκαναν αίσθηση στις Ηνωμένες Πολιτείες και δημοσιεύονταν σε έντυπα της Αριστεράς, σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και σε ποικίλες εκδόσεις που εξυμνούσαν τους θριάμβους των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της Ευρώπης.
Οι ελληνικές πολιτικές εξελίξεις καθόρισαν τη διαδρομή του. Στον απόηχο των Δεκεμβριανών εγκατέλειψε την Αθήνα και ξεκίνησε μια εντυπωσιακή περιοδεία στα Βαλκάνια, καταγράφοντας την κατάρρευση των απολυταρχικών κυβερνήσεων και την ανάδυση των νέων καθεστώτων με την υποστήριξη του Κόκκινου Στρατού.
Ακολούθησε μια σύντομη επίσκεψη στη Μέση Ανατολή, η επιστροφή του στην Ελλάδα για τις εκλογές του 1946 και από τις αρχές του 1947 μια νέα περιοδεία, με στόχο τον σχολιασμό της διαφαινόμενης ευρωπαϊκής διαίρεσης.
Η αποστολή του όμως δεν έμελλε να ολοκληρωθεί.

Βιεννέζικη ψυχρολουσία

Η δημοσιογραφική ταυτότητα του Poulos. «Ισχύει μέχρι 6/1/1949», όμως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε άλλη άποψη για την παραμονή του στην Ευρώπη Η δημοσιογραφική ταυτότητα του Poulos. «Ισχύει μέχρι 6/1/1949», όμως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε άλλη άποψη για την παραμονή του στην Ευρώπη. |
Φτάνοντας στη Βιέννη, ο Poulos έκπληκτος ενημερώθηκε από την αμερικανική στρατιωτική διοίκηση ότι η αίτησή του να επισκεφθεί το Βερολίνο είχε απορριφθεί.
Επιπλέον, ο ίδιος χαρακτηριζόταν πια «ανεπιθύμητος» και έπρεπε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τις αρχές. Η φιλο-ΕΑΜική αρθρογραφία του τις ημέρες των Δεκεμβριανών είχε προκαλέσει την οργή πολιτικών της ελληνικής Δεξιάς και την παρέμβαση των βρετανικών αρχών στην Αθήνα.
Εχοντας δεχτεί απειλές και βρίσκοντας το δωμάτιό του στο «Μεγάλη Βρεταννία» ανάστατο από έρευνες αγνώστων, ο Poulos είχε φύγει εσπευσμένα από την Αθήνα τον Ιανουάριο του 1945.
Η αντιπαράθεσή του με τους Βρετανούς τον ακολούθησε και στη Μέση Ανατολή. Στην Παλαιστίνη ο Poulos είχε αποκαλύψει ότι ο βρετανικός στρατός εξόπλιζε Αραβες κατοίκους για να καταπνίξει τον ξεσηκωμό της εβραϊκής κοινότητας.
Το αποτέλεσμα ήταν μια ολιγοήμερη κράτηση και η απέλασή του από την περιοχή. Η εξέλιξη όμως του Ιουνίου του 1947 στη Βιέννη ήταν διαφορετικής τάξης: συνιστούσε στην ουσία την ανάκληση της ιδιότητας του πολεμικού ανταποκριτή.
Από τη στιγμή που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη το καλοκαίρι του 1944 ο Poulos είχε ταξιδέψει στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια, στην Κεντρική και στην Ανατολική Ευρώπη, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιες βεβαιώσεις αντάρτικων σωμάτων, πρόχειρες διαπιστεύσεις στρατιωτικών αρχών και αναπαλαιωμένες ταυτότητες που αποτύπωναν τη ρευστότητα των στιγμών.
Στιγμιότυπα μιας δημοσιογραφικής καριέρας που τελείωσε απότομα: ο Connie Poulos στην Παλαιστίνη και στην Κεντρική Ευρώπη Στιγμιότυπα μιας δημοσιογραφικής καριέρας που τελείωσε απότομα: ο Connie Poulos στην Παλαιστίνη και στην Κεντρική Ευρώπη |
Η απόφαση των αμερικανικών αρχών αντανακλούσε την είσοδο σε μια νέα εποχή στην οποία η ελευθερία της μετακίνησης σχετιζόταν με τη συμμόρφωση στους κανόνες της αναδυόμενης διπολικής αντιπαράθεσης.
Τρεις μήνες μόλις είχαν περάσει από τις 12 Μαρτίου 1947, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν ζητούσε από το Κογκρέσο την έγκριση ενός φιλόδοξου προγράμματος για την ανάσχεση της κομμουνιστικής απειλής στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα.
Η διαδρομή του Poulos φωτίζει τη διαπλοκή ανάμεσα στα δύο πεδία άρθρωσης του Ψυχρού Πολέμου: το εσωτερικό μέτωπο, που καθόρισε τη δημόσια συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το διεθνές μέτωπο, που σχετιζόταν σε μεγάλο βαθμό αρχικά με τις ελληνικές εξελίξεις.
Οι κρίκοι που συνδέουν το Δόγμα Τρούμαν με το τέλος της ευρωπαϊκής περιοδείας του Connie Poulos υπογραμμίζουν τον μεγάλο μετασχηματισμό που καθόρισε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα: από τα χαοτικά και πορώδη όρια της μεταπολεμικής μετάβασης, όπου όλα φάνταζαν πιθανά, στα αρραγή και αδιαπέραστα σύνορα του Ψυχρού Πολέμου.

Αντιφασιστική Διεθνής

«Εχω αρχίσει να αρρωσταίνω από τον τρόπο που εκτοξεύεται όλο και περισσότερο η κατηγορία του κομμουνισμού ενάντια σε όποιον επιδεικνύει ανεξαρτησία της σκέψης» έγραφε τον Ιούλιο του 1947 ο διευθυντής του Overseas News Agency, αντιδρώντας στην είδηση της ανάκλησης του Connie Poulos.
Οι δημοσιογραφικές ενώσεις απαιτούσαν μια εξήγηση, κατηγορώντας την αμερικανική κυβέρνηση για περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης.
Η απάντησή της επιβεβαίωσε αυτό που είχαν όλοι καταλάβει: ο Connie Poulos θεωρήθηκε «ανεπιθύμητος» στην Ευρώπη για τις πολιτικές του αντιλήψεις και ειδικότερα για τη στάση του στις ελληνικές εξελίξεις.
Αναφέροντας αόριστα λόγους εθνικής ασφαλείας, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με μια εκτενή ανακοίνωση, ενημέρωνε ότι οι ανταποκρίσεις του Poulos δεν απέδιδαν επακριβώς την εικόνα των μεταπολεμικών εξελίξεων στην Ελλάδα.
Προς επίρρωσιν αυτού, παρέπεμπε σ’ ένα υπόμνημα του Αμερικανού πρέσβη Henry F. Grady, σύμφωνα με το οποίο «ο κύριος Poulos συνεργαζόταν στενά με τις οργανώσεις που διακινούσαν ψεύτικες ειδήσεις σχετικά με το αδύνατο, δεδομένων των συνθηκών, διεξαγωγής τίμιων εκλογών».
Η αναφορά σχετιζόταν με την αρθρογραφία του Poulos τις ημέρες των εκλογών του Μαρτίου του 1946.
Ο Poulos, σύμφωνα με την οπτική των αμερικανικών αρχών, δεν ήταν κομμουνιστής· ήταν κάτι χειρότερο: ένας επικίνδυνος συνοδοιπόρος.
Στην πραγματικότητα ο Poulos ήταν ένας παθιασμένος αντιφασίστας.
Σε αντίθεση με τον αδερφό του, John, ο οποίος ήταν οργανωμένος στην τροτσκιστική Αριστερά και οργανωτής των βιομηχανικών συνδικάτων της CIO, ο Connie ήταν πιο μετριοπαθής.
Γεννημένος στο Lynn της Μασαχουσέτης, ανήκε στη δεύτερη μεταναστευτική γενιά που είχε με ενθουσιασμό δεχτεί το αναμορφωτικό έργο του New Deal και κινούνταν στο διανοητικό και πολιτικό κλίμα που είχε αναδυθεί στα αριστερά του. Εχοντας σπουδές δημοσιογραφίας, ο νεαρός Poulos εξέδωσε το 1939 ένα αγγλόφωνο περιοδικό με κύρια εστίαση στις ελληνικές εξελίξεις, καταγγέλλοντας τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά ως ακόμα μία έκφραση του παγκόσμιου φασιστικού φαινομένου.
Η δυναμική του αντιφασισμού στην αμερικανική νεολαία, και ειδικά στη δεύτερη μεταναστευτική γενιά, εκφραζόταν στον κινηματογράφο, στην τέχνη, στην αυτοθυσία των 2.000 Αμερικανών που είχαν βρεθεί στα χαρακώματα της Ισπανίας στις τάξεις των Διεθνών Ταξιαρχιών.
Μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο νεαρός Poulos εργάστηκε στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών του Γραφείου Πολεμικής Ενημέρωσης (Office of War Information), της υπηρεσίας που ήταν επιφορτισμένη με τον συντονισμό της πολεμικής προπαγάνδας και την παρακολούθηση των διεργασιών στο εσωτερικό των μεταναστευτικών κοινοτήτων.
Μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στη συγγραφή και δημόσιες εμφανίσεις, προμήθευε την υπηρεσία του με υλικό από τα αντιστασιακά κινήματα της Ευρώπης που έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συντάσσοντας π.χ. μια εμπιστευτική αναφορά για την ελληνική αντίσταση, μετέφραζε «ποιήματα από την κατεχόμενη Ελλάδα», προκηρύξεις του ΕΑΜ και δηλώσεις πολιτικών προσωπικοτήτων.
Μέσα σε λίγο καιρό, το ερώτημα κατά πόσο το Office of War Information θα αναπαρήγε τις θέσεις των αντιστασιακών κινημάτων ή των εξόριστων κυβερνήσεων δίχασε την υπηρεσία του Poulos.
Υστερα από την ανταρσία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή τον Μάιο του 1944, ο ίδιος πρωτοστάτησε στην ομαδική παραίτηση υπαλλήλων και στελεχών του τμήματός του που διαμαρτυρήθηκαν με τον τρόπο αυτό για τη μονόπλευρη προβολή των βρετανικών και των κυβερνητικών θέσεων.
«Μας είχαν στοχοποιήσει και ροκανίσει και αποψιλώσει και παρενοχλήσει τόσο ώστε πια δεν υπήρχε κάτι άλλο που θα μπορούσαμε να κάνουμε» έγραφε πριν αναχωρήσει για την Τουρκία, ως ανταποκριτής πλέον του Overseas News Agency.
Δημοσιογραφικές ταυτότητές του Connie Poulos στη Βουλγαρία (1945), την Πολωνία (1946)
↟ Επάνω: Δημοσιογραφικές ταυτότητές του Connie Poulos στη Βουλγαρία (1945), την Πολωνία (1946).
↡ Κάτω: η δημοσιογραφική ταυτότητα του στη Γιουγκοσλαβία (1947)
Δημοσιογραφική ταυτότητα του Connie Poulos στη Γιουγκοσλαβία (1947)
Η απόφασή του να βρεθεί στην κατεχόμενη Ελλάδα το καλοκαίρι του 1944 σχετιζόταν με την επιθυμία του να παρακολουθήσει τη μεγάλη αλλαγή που συντελούνταν στον τόπο από όπου είχαν ξεκινήσει τη μεταναστευτική τους πορεία οι γονείς του στις αρχές του 20ού αιώνα.
Το έντονο ενδιαφέρον του Poulos για τις ελληνικές εξελίξεις εγγράφεται στον ευρύτερο αναπροσανατολισμό των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς, που στα χρόνια του πολέμου έστρεφαν το βλέμμα τους στον Παλιό Κόσμο.
Οι μεταναστευτικές κοινότητες εμφανίζονταν συχνά ως ανεπίσημοι πρεσβευτές των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των υπόδουλων λαών της Ευρώπης.
Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ταυτόχρονα την υπερατλαντική αναπαραγωγή των διαιρέσεων και των εντάσεων μεταξύ εξόριστων κυβερνήσεων, πολιτικών κομμάτων και ένοπλων κινημάτων.
Ταυτόχρονα όμως οι διεργασίες αυτές συνδέονταν με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στο έδαφος αυτό, οι επιτροπές υποστήριξης του ΕΑΜ για παράδειγμα συνέδεαν το αναμορφωτικό του πρόγραμμα με τις εμπειρίες του New Deal και τα ιδανικά της αμερικανικής δημοκρατίας.
Η Greek American Labor Committee και η Greek American Committee for National Unity λειτουργούσαν ως σημεία συνάντησης μεταξύ κομμουνιστών, αριστερών και φιλελεύθερων, που έβλεπαν στο ΕΑΜ ένα όραμα κοινωνικού εκσυγχρονισμού και ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης που τους ήταν οικείο και από τις αμερικανικές εμπειρίες της δεκαετίας του 1930, της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και της στροφής στα προβλήματα των ανθρώπων που βρίσκονταν στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
«Το ζήτημα του κομμουνισμού δεν έχει θέση στην Ελλάδα» διαβεβαίωνε το δεκαπενθήμερο Bulletin of the Greek American Committee for National Unity, ζητώντας την εφαρμογή των συμμαχικών αποφάσεων για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των απελευθερωμένων λαών.
Πραγματοποιώντας συγκεντρώσεις, κυκλοφορώντας φυλλάδια και εκλαϊκευτικές εκδόσεις, συλλέγοντας χρήματα για την ελληνική αντίσταση και ενημερώνοντας την αμερικανική κοινή γνώμη, οι επιτροπές αυτές εξέφραζαν την κοινωνική και πολιτική δυναμική του ελληνοαμερικανικού Λαϊκού Μετώπου.
Το τελευταίο εκκινούσε από την κομμουνιστική εφημερίδα «Ελληνοαμερικανικό Βήμα» και έφτανε ώς τον ημερήσιο «Εθνικό Κήρυκα», την παραδοσιακή φιλελεύθερη εφημερίδα της Νέας Υόρκης που υπό τη διεύθυνση του Βάσου Βλαβιανού στήριζε έντονα το ΕΑΜ.
Η λέσχη των Ελλήνων Ναυτεργατών στη Ν. Υόρκη (1944) με την διαφήμιση του «Ελληνοαμερικανικού Βήματος» στον τοίχο Η λέσχη των Ελλήνων Ναυτεργατών στη Ν. Υόρκη (1944). Η διαφήμιση του «Ελληνοαμερικανικού Βήματος» στον τοίχο, αποτυπώνει εξαιρετικά εύγλωττα το αντιφασιστικό consensus της εποχής. |
Οι κυκλοφορίες των ελληνοαμερικανικών εφημερίδων μαρτυρούν την παγίωση δύο ανταγωνιστικών και σχετικά ισοδύναμων ακροατηρίων γύρω από τις ελληνικές εξελίξεις: «Εθνικός Κήρυκας» 13.000 και «Ελληνοαμερικανικό Βήμα» 6.000 φύλλα, ενώ οι αντικομμουνιστικές «Ατλαντίδα» και «Ελεύθερος Τύπος» 16.000 και 6.000 αντίστοιχα.
Δεν επρόκειτο αποκλειστικά για μια ελληνοαμερικανική ιστορία. Ανάλογες τάσεις διακρίνονταν και σε άλλες μεταναστευτικές κοινότητες.
Ταυτόχρονα, οι ανεπίσημοι πρεσβευτές των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων συμμετείχαν ισότιμα σε διασκέψεις για το περίγραμμα του μεταπολεμικού κόσμου, επιτροπές διανοουμένων και σε ένα ευρύ διανοητικό κλίμα που αναζητούσε την οριστική υπέρβαση των συνθηκών οι οποίες είχαν οδηγήσει στον πόλεμο.
Σχέδια περιφερειακών συνεργασιών και ευρωπαϊκού φεντεραλισμού συγκινούσαν ένα ευρύ ακροατήριο, που περιελάμβανε εκπατρισμένους διανοουμένους από την Ευρώπη, Αμερικανούς τεχνοκράτες και τους υποστηρικτές των ευρωπαϊκών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.
Στα χρόνια της αντιφασιστικής ενότητας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μπορούσε κανείς με ευκολία να υποστηρίζει ταυτόχρονα τις επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τους στόχους των ευρωπαϊκών αντιστασιακών κινημάτων.
Ο Connie Poulos ήταν ένας από αυτούς. Θεωρούσε ότι καθήκον των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν η υποστήριξη μιας μεταπολεμικής ρύθμισης στην Ευρώπη η οποία θα είχε στο επίκεντρό της τα προγράμματα των αντιφασιστικών κινημάτων που συγκρούονταν ένοπλα με τις δυνάμεις κατοχής.

Δεκεμβριανή διάψευση

Τη στιγμή των πυροβολισμών το πρωινό της 3ης Δεκεμβρίου του 1944 ο Connie Poulos βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της πλατείας Συντάγματος, δίπλα στον φωτορεπόρτερ Dmitri Kessel.
Εως την ημέρα εκείνη η ματιά των Αμερικανών πολεμικών ανταποκριτών στην Ελλάδα ήταν κυρίως στραμμένη στις καταστροφές του πολέμου και τις προοπτικές της ανοικοδόμησης.
«Τι έκαναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα» ήταν ο τίτλος του συγκλονιστικού φωτογραφικού οδοιπορικού του Kessel στο Δίστομο, όπου κατέγραφε τη βουβή θλίψη των επιζώντων ανάμεσα στα ερείπια και τους τάφους των εκτελεσμένων από τις κατοχικές αρχές.
Οι εικόνες από την Ελλάδα έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπογραμμίζοντας το αίτημα του ελληνικού λαού για ένα μέλλον απαλλαγμένο από τα δεινά του παρελθόντος.
Εγκατεστημένοι στο «Μεγάλη Βρεταννία», οι δεκαπέντε Αμερικανοί δημοσιογράφοι ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν ότι η ένοπλη αντιπαράθεση στους δρόμους της Αθήνας ναρκοθετούσε οριστικά την προοπτική αυτή.
«Ενας νέος πόλεμος μέσα στον πόλεμο» ήταν ο εύστοχος τίτλος του Frank Gervasi, ύστερα από λίγες μέρες παραμονής στην ελληνική πρωτεύουσα.
Οι λήψεις του Dmitri Kessel παραμένουν, μέχρι και σήμερα, τα μοναδικά φωτογραφικά τεκμήρια των ενενήντα δευτερολέπτων που διήρκεσαν οι πυροβολισμοί το πρωινό της 3ης Δεκεμβρίου και των όσων ακολούθησαν αμέσως μετά.
«Στην Ελλάδα ξεσπάει εμφύλιος πόλεμος» ανακοίνωνε η χριστουγεννιάτικη έκδοση του περιοδικού «Life», που περιελάμβανε τις σκηνές από τη σκόνη που σήκωναν οι πυροβολισμοί, τους έντρομους διαδηλωτές που τρέχουν μακριά, τους νεκρούς που μένουν πίσω, τις μεγάλες συμμαχικές σημαίες και το αιματοβαμμένο πανό που κρατούν νεαρές κοπέλες στην κηδεία των θυμάτων με το σύνθημα «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα».
Την ίδια στιγμή, ο Poulos και οι συνάδελφοί του, «συγκινημένοι σε μεγάλο βαθμό από όσα έβλεπαν», έσκιζαν τις δακτυλογραφημένες σελίδες τους «στην προσπάθειά τους να είναι αντικειμενικοί».
Στην «Washington Post», ο Stephen Barber περιέγραφε εκ του σύνεγγυς τη στάση των βρετανικών δυνάμεων μπροστά στην απρόκλητη επίθεση, το αίτημα του οργισμένου πλήθους για δημοκρατία και την ευθύνη του Αγγελου Εβερτ, τον οποίο «είδα να διατάσσει πυρ».
Φύλλο πορείας του Connie Poulos από τον ΕΛΑΣ (1944) Φύλλο πορείας του Connie Poulos από τον ΕΛΑΣ (1944) |
Οι Αμερικανοί ανταποκριτές έζησαν με ιδιαίτερη ένταση τη μάχη της Αθήνας.
Τα κείμενά τους στην πλειονότητά τους επέρριπταν ευθύνες στη βρετανική πολιτική και τις κυβερνητικές επιλογές, τονίζοντας την ανακολουθία ανάμεσα στις προσδοκίες της απελευθέρωσης και τη σκληρή διάψευση από την παλινόρθωση του παλιού πολιτικού κόσμου.
Ο ελληνικός Δεκέμβριος αποδείκνυε την απροθυμία της αποικιοκρατικής Βρετανίας να αποδεχτεί τη «δημοκρατική επανάσταση» των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, καθώς «το πρόγραμμα του ΚΚΕ είναι τόσο μπολσεβίκικο όσο και αυτό των Δημοκρατών ή των Ρεμπουμπλικανών».
Στο έδαφος αυτό τα Δεκεμβριανά έπαυαν να είναι μια αυστηρά ελληνική υπόθεση· συμπύκνωναν αντίθετα τα ερωτήματα και τις αντιθέσεις που θα καθόριζαν τη μορφή του μεταπολεμικού κόσμου.
Η προκείμενη της συλλογιστικής αυτής ήταν απλή: οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να παρέμβουν στην ελληνική κρίση εξασφαλίζοντας την ομαλότητα της μεταπολεμικής μετάβασης.
Το ίδιο άλλωστε ζητούσαν και οι διαδηλωτές της 3ης Δεκεμβρίου.
Διαδηλωτής ανεμίζει την αστερόεσσα στο Σύνταγμα, λίγο μετά το αιματοβαμμένο ΕΑΜικό συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου 1944, με την κραυγή «Ρούζβελτ! Ρούζβελτ!» Διαδηλωτής ανεμίζει την αστερόεσσα στο Σύνταγμα, λίγο μετά το αιματοβαμμένο ΕΑΜικό συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου 1944, με την κραυγή «Ρούζβελτ! Ρούζβελτ!» |
Μετά την πλατεία Συντάγματος, ο Poulos και ο Kessel είχαν παρακολουθήσει την αυθόρμητη διαδήλωση χιλιάδων στην αμερικανική πρεσβεία, που φώναζαν ρυθμικά «Ρούσβελτ! Ρούσβελτ!».
Η άρνηση των Αμερικανών ανταποκριτών να αναπαραγάγουν την επίσημη εκδοχή των γεγονότων δημιουργούσε καθημερινές τριβές με τις βρετανικές αρχές.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1945 έντεκα ανταποκριτές (με εξαίρεση τον άκρως αντικομμουνιστή A.C. Sedgwick των «New York Times») ζήτησαν με υπόμνημά τους την παρέμβαση των ΗΠΑ, ώστε «το αμερικανικό κοινό να μπορέσει δικαιωματικά και δίχως την καταπάτηση της βρετανικής στρατιωτικής ασφάλειας να πληροφορηθεί κατά περίσταση την άποψη του ΕΑΜ για την παρούσα σύγκρουση».
Η πρωτοβουλία ανήκε στον Connie, αλλά οι υπογραφές περιελάμβαναν μετριοπαθείς και εξαιρετικά φημισμένους συναδέλφους του, όπως ο Marcel W. Fodor και ο George Weller.
Η διαμαρτυρία εξαγρίωσε την αντίπαλη πλευρά. Συντηρητικοί ανταποκριτές, όπως ο Richard Capell της «Daily Telegraph», δεν έκρυψαν την περιφρόνησή τους για τους «πρόσφατα εξαμερικανισμένους» δημοσιογράφους (νύξη για τη μεταναστευτική καταγωγή πολλών απ’ αυτούς) που, επειδή «δεν είχαν ξαναδεί αίμα ή ακούσει έναν οργισμένο πυροβολισμό», αντιδρούσαν με τέτοιο ενδιαφέρον για όσα συνέβαιναν στην Αθήνα.
Δεν επρόκειτο για μια απλή δημοσιογραφική αντιπαράθεση.
«Το κύρος μας και η εξουσία μας στην Ελλάδα έχει υπονομευτεί σε κάποιο βαθμό», αναγνώριζε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, «εξαιτίας των ανταποκρίσεων του αμερικανικού Τύπου».
Η ροή των πληροφοριών από την Αθήνα συντέλεσε στη διαμόρφωση της προσεκτικής στάσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έναντι των εξελίξεων: στις 5 Δεκεμβρίου ο ΥΠΕΞ Edward Stetinius είχε διακηρύξει τον σεβασμό των Ηνωμένων Πολιτειών στην αρχή της αυτοδιάθεσης των απελευθερωμένων χωρών, δίχως ξένες επεμβάσεις για τη σύνθεση των κυβερνήσεών τους.
Τη δήλωση αυτή ακολούθησε η εφεκτική απάντηση της αμερικανικής πλευράς στο βρετανικό αίτημα για την παροχή στρατιωτικής υποστήριξης κατά τη μάχη της Αθήνας.
Προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφασή του, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επικαλούνταν, μεταξύ άλλων, την αποδοκιμασία της αμερικανικής κοινής γνώμης, η οποία «είχε σοκαριστεί από το θέαμα της ένοπλης σύγκρουσης και αντιδρούσε στις βρετανικές ενέργειες».
Στην εξέλιξη αυτή, σημαντικό ρόλο είχε μια δημοσιογραφική αποκάλυψη.
Στις 11 Δεκεμβρίου ο Drew Pearson, ένας δημοφιλής σχολιαστής της επικαιρότητας στις ΗΠΑ, γνωστοποίησε το απόρρητο τηλεγράφημα του Τσόρτσιλ (5/12/1944), με το οποίο οι βρετανικές δυνάμεις διατάχθηκαν να αντιμετωπίσουν την Αθήνα σαν κατεχόμενη πόλη.
Η διαρροή του απόρρητου εγγράφου και οι διπλωματικές της συνέπειες εξόργισαν τις βρετανικές αρχές στην Αθήνα.
Τα νήματα για τον υπαίτιο οδηγούσαν στον Connie Poulos.
Οταν δούλευε στο Γραφείο Πολεμικής Ενημέρωσης, ο Ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος συνεργαζόταν με κάποιον Dave Karr.
Ο τελευταίος είχε απολυθεί από την υπηρεσία ως φιλοκομμουνιστής και στη συνέχεια έγινε το δεξί χέρι του Pearson.
Ταυτόχρονα, η σύζυγός του, Madeleine Karr, είχε προσληφθεί από τον Βάσο Βλαβιανό ως ανταποκρίτρια του φιλο-ΕΑΜικού «Εθνικού Κήρυκα» στον Λευκό Οίκο.
Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο ευκρινής, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Pearson συνδεόταν στενά με τον δικηγόρο Γεώργιο Βουρνά, πρόεδρο της ΑΧΕΠΑ, που επίσης υποστήριζε την πολιτική του ΕΑΜ.

Αντικομμουνιστική Διεθνής

Το εξώφυλλο του «Ελληνοαμερικανικού Βήματος» της 20/2/1942 Ο παλιός κόσμος που οι Ελληνοαμερικανοί αντιφασίστες κατακεραύνωναν στη διάρκεια του πολέμου (το εξώφυλλο του «Ελληνοαμερικανικού Βήματος» της 20/2/1942) παλινορθώθηκε τελικά χάρη στις συμμαχικές λόγχες. |
Η έκβαση της μάχης της Αθήνας σήμανε την αρχή του τέλους για τους υποστηρικτές του ΕΑΜ στις ΗΠΑ.
Από υπόδειγμα της δυναμικής των ευρωπαϊκών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, η Ελλάδα μετατρεπόταν σε παράδειγμα για το δυστοπικό μέλλον της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.
Ο μετασχηματισμός αυτός επηρέασε πολλούς από τους σχολιαστές που αρχικά είχαν δει με συμπάθεια το πρόγραμμα του ΕΑΜ. «Χρησιμοποιώντας τα αφελή τμήματα του πληθυσμού», έγραφε στη Νέα Υόρκη ο τροτσκιστής (και σύντομα νεοσυντηρητικός) διανοούμενος Max Eastman, «το ελεγχόμενο από τη Μόσχα κόμμα θέλει να ανατρέψει την κυβέρνηση και να εγκαθιδρύσει ολοκληρωτικό καθεστώς».
Οι ειδήσεις από τις ανατολικές χώρες επέτειναν τον προβληματισμό. «Το καθήκον μας είναι όλο και πιο δύσκολο» κατέληγε μια ανταπόκριση του Connie Poulos από τη Βουλγαρία το καλοκαίρι του 1945, αφού πρώτα είχε σχολιάσει με ανησυχία πως η πρακτική του Κόκκινου Στρατού θύμιζε τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1946 για την κάλυψη των εκλογών, ο Poulos σχολίαζε με σκεπτικισμό τις επιλογές των κομμουνιστών, δίχως όμως να αποδέχεται τις επίσημες κυβερνητικές διακηρύξεις περί αποκλειστικής ευθύνης τους στην κλιμάκωση της κρίσης.
Παραμένοντας επικριτικός προς τον παλιό πολιτικό κόσμο, στις ανταποκρίσεις του επέμενε στις βάσιμες κατηγορίες της Αριστεράς για τις καθημερινές διώξεις όσων είχαν συμμετάσχει στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα τα χρόνια της Κατοχής.
Ταυτόχρονα επιχείρησε να αναδείξει την οικονομική κακοδιαχείριση της ελληνικής κυβέρνησης, τη χρήση της αμερικανικής βοήθειας για την ένταση των πολιτικών διακρίσεων και τον ρόλο των παρακρατικών δικτύων που αναδύονταν γύρω από τους επίσημους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους των Αθηνών.
Στο επίκεντρο των ερευνών του βρέθηκε ένα μυστηριώδες πρόσωπο: ο John Maragon, Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας με παρελθόν που, σύμφωνα με πληροφορίες, περιελάμβανε λαθρεμπόριο αλκοόλ στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης και στενή συνεργασία με το FBI.
Ο Maragon συνδεόταν στενά με τον Harry Vaughan, στρατιωτικό σύμβουλο στον Λευκό Οίκο και στενό φίλο του Χάρι Τρούμαν, από την εποχή που είχαν υπηρετήσει μαζί στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Με μια εντυπωσιακή διαδρομή κοινωνικής ανέλιξης, ο Maragon βρέθηκε στον Λευκό Οίκο αναλαμβάνοντας κάθε λογής παράξενες υποθέσεις για λογαριασμό του Vaughan και προξενώντας αμηχανία στους στενούς συνεργάτες του προέδρου.
«Προσεύχομαι αυτό να είναι το τέλος του Maragon» έγραφε στο ημερολόγιό του ο Charlie Ross, επικεφαλής του γραφείου Τύπου του Τρούμαν, όταν αποκαλύφθηκε πως ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας είχε παράτυπα ενταχθεί στην αμερικανική αποστολή παρατηρητών στις ελληνικές εκλογές του Μαρτίου του 1946.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες του Poulos, ο Maragon πρωταγωνιστούσε στον εκφοβισμό των Αμερικανών ανταποκριτών στην Αθήνα επικαλούμενος την πρόσβασή του στον στενό κύκλο του Τρούμαν και διατηρούσε επαφές με κυβερνητικούς παράγοντες για την προώθηση των αμερικανικών επενδύσεων στη χώρα.
Το κλίμα όμως τον Μάρτιο του 1946 είχε αλλάξει άρδην σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 1944.
Οι αποκαλύψεις του Poulos και η αρθρογραφία του Pearson, που έγραφε ότι το δίδυμο Vaughan-Maragon απειλούσε την προεδρία του Χάρι Τρούμαν, δεν αρκούσαν για να φέρουν το τέλος του ιδιόμορφου δικτύου που συνδύαζε τον μαχητικό αντικομμουνισμό με τις επωφελείς οικονομικές δραστηριότητες.
Το αντίθετο: τον Ιούνιο του 1947, τις ίδιες μέρες που ο Poulos στη Βιέννη μάθαινε την ανάκλησή του στις ΗΠΑ, η Madeleine Karr πληροφορούνταν την απόλυσή της από τον «Εθνικό Κήρυκα».
Και στις δύο εξελίξεις το δίδυμο Maragon-Vaughan είχε σημαντικό ρόλο.
Ο Maragon είχε τροφοδοτήσει τις αμερικανικές αρχές με στοιχεία για τις δραστηριότητες του Poulos, ο δε Vaughan ζήτησε από τον νέο ιδιοκτήτη του «Εθνικού Κήρυκα» την απόλυση της Karr, θεωρώντας -ορθά- ότι τροφοδοτούσε τον Pearson με υλικό για τις παράνομες οικονομικές δραστηριότητές του.
Το τελευταίο επεισόδιο της ιστορίας αυτής είχε τυπικό ψυχροπολεμικό άρωμα: η Madeleine Karr κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σ’ ένα σοβιετικό κατασκοπευτικό δίκτυο και ο αντίκτυπος της κατηγορίας έφτασε μέχρι και το πρόσωπο του εργοδότη της, Βάσου Βλαβιανού.
Στη συγκυρία του 1947, η αποδιάρθρωση του δικτύου που συνέδεε τον Poulos, τους Karr, τον Pearson και τον Βλαβιανό αναδεικνύει τα πολλαπλά νήματα που οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας νέας δημοσιογραφικής συναίνεσης γύρω από τη νομιμοποίηση του Δόγματος Τρούμαν και της στρατιωτικής επέμβασης στην Ελλάδα.
Δεν επρόκειτο για αφηρημένο σχέδιο. Σε συνάντηση ανώτατων αξιωματούχων για το ελληνικό ζήτημα, τον Ιούλιο του 1947, ο υπουργός Αμυνας James Forrestal πρότεινε να ενημερωθούν οι εκδότες για τους «αριστερούς ή συνοδοιπόρους δημοσιογράφους» και να «προτείνουν αλλαγές».
Οι αλλαγές αυτές προϋπέθεταν μια διπολική ανάγνωση των ανταποκρίσεων, που δεν άφηνε περιθώριο για λεπτές αποχρώσεις συμφωνίας ή διαφωνίας με τους κομμουνιστές.
Η ιστορία αυτή φαντάζει ως μια ιστορία προσώπων, δικτύων και οριακών καταστάσεων.
Ταυτόχρονα όμως αφορούσε τον έλεγχο της πληροφορίας και την εμπέδωση των αντικομμουνιστικών δικτύων στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ.
Στα χρόνια του πολέμου μπορούσε να είναι κανείς και καλός Αμερικανός και καλός Ελληνας, υποστηρίζοντας το ΕΑΜ. Στη νέα εποχή, αυτό ήταν πλέον αδύνατο.
Ο Connie Poulos εκπροσωπούσε τους ηττημένους φιλελεύθερους της μεταπολεμικής μετάβασης: είχε επενδύσει σ’ ένα σχέδιο που δεν ευδοκίμησε κι ήταν εκτεθειμένος στη σφοδρότητα των αντικομμουνιστικών διώξεων.
Ο Ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος μετατράπηκε σε φάντασμα του εαυτού του.
Η τελευταία δημόσια μάχη που έδωσε ήταν για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη το 1948 – το γεγονός που επισφράγισε το οριστικό τέλος της εναλλακτικής ενημέρωσης από την Ελλάδα.
Το επεισόδιο αυτό υπήρξε καθοριστικό στην καριέρα του Ελληνοαμερικανού δημοσιογράφου: αδυνατώντας να επιστρέψει ξανά στην Ευρώπη, σύντομα βρέθηκε παγιδευμένος στη δίνη της παραίτησης, που παρέσυρε πολλούς και πολλές που είχαν βρεθεί στη «λάθος» πλευρά της μεταπολεμικής μετάβασης.


*μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος 


efsyn.gr
.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια