Ticker

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Μία επιτυχημένη προσπάθεια αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος: Η περίπτωση του Κεμπέκ στον Καναδά, του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου Α. Μαγγανά


της Αγγελικής Καρδαρά.

 

Ο Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Αντώνης Μαγγανάς, στο πλαίσιο της συνεργασίας μας για την ενημέρωση του κοινού για ζητήματα υψηλού εγκληματολογικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος, μας έστειλε προς δημοσίευση απόσπασμα από την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του για το οργανωμένο έγκλημα που δημοσιεύεται στο σύγγραμμά του υπό τον τίτλο Το Εγκληματικό Φαινόμενο στην Πράξη, Νομική Βιβλιοθήκη 2004. Ακολούθως παρουσιάζουμε ένα μέρος της μελέτης του. Ευχαριστούμε θερμά τον Καθηγητή για την πολύτιμη επιστημονική συμβολή.

 

Γράφει ο Καθηγητής Α. Μαγγανάς

 

Εισαγωγή

 

Στο Κεμπέκ του Καναδά παρουσιάστηκαν στο κοινό μέσω της τηλεόρασης, κάθε βράδυ και για αρκετούς μήνες, οι συνεδριάσεις μίας «ανακριτικής επιτροπής» που είχε ορισθεί για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Συνειδητά, η Κυβέρνηση είχε επιλέξει αυτού του είδους την (διοικητικού χαρακτήρα) επιτροπή και όχι την συνήθη ποινική διαδικασία. Ο κυριότερος λόγος ήταν, ότι οι «εμπλεκόμενοι» στην ανάκριση – έρευνα αυτή, μη όντας κατηγορούμενοι αλλά μάρτυρες, όφειλαν να καταθέσουν υπό την απειλή ποινικών κυρώσεων για προσβολή του δικαστηρίου σε περίπτωση άρνησης. Η υποχρέωση προς κατάθεση δημιούργησε, για τα άτομα αυτά, ένα κλίμα ανασφάλειας και επιθετικότητας με αποτέλεσμα ν’ αρχίσουν ατελείωτα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών όπως φαίνεται καθαρά από τα στατιστικά στοιχεία για την περίοδο αυτή (1972-1977). Παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν νόμιμες υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και παρασχέθηκε στους μάρτυρες αυξημένη προστασία (αλλαγή ονόματος, τόπου διαμονής) ώστε να δεχθούν να καταθέσουν.

 

Αντιλαμβάνεται, εύκολα, κανείς ότι επρόκειτο για πραγματικό πόλεμο διότι το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί διαφορετικά δεδομένων των μεθόδων που χρησιμοποιεί.

 

Υπήρξαν, αμέσως, οι αναμενόμενες αντιδράσεις που προέρχονταν τόσο από τη Λίγκα για τα ατομικά δικαιώματος όσο και από το Δικηγορικό Σύλλογο για κατάφωρη παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων. Στο θέμα αναμίχθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά που πήρε θέση με δύο αποφάσεις που αφορούσαν τα μέλη της Ιταλικής Μαφίας του Μόντρεαλ.

 

Αν στην πρώτη απόφαση δικαίωσε τον […] ο οποίος είχε δεχθεί ενός χρόνου φυλάκιση γιατί αρνήθηκε να καταθέσει (προσβολή του δικαστηρίου) είναι, όχι γιατί έκρινε ως παράνομη τη δράση της επιτροπής, αλλά διότι η κατηγορία που του αποδόθηκε δεν προσδιοριζόταν με ακρίβεια.

 

Αντίθετα, σε μία άλλη υπόθεση ο νόμος που ίδρυσε την επιτροπή (Loi de la police) θεωρήθηκε συνταγματικός και η ίδια η επιτροπή νόμιμη ως μη εισάγουσα στο δικονομικό σύστημα μία νέα και απεχθή ανακριτική μέθοδο. «Τίποτε δεν αποδεικνύει ότι πρόκειται για μία καμουφλαρισμένη απόπειρα να παρακαμφθούν οι διατάξεις Ποινικής Δικονομίας.4

 

Ο έγκυρος δημοσιογράφος Laurent Laplante, έδινε τότε μία σωστή αποτίμηση των εργασιών της επιτροπής (CECO).

 

Παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε από τον Τύπο, τη Λίγκα των δικαιωμάτων του ατόμου παρά το ότι απειλείται με τους κεραυνούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρά το ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος προσπάθησε να την επαναφέρει στην τάξη και παρά το ότι η πολιτική εξουσία την απειλεί διακριτικά η CECO δικαιούται να είναι υπερήφανη για το έργο της. Μπορεί μάλιστα να είναι σίγουρη ότι τίποτε, είτε στο πολιτικό είτε στο δικαστικό πεδίο, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τους κατοίκους του Κεμπέκ τα θετικά στοιχεία και τους πρόσφερε η έρευνα.

 

Τα πλεονεκτήματα που απέσυραν είναι πολλά και διάφορα. Όταν ένας άνθρωπος, απλός πολίτης, δικαστής, δημοσιογράφος ή δικηγόρος, επιτίθεται κατά μέτωπο στην αυτοκρατορία του εγκλήματος, όλη η κοινωνία αισθάνεται να ζωογονείται από την τόλμη αυτή. Ο καθένας βλέπει ότι είναι δυνατό ν’ αντισταθεί, να παλέψει, να ξαναποκτήσει και μέσα στο μικρό του κόσμο αισθάνεται να ορθώνει το ανάστημά του. Όπως [και εδώ μιλά για την κατανάλωση βρόμικου κρέατος, τον πρώτο στόχο της Ανακριτικής επιτροπής] για παράδειγμα, αποκαλύψαμε στον καταναλωτή ότι τον εξαπατήσαμε για τόσα χρόνια, ολόκληρη η σχέση μεταξύ πολίτη και εξουσίας επηρεάζεται. Ο ένας (ο πολίτης) είναι έξαλλος από θυμό και αντιδρά βίαια απέναντι στις αρχές που είτε αγνόησαν είτε ανέχθηκαν τέτοιες καταχρήσεις. Ο άλλος (οι αρχές) υπόσχεται, στο μέλλον, να μην είναι τόσο εύκολα θύμα απάτης. Και στις δύο περιπτώσεις θα έχουμε κερδίσει ένα πιο ευαισθητοποιημένο πολίτη.

 

Όμως, ο καλλίτερος τρόπος για να διαπιστώσουμε αν η επιτροπή πέτυχε τον στόχο της, είναι να δούμε πώς το κοινό αντέδρασε στο τέλος των εργασιών της. Σε εκτεταμένο ερωτηματολόγιο του διενήργησε σε 1200 άτομα η εταιρεία δημοσκοπήσεων CROP δόθηκαν οι ακόλουθες απαντήσεις.

 

1) Στην ερώτηση αν βρήκαν ενδιαφέρον στις εργασίες της επιτροπής CECO, 65% απάντησαν ότι τους ενδιέφερε πολύ ή αρκετά.

 

2) Στην ερώτηση αν απέκτησαν μία βαθύτερη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του οργανωμένου εγκλήματος, 17% απάντησαν ότι εξοικειώθηκαν πολύ περισσότερο και 53,7% λίγο περισσότερο με το οργανωμένο έγκλημα.

 

3) Στην ερώτηση αν η αναμετάδοση από τα Media έπαιξε έναν ρόλο παιδαγωγικό και πληροφόρησης για το κοινό, 84,7% συμφώνησαν.

 

4) Στη σημαντική ερώτηση «αν το κοινό πιστεύει ότι η αναμετάδοση από την TV των εργασιών της CECO υπήρξε ένα αποτελεσματικό μέτρο πάταξης του οργανωμένου εγκλήματος, 78,5% απάντησαν θετικά στο αν με τον τρόπο που ενήργησε η επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα των ατόμων, 71% απάντησαν αρνητικά.

 

5) Όσον αφορά τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας επιτροπής για ν’ αντιμετωπισθεί το οργανωμένο έγκλημα, 80,0% είναι ικανοποιημένοι ή πολύ ικανοποιημένοι από το έργο της επιτροπής και 85% πιστεύουν στη χρησιμότητα της ως μέσου πάταξης αυτής της μορφής της εγκληματικότητας.

 

Τέλος, ένα ποσοστό 86,6% πιστεύει ότι η επιτροπή δεν θα έπρεπε να περιορισθεί απλά στο να υποβάλει ένα πόρισμα, αλλά θα έπρεπε να ασχοληθεί σε ουσιαστικότερη και μονιμότερη βάση με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Η σαφής και χωρίς αμφιταλάντευση αυτή θέση του κοινού, που επιδοκιμάζει τις εργασίες της επιτροπής και αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να παίξει για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καλλίτερος δείκτης για τη χρησιμότητα ενός τέτοιου θεσμού. Ας μη βιαστούμε να πούμε ότι το κοινό εξετάζει τα θέματα επιφανειακά χωρίς να λαβαίνει υπ’ όψιν τις πιθανές σοβαρές συνέπειες στον τομέα μιας πιθανής προσβολής των βασικών δικαιωμάτων. Από προσωπική εμπειρία, μετά από την παρακολούθηση των εργασιών, έγινε φανερό ότι η εικόνα που δόθηκε ήταν μία ρεαλιστική εικόνα που απέδιδε ακριβώς την πραγματικότητα δίνοντας έτσι όλα τα στοιχεία στον ευαισθητοποιημένο πολίτη, για να πάρει μία αντικειμενική θέση. Και πιστεύουμε ακράδαντα ότι όταν δοθεί στο κοινό η σωστή σφαιρική πληροφόρηση, τότε είναι άριστα σε θέση να κρίνει μία κατάσταση τόσο αντικειμενικά όσο θα την κρίνουν οι διάφοροι «ειδικοί».

 

Εκείνο που θα χαρακτήριζε, εκ πρώτης όψεως, αυτή την προσπάθεια ήταν ο συντονισμός δράσης των διαφόρων αρχών. Αστυνομία, εισαγγελία, δικαστές συνεργάσθηκαν στενά με αποτέλεσμα να δοθεί η εντύπωση ότι επρόκειτο για συντονισμένη και συλλογική προσπάθεια και όχι ότι ένα άτομο όπως για παράδειγμα ένας εισαγγελέας έπαιρνε επάνω του όλη την ευθύνη καθιστάμενος αφενός ένας πλέον ευάλωτος στόχος και αδυνατώντας, εκ των πραγμάτων, ν’ αντιμετωπίσει όλες τις πτυχές του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Με τον τρόπο αυτό, το οργανωμένο έγκλημα δεν είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί μ’ ένα συγκεκριμένο άτομο αλλά είχε απέναντι του έναν ολόκληρο συμπαγή μηχανισμό τον οποίο ήταν αδύνατο να εξουδετερώσει.

 

Η εκτεταμένη δημοσιότητα που δόθηκε στην υπόθεση, δεν επέτρεψε σε καμία περίπτωση να περάσουν τα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος στην αντεπίθεση, ενώ βρισκόταν συνεχώς σε αμυντική θέση. Έτσι οι «κεφαλές» άνθρωποι που, μέχρι τότε, εθεωρούντο παντοδύναμοι, απογυμνώθηκαν τελείως από την «αίγλη» τους και παρουσίασαν την εικόνα ενός κακοποιού που δεν ξέρει πώς να ξεφύγει.

 

Κάτι που προξένησε πραγματικά εντύπωση είναι η νηφαλιότητα και ο δυναμισμός με τα οποία οι δικαστές μέλη της ανακριτικής επιτροπής αντιμετώπισαν περιπτώσεις στυγνών δολοφόνων. Βέβαια, υπήρξαν οι κατάλληλοι δικονομικοί μηχανισμοί για να τους βοηθήσουν.

 

Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε η διαφάνεια, δημοκρατικότητα των θεσμών και ακεραιότητα που διακρίνουν τους Καναδούς όταν αντιμετωπίζουν τέτοιες περιπτώσεις. Υπήρξαν και εκεί στο παρελθόν περιπτώσεις διαφθοράς (πολιτικής ή άλλου έτους). Όμως, από ένα σημείο και έπειτα δημιουργήθηκε μία συλλογική κοινωνική συνείδηση η οποία προέταξε το κοινό καλό.

 

Στον τομέα της προάσπισης των δικαιωμάτων διαφόρων μειονοτήτων (γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων) αυτό φάνηκε καθαρά. Στον τομέα αυστηρού περιορισμού της κατοχής και χρήση όπλων επίσης. Ή ακόμη σε διάφορα άλλα κινήματα όπως η απαγόρευση καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, ο καναδός πολίτης δέχθηκε πρόθυμα, να αναθεωρήσει ορισμένα στερεότυπα και να προσαρμοσθεί προς μία νέα κατάσταση πραγμάτων, συνέπεια ενός consensus μεταξύ ατόμων διαφορετικής κουλτούρας, εθνικότητας και φυλετικής καταγωγής.

 

Το πείραμα αυτό του Καναδά είναι αξιοθαύμαστο. Τρανή απόδειξη υπήρξε αυτό το εγχείρημα με τη CECO, όταν η Κυβέρνηση του Κεμπέκ κατάφερε να πατάξει το οργανωμένο έγκλημα, διότι, ακριβώς, εκείνη τη στιγμή υπήρχε η κοινή συνείδηση ότι αυτό έπρεπε να γίνει για το καλό του κοινωνικού συνόλου.

 

Καθοριστική, για την επιτυχία της όλης «επιχείρησης» υπήρξε η συμμετοχή κοινωνιολόγου και εγκληματολόγου στις εργασίες της επιτροπής. Κατέστη δυνατή η χρήση μεθόδων των κοινωνικών επιστημών (στατιστικά στοιχεία, συγκριτικές έρευνες, ερωτηματολόγια) με αποτέλεσμα η επιτροπή να ανοίξει τον ορίζοντά την πέρα από καθαρά «νομικές» λύσεις προσκολλημένες, αναγκαστικά αλλά και πολλές φορές υπερβολικά (όταν π.χ. πρόκειται για οργανωμένο έγκλημα) στην αρχή της νομιμότητας.

 

Ας μη ξεχνάμε ότι η αρχή αυτή χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται, κατά κόρον, κυρίως στη Β. Αμερική αλλά και σε άλλες χώρες από τους δικηγόρους ατόμων εμπλεγμένων στο οργανωμένο έγκλημα. Η ανακριτική επιτροπή του Κεμπέκ υπήρξε μία απάντηση σ’ αυτή την πολεμική τακτική. Η ύπαρξη εγκληματολόγου αλλά και κοινωνιολόγου υπήρξε καθοριστική ώστε ν’ αντιμετωπισθεί το πρόβλημα στο σύνολο του και όχι κάθε πράξη ατομικά κατά την πάγια τακτική των νομικών επιστημών. Ο κίνδυνος καταπάτησης των βασικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αν και πάντοτε υπαρκτός και δυνατός, δεν αποτελεί πλέον την απειλή που αποτελούσε πριν 30 ή 50 χρόνια. Οι προστατευτικοί μηχανισμοί και οι εγγυήσεις είναι τέτοιοι που παραμένει μάλλον θεωρητικός.

 

Αντίθετα ο κίνδυνος καταπάτησης των δικαιωμάτων των θυμάτων και του κοινωνικού συνόλου (δεν μιλούμε για το Κράτος, το οποίο διαθέτει τους μηχανισμούς για να προστατεύεται) είναι ορατός και σημαντικός. Το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί τον κατ’ εξοχή μηχανισμό που προσβάλλει συχνά ατιμωρητί τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου (Ναρκωτικά, «προστασία» δανεισμός με υπέρογκα επιτόκια) με συνέπειες δραματικές για άτομα και οικογένειες.

 

Η άμυνα της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει μέσα στο πλαίσιο του «απόλυτου» σεβασμού της αρχής της νομιμότητας. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν μηχανισμοί ευέλικτοι, ταχείς και αποτελεσματικοί τόσο στο επίπεδο των διωκτικών αρχών, όσο της εισαγγελίας αλλά και της τακτικής δικαιοσύνης.

 

Μέρος 1ο:

Η Επιτροπή CECO για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος

 

Ι) Ιστορική ανασκόπηση της Επιτροπής

 

Η Επιτροπή CECO του Κεμπέκ ασχολήθηκε διαδοχικά με τέσσερις φακέλους που αφορούσαν το οργανωμένο έγκλημα.

 

Ο πρώτος του έτους 1975, ήταν ο φάκελος για τη χρήση ακατάλληλων για τον καταναλωτή κρεάτων. Μία αμέλεια των διοικητικών οργάνων άφηνε να περνούν τον έλεγχο ζώα άρρωστα ή πεθαμένα και να απευθύνονται στα σφαγεία με στόχο την ανθρώπινη κατανάλωση κυρίως υπό τη μορφή αλλαντικών. Παρά την ύπαρξη κάποιων υποτυπωδών υγειονομικών ελέγχων η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο.

 

Μετά τις εργασίες της Επιτροπής, υπεβλήθη το πρώτο Πόρισμα που οδήγησε στην υιοθέτηση αυστηρότερου νόμου και στην υποβολή μηνύσεων που κατέληξαν σε καταδικαστικές αποφάσεις.

 

Όμως η συστηματικότερη και σε βάθος έρευνα των μεθόδων και τομέων του οργανωμένου εγκλήματος (ναρκωτικά, πορνεία, προστασία) έγινε στους φακέλους που ακολούθησαν ήτοι την εξάρθρωση του παρακλαδιού της ιταλικής μαφίας της Ν. Υόρκης στο Μόντρεαλ (ομάδα του […]) και σ’ εκείνη του Ομίλου των εννέα αδελφών […] οι οποίοι διαδέχθηκαν την Ιταλική Μαφία μετά την εξάρθρωση της από τις εργασίες της Επιτροπής και κατατρομοκρατούσαν ορισμένες συνοικίες. Αυτοί είναι οι δύο φάκελοι που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα εξετασθούν πιο λεπτομερειακά στη συνέχεια.

 

Πριν όμως περάσουμε σ’ αυτό το στάδιο, πρέπει να δούμε πως λειτούργησε σε νομική βάση η Επιτροπή. Βάσει του Νόμου για την Αστυνομία του Κεμπέκ, η Επιτροπή της Αστυνομίας μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Διοικητή της Επαρχίαςνα διατάξει έρευνα σχετική με τη διακλαδώσεις του οργανωμένου εγκλήματος και με στόχο να το πατάξει.

 

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1972 εξεδόθη διάταγμα του Υπ. Συμβουλίου εξουσιοδοτώντας την Επιτροπή της Αστυνομίας να διατάξει έρευνα την οποία προσδιόρισε με πολύ ευρώ τρόπο εφ’ όσον περιελάμβανε όλους σχεδόν τους τομείς του οργανωμένου εγκλήματος όπως των παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων, δανεισμών με υπερβολικά επιτόκια (shy locking), ναρκωτικών, πορνείας, κλοπών και μετατροπών αυτοκινήτων φορολογικών απατών, εκβιασμών, απειλών, εκφοβισμών, και άλλων σχετικών.

 

Το πρώτο διάταγμα όριζε ως πέρας των εργασιών της Επιτροπής το 1975. Μπροστά όμως στη χρησιμότητα του έργου της, το διάστημα επεκτάθηκε μέχρι το 1976 και τέλος μέχρι το 1977 οπότε υπεβλήθη και το παρόν τελικό πόρισμα.

 

ΙΙ) Οι εργασίες της Επιτροπής

 

1) Ο φάκελος της οικογένειας […]

 

Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες της CECO δεν επεκτείνοντο σε ατομικές εγκληματικές δραστηριότητες συγκεκριμένων ατόμων, αλλά στις δραστηριότητες ομάδων που δρούσαν στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος, οι Επίτροποι αναγκάσθηκαν να μελετήσουν την ομάδα της «Μαφίας» του Μόντρεαλ παρακλάδι εκείνης της Ν. Υόρκης.

 

Θύματα – μάρτυρες που δίσταζαν να καταθέσουν, δήλωναν ότι η οργάνωση αυτή είχε μία μυστηριώδη δύναμη. Προβαίνοντας σε μία ιστορική ανασκόπηση της Ιταλικής Μαφίας, τονίζεται η σημασία, για την οργάνωση αυτή, του «νόμου» της σιωπής «Omerta», εφόσον η Μαφία έχει την καταγωγή της στα κινήματα αντίστασης κατά της καταπίεσης.

 

Παρά τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς και την καταγωγή από τις ίδιες μυστικές εταιρίες της Ιταλίας του Νότου, οι αρχηγοί των παρακλαδιών της Αμερικής, δρούσαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο όπως, εξάλλου έκαναν και τα αφεντικά τους στην Ιταλία. Καθένας διαφέντευε άτομα σ’ ένα τομέα τον οποίο είχε καταφέρει να κατακτήσει συχνά με τη βία. Οι πιο ισχυροί επικρατούσαν των άλλων κι έτσι δημιουργήθηκαν μεγαλύτερες ομάδες σε πιο εκτεταμένες περιοχές που απέφεραν περισσότερα έσοδα.

 

Η περίοδος της ποτοαπαγόρευσης του 1920, υπήρξε καθοριστική για τη δημιουργία των μεγάλων οικογενειών των μαφιόζων της Αμερικής.

 

Στις αρχές το να ανήκει κάποιος σε μία «οικογένεια» προϋπέθετε κοινή φυλετική καταγωγή από την Σικελία. Όμως, σιγά-σιγά οι νεαροί Ιταλοί βγήκαν από τα γκέτο και άρχισαν να συνεταιρίζονται με τα άλλα μέλη της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτές οι συμμαχίες επηρέασαν βαθιά την ιστορία του εγκλήματος στις ΗΠΑ.

 

Όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση των ομάδων, προέρχεται από εκείνη του […], όταν το 1931 πήρε την αρχηγία της Ιταλικής Μαφίας. Πέντε μεγάλες οικογένειες κυριαρχούσαν στην Ν. Υόρκη. Οι πέντε αρχηγοί περιστοιχίζονται από το δεξί τους χέρι (sotto capo). Κατόπιν υπήρχαν οι λοχαγοί και οι απλοί στρατιώτες σε μονάδες των δέκα ατόμων.

 

Καθένας υπάκουε σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά και ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις των κατωτέρων του. Αυτό το οργανωτικό σχήμα υιοθετήθηκε σιγά – σιγά από όλες τις οικογένειες των Μαφιόζων.

 

Στη συγκεκριμένη ομάδα των κουμπάρων […] και […] υπήρχαν τέσσερις κατηγορίες μελών. Τα κανονικά και χρησμένα μέλη, τα μη χρησμένα, οι νεοεισαχθέντες με προοπτική να γίνουν κανονικά μέλη και οι συνεταίροι μη μέλη.

 

Όσον αφορά την ιεραρχία μεταξύ των μελών, είναι δύο ειδών:

 

η επίσημη ιεραρχία που συνίσταται σε μία γραμμή εξουσίας αυστηρά καθορισμένη και

η ανεπίσημη βασισμένη στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των μελών το ένα απέναντι στους άλλους. Στην ουσία δεν είναι όλα τα μέλη του ιδίου βαθμού ίσα μεταξύ τους. Ο πολύ ικανός νεαρός «piccioto» μπορεί να διευθύνει έναν ορισμένο αριθμό υποθέσεων, διαφορετικά rackets και να έχει πολλά πρόσωπα υπό την εξουσία του. Η ανεπίσημη ιεραρχία σημαίνει επίσης, πολλές φορές, αίγλη και σεβασμό. Στην παραδοσιακή ιταλική κουλτούρα ο σεβασμός «rispetto» προσδίδεται στην ηλικία, στο βαθμό συγγένειας, στην εξουσία και το κύρος.

Εξάλλου για να προσδιορίσουμε την ταυτότητα κάποιου ως «αρχηγού» (leader) μίας μυστικής και παράνομης οργάνωσης, αποκαλυπτικές είναι οι ηθελημένες ή αθέλητες αποκαλύψεις των μελών της ομάδας γύρω από τους διευθύνοντες όπως επίσης και η συμπεριφορές του ενός απέναντι στους άλλους. Για παράδειγμα στην περίπτωση που μας απασχολεί, όλες οι σημαντικές συναλλαγές και τα μεγάλα σχέδια υπεβάλλοντο πάντοτε στον […] για έγκριση. Εκτός του ότι ο τελευταίος δεν δεχόταν διαταγές από κανένα σε τοπικό επίπεδο, συγκαλούσε ή ακύρωνε συνεδριάσεις επέλεγε τους επικεφαλής των σχεδίων και ρύθμιζε τις διαφορές. Γενικά αυτός καθόριζε τη γραμμή της «οικογένειας».

 

[…]

 

Οι τέσσερις βασικές αρχές που διέπουν τη Μαφία, ήτοι:

 

– όλα ρυθμίζονται από συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς,

 

– η ανάγκη να περνά η «οικογένεια» πριν απ’ όλα

 

– η ανάγκη να προστατευθεί η τιμή και η οικογένεια,

 

– η υποχρέωση της «omerta» σιωπής για ό,τι αφορά την οικογένεια,

 

Είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους με αποτέλεσμα να συγχέονται σε πολλές περιπτώσεις. Είναι ελεύθερα αποδεκτές με αντάλλαγμα την ασφάλεια και την εξασφάλιση του αύριο, προνόμια και χαρακτηριστικά που ανήκουν στα μέλη της ομάδας (clan).

 

Συμπερασματικά, όσον αφορά την ιταλική μαφία του Μόντρεαλ, πρόκειται για μία σημαντική ένωση κακοποιών, η οποία αν και υποχρεώθηκε να σιγήσει λόγω των δραστηριοτήτων της ανακριτικής επιτροπής CECO μπορεί να ξαναπεταχθεί με δύναμη αν δεν είναι αντικείμενο συνεχούς παρακολούθησης και προσοχής από τις δυνάμεις της τάξεως.

 

Η αναζωογόνηση της Μαφίας είναι περισσότερο εύκολη απ’ ότι σε άλλες τέτοιες ενώσεις και τούτο γιατί υπάρχει μία δομημένη ιεραρχία, επιλογή των μελών, κανόνες που προβλέπουν προαγωγές μέσα στο πλαίσιο της ομάδας, όπως επίσης μια κατανομή εξουσιών και αρμοδιοτήτων καθώς και μία πειθαρχία που μπορεί να εξασφαλίσει μακροχρόνια την επιβίωση της οργάνωσης.

 

Η Επιτροπή δεν έδωσε ασφαλώς στη δημοσιότητα όλες τις εγκληματικές δραστηριότητες της ομάδας […]. Παρ’ όλ’ αυτά τα μέλη της ανακριτικής Επιτροπής διαπίστωσαν ότι η οργάνωση ήταν αναμεμιγμένη σε μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων τόσο νόμιμων όσο και παρανόμων με στόχο την κερδοσκοπία. Ως παράδειγμα παρανόμων δραστηριοτήτων αναφέρονται η προστασία, η εκβίαση, κλοπές παντός είδους, παράνομα δάνεια, εμπορία ναρκωτικών, παράνομα παιγνίδια και στοιχήματα καθώς και απάτες.

 

[…]

 

Μέρος 3ο:

Τα απαραίτητα στοιχεία μιας αποτελεσματικής αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος

 

Ι) Το κοινό ως μάρτυς

 

Όπως είχε τονίσει η U.S. National Advisory Commission: Όλοι εκείνοι που εργάζονται στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης δέχονται ασυζητητί ότι, χωρίς τη συνεργασία των πολιτών ούτε η αύξηση του προσωπικού, ούτε η βελτίωση της τεχνολογίας ούτε η αύξηση του προϋπολογισμού δεν μπορούν να καταφέρουν ώστε οι δυνάμεις της τάξεως να ελέγξουν αποτελεσματικά το φαινόμενο της εγκληματικότητας.

 

Όποιος ασχολείται πιο επισταμένα με το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και την καταδίκη των εγκληματιών γνωρίζει ότι το πρόσωπο-κλειδί του ποινικού συστήματος είναι ο πολίτης.

 

Χωρίς πολίτες που θα καταγγείλουν τα εγκλήματα, η αστυνομία είναι σχεδόν ανενεργή. Χωρίς πολίτες που θα στοιχειοθετήσουν τις αποδείξεις ενώπιον του δικαστηρίου, τα δικαστήρια δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για το οργανωμένο έγκλημα, διότι αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τα άλλα εγκλήματα (κλοπές, απάτες κ.λπ.) η μεγάλη δυσκολία εδώ είναι η σιωπή των μαρτύρων. Στο σημείο αυτό, εξ άλλου έγκειται η δύναμη του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Από την εμπειρία της Επιτροπής συνάγεται ότι ο λόγος αυτής της σιωπής είναι κυρίως ο φόβος. Και όταν όμως υπερπηδήθηκε αυτός ο φόβος, τότε διαπιστώθηκε ένα δεύτερο εμπόδιο εξίσου σημαντικό, η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη. Μόνον όταν εγκατασταθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ μαρτύρων, αφ’ ενός και ανακριτών, εισαγγελέων και επιτροπών, μόνο τότε οι μάρτυρες αποφάσισαν από μόνοι τους να καταθέσουν δημοσίως.

 

Η διαδικασία γινόταν ως εξής: Ένας πιθανός μάρτυρας επληροφορείτο, κατ’ αρχάς σε συναντήσεις στα γραφεία της επιτροπής ή ακόμα και στο σπίτι του για το πώς θα ξεπεράσει την αρχική δυσκολία απέναντι σε ό,τι είναι αστυνομικός, δικηγόρος ή δικαστής, για να μπορέσει, στη συνέχεια, να εμπιστευθεί τους ανθρώπους που τον περιέβαλαν. Βρέθηκαν μεταξύ των «συνεργάσιμων» μαρτύρων άνθρωποι οι οποίοι την προηγούμενη ακόμη δίσταζαν να καταθέσουν δημοσία.

 

Σε τελική ανάλυση, λίγοι άνθρωποι αρνούνται να καταθέσουν. Οι περισσότεροι έχουν, μέσα τους, μία δίψα για δικαιοσύνη και επιθυμούν διακαώς να συνεργαστούν.

 

Όπως είδαμε, οι παράγοντες που τους εμποδίζουν να καταθέσουν είναι δύο εκ των οποίων ο σημαντικότερος είναι ο φόβος των αντιποίνων. Πρόκειται για τον πιο σημαντικό παράγοντα στις υποθέσεις που αφορούν το οργανωμένο έγκλημα και ενυπάρχει στη μεγάλη πλειοψηφία των μαρτύρων. Οι μόνοι μάρτυρες που δεν έδειξαν ανησυχία ήταν ορισμένα άτομα που είχαν κοινό μία εξαιρετική δύναμη χαρακτήρα και κουράγιο. Γενικά, η αγανάκτηση μπροστά σ’ αυτά που υπέστησαν τους ενέπνευσαν ένα συναίσθημα πιο έντονο από το φόβο. Μία σημαντική πρώτη διαπίστωση: Ο φόβος των αντιποίνων, αν και πραγματικός στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν ήταν σχεδόν ποτέ δικαιολογημένος. Απλά ορισμένα άτομα πρέπει να προσέχουν όταν καταθέτουν εναντίον των μελών του οργανωμένου εγκλήματος. Πρόκειται γι’ αυτούς που ανήκαν στο παρελθόν σ’ αυτό το περιβάλλον ή στις δραστηριότητές του. Στον υπόκοσμο, όπως γενικά και σε κάθε κοινότητα η προδοσία δεν είναι αποδεκτή.

 

Όμως αν είναι αλήθεια ότι οι εγκληματίες πρέπει οπωσδήποτε ν’ αλλάξουν διαμονή σε περίπτωση συνεργασίας με τη δικαιοσύνη, δεν ισχύει καθόλου το ίδιο με τα «έντιμα θύματα». Μία καταγγελία από μέρους ενός τίμιου πολίτη θεωρείται ως ένας κίνδυνος του επαγγέλματος από τους εγκληματίες.

 

Πρώτος παράγων που μπορεί να διαλύσει τον φόβο του μάρτυρα είναι η φήμη για δύναμη και αποτελεσματικότητα αυτών που μάχονται το οργανωμένο έγκλημα. Έρευνα του Αμερικανικού Institute for Law and Research απέδειξε ότι οι μάρτυρες εφοβούνται λιγότερο όταν υπήρχαν περισσότεροι που θα κατέθεταν σε μία υπόθεση.

 

Όσον αφορά τη μετακίνηση και την αλλαγή ταυτότητας των μαρτύρων χρησιμοποιείται σπάνια λόγω απουσίας τυπικής διαδικασίας και είναι αρκετά σύνθετη διαδικασία. Αυτό είναι λυπηρό διότι αποτελεί συχνά ένα πολύ αποτελεσματικό μέτρο για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Η επιτροπή κάνει συγκεκριμένη πρόταση ώστε να τεθεί επί ποδός ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει την αλλαγή ταυτότητας και κατοικίας ορισμένων μαρτύρων.

 

Όσον αφορά τον παράγοντα «έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη δικαιοσύνη» μεταφράζεται σε μία απουσία επιθυμίας του μάρτυρα να καταθέσει στηριζόμενος στο ότι «έτσι κι αλλιώς δεν θα γίνει τίποτα». Αυτό σημαίνει για το κοινό ότι οι εγκληματίες θα εξακολουθήσουν να είναι οι πιο ισχυροί και να διαφεύγουν από το σύστημα. Και αν κάποτε συλληφθούν και καταδικαστούν απλά θα γρατσουνισθούν από μία ποινή με λίγες συνέπειες που θα συντομευθεί ακόμη περισσότερο από μία υπό όρον απόλυση.

 

Η επιτροπή άκουσε διαφόρους μάρτυρες γύρω από το θέμα. Ένας, με προέλευση την ιταλική μαφία ανέφερε ότι αυτή η «λεπτότητα» με την οποία η δικαιοσύνη χειριζόταν ορισμένους βίαιους και ποταπούς εγκληματίες, όχι μόνον δεν εθεωρείτο ως μία ενεργητική αποδοκιμασία των πράξεων τους αλλά μάλλον ως αδυναμία απέναντί τους.

 

Για να πείσει τους μάρτυρες να καταθέσουν η επιτροπή έπρεπε να τους διαβεβαιώσει ότι το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να νικηθεί , ότι οι αρχές ήταν αποφασισμένες να το πραγματοποιήσουν και ότι η συνεργασία τους θα απέφερε καρπούς σπρώχνοντας την κοινή γνώμη στην αστυνομία και το Υπ. Δικαιοσύνης.

 

Είναι, πράγματι, αλήθεια ότι συχνά οι μάρτυρες που έζησαν την εμπειρία του δικονομικού μηχανισμού βγαίνουν με πολύ λιγότερα κίνητρα απ’ ότι όταν μπήκαν στο σύστημα. Πόσες φορές κάποιος δικηγόρος δεν έχει ακούσει τον πελάτη του να δηλώνει: «Την επόμενη φορά, δεν είδα και δεν άκουσα τίποτα».

 

Οι ίδιοι οι αστυνομικοί δηλώνουν ότι όταν μία υπόθεση τελειώνει, εύχονται να μην ξαναέχουν να δουλέψουν με τον ίδιο μάρτυρα σε άλλες περιπτώσεις διότι δεν πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να τον πείσουν μία δεύτερη φορά να υποστεί τις ταλαιπωρίες του συστήματος.

 

Σε μία έρευνα της εισαγγελίας του Milwakee σ’ ένα δείγμα 240 μαρτύρων, το 40% δήλωσαν ότι θα συνεργάζονταν λιγότερο στο μέλλον.

 

Ένας σημαντικός παράγων για την απουσία αυτού του πνεύματος συνεργασίας υπήρξε η τακτική των ατόμων που ασχολούντο με την απονομή της δικαιοσύνης. Σε μία άλλη έρευνα της επιτροπής Prevost, 51,03% πίστευαν ότι στις σχέσεις τους με τους μάρτυρες οι αστυνομικοί ήταν φιλικοί, ένα 48,50% ότι η συμπεριφορά τους ήταν ουδέτερη.

 

Οι κριτικές όμως στρέφονται κυρίως κατά των δικηγόρων και των δικαστών. Όσον για τους εισαγγελείς θεωρούνται ότι κρατούν μία απόμακρη στάση. Ο φόρτος εργασίας των εισαγγελέων δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτή την κατάσταση. Πρόκειται, πολύ περισσότερο για ένα ζήτημα συμπεριφοράς απέναντι στο κοινό. Πολλοί εισαγγελείς δεν υπολογίζουν τη σημασία να θεωρήσουν τους μάρτυρες ως απαραίτητους συνεργάτες και κρατούν απέναντί τους, μία ουδέτερη στάση. Μερικοί μάλιστα, χειρίζονται τους μάρτυρες αφ’ υψηλού σαν να ήταν στην υπηρεσία τους.

 

Ως έναν τρόπο αναβάθμισης του ρόλου του μάρτυρα, η επιτροπή προτείνει να υπάρξει μία αμοιβή για τον πολίτη που θα κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας.

 

Σημαντικός αρνητικός παράγων είναι επίσης, ο αργός ρυθμός απονομής της δικαιοσύνης σ’ ένα τομέα όπου, κατ’ εξοχήν η δικαιοσύνη έπρεπε να επιδείξει ταχύτητα και επιμέλεια στις περιπτώσεις δηλαδή του οργανωμένου εγκλήματος. Είναι περιττό να τονίσουμε ότι, κάθε καθυστέρηση στον τομέα αυτό είναι υπέρ των εγκληματικών οργανώσεων και εις βάρος των μαρτύρων, του κοινού και σε τελευταία ανάλυση της δικαιοσύνης.

 

Πρέπει, τέλος να προωθηθεί ως μέτρο αντεγκληματικής πολιτικής, η απαλλαγή από τη δίωξη του συνενόχου, ο οποίος θα δεχθεί να καταθέσει στη δίκη εναντίον των συνενόχων του.

 

ΙΙ) Οι εισαγγελείς

 

Η πιο λαμπρή αστυνομική έρευνα θα μείνει χωρίς αποτέλεσμα αν δεν δοθεί συνέχεια με την καταγγελία με τρόπο αποτελεσματικό. Προέχει λοιπόν η δημιουργία μιας ομάδας εξειδικευμένων εισαγγελέων που θα ασχολούνται αποκλειστικά με τις υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος. Στη Ν. Υόρκη, στο Γραφείο του Γεν. Εισαγγελέα σ’ έναν αριθμό 200 εισαγγελέων, 12 εργαζόταν ειδικά στο «Racket Bureau» που ασχολείται αποκλειστικά με υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος. Με τον τρόπο αυτό οι αστυνομικοί έχουν στη διάθεσή τους ένα πολύτιμο σύμβουλο για να επιλύσουν τα σύνθετα νομικά θέματα που ανακύπτουν σ’ αυτού του είδους τις έρευνες.

 

Εννοείται ότι ένα εξειδικευμένο σώμα εισαγγελέων θα πρόσεχε πολύ περισσότερο αυτές τις υποθέσεις υπό την έννοια ότι ο ίδιο πρόσωπο θα ησχολείτο από την αρχή μέχρι το τέλος με τον ίδιο φάκελο. Διότι με το φόρτο εργασίας που έχουν τώρα, άλλοι ασχολούνται ξεχωριστά με κάθε στάδιο της διαδικασίας με αποτέλεσμα την απουσία συντονισμού των ενεργειών, η οποία δεν μπορεί να αποφέρει παρά μόνο στον κατηγορούμενο.

 

Έρευνες στις Η.Π.Α. έδειξαν ότι όταν ο ίδιος εισαγγελέας χειριζόταν μία σοβαρή υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος, το ποσοστό επιτυχίας ήταν πολύ μεγαλύτερο.

 

Επιπλέον, ένα τέτοιο σύστημα, θα αντιπαραθέτει στους ικανούς δικηγόρους των μελών του οργανωμένου εγκλήματος, έμπειρους εισαγγελείς.

 

Εν κατακλείδι, η επιτροπή προτείνει τη δημιουργία ενός ειδικού γραφείου εισαγγελέων που θα ασχολούνται με το οργανωμένο έγκλημα, θα συμβουλεύουν τους αστυνομικούς και θα παρουσιάζουν τις υποθέσεις στο δικαστήριο.

 

Μεγάλη σημασία δόθηκε από την Επιτροπή στην επιβολή της κατάλληλης ποινής σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

 

Η Καναδική επιτροπή για την ποινική και σωφρονιστική μεταρρύθμιση είχε, ήδη τονίσει από το 1964, ότι, όταν πρόκειται για κάποιον εμπλεγμένο στο οργανωμένο έγκλημα δεν πρόκειται για ένα έγκλημα πάθους ή που οφείλεται σε διαταραχές της προσωπικότητας αλλά για ένα ψύχραιμα υπολογισμένο και σχεδιασμένο έγκλημα. Στις περιπτώσεις αυτές ο αποτρεπτικός στόχος της ποινής χρειάζεται ιδιαίτερη έμφαση.

 

Το καταλληλότερο πρόσωπο για να πληροφορήσει το δικαστήριο για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί είναι ο εισαγγελέας. Ο δικαστής θα ήταν σε καλλίτερη θέση να αποφασίσει αν γνώριζε τον τρόπο ζωής του καταδικασθέντος, το χαρακτήρα του, την άρνηση να εργασθεί, τον ανεξήγητο πολυτελή τρόπο διαβίωσής του και τις συνδέσεις του με τα μέλη του υποκόσμου.

 

Για παράδειγμα, σε μία περίπτωση εκβίασης νυκτερινού κέντρου, μπορεί, στο τέλος, η αρχική κατηγορία να περιορισθεί σε απλή φθορά και να επιβληθεί ένα απλό πρόστιμο. Η ποινή θα ήταν ασφαλώς, αυστηρότερη, αν είχαμε ερευνήσει αν επρόκειτο για συστηματικό «σπάσιμο» σε μία προσπάθεια ανάληψης ελέγχου του καταστήματος από τα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος. Όλα αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να συναχθούν από τις έρευνες των αστυνομικών υπό την καθοδήγηση ενός ικανού εισαγγελέα.

 

ΙΙΙ) Οι δικαστές και τα δικαστήρια

 

Η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την αποτελεσματική καταστολή του εγκλήματος. Αν το σύστημα είναι αργό, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Πρώτον, η αποτρεπτική λειτουργία της σύλληψης και της καταδίκης είναι ανύπαρκτη. Δεύτερο, η κοινή γνώμη χάνει την εμπιστοσύνη της στη δικαιοσύνη και τρίτον η ικανότητα του συστήματος να καταδικάσει τους πραγματικούς ενόχους περιορίζεται κατ’ αναλογία.

 

Οι άνθρωποι του οργανωμένου εγκλήματος έχουν πλήρη γνώση των συνεπειών της αργοπορίας του δικονομικού συστήματος και προσπαθούν να το εκμεταλλευθούν στο μέγιστο. Οι υποθέσεις όπου είναι μπλεγμένοι, είναι σύνθετες και απαιτούν συχνά ημέρες ανάκρισης. Πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις όπου όλο το σύστημα δουλεύει με αργοπορία.

 

Από την άλλη πλευρά, οι αναβολές αποτελούν τη μάστιγα του συστήματος αφού αυτόματα, οι υποθέσεις μεταφέρονται μετά από 9 μήνες τουλάχιστον. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος είναι να γίνουν αυστηρότεροι οι όροι για να δοθεί μία αναβολή.

 

Όλοι γνωρίζομε ότι το σύστημα αναβολής χρησιμοποιείται, κατ’ εξοχήν από την υπεράσπιση για να φτάσει σε μία αθωωτική απόφαση. Η αναβολή φέρνει μαζί της νέες προθεσμίες, με συνέπειες άμβλυνση της μνήμης των μαρτύρων, απώλειες μνήμης, κούραση και φθορά των μαρτύρων που πρέπει να βρίσκονται στο δικαστήριο συνεχώς, μείωση του ενδιαφέροντος των αστυνομικών του εισαγγελέα και του δικαστή.

 

Τα μέσα για να επιτευχθεί αναβολή είναι πολλά. Αρκεί ο δικηγόρος να έχει πολλές εντολές για την ίδια μέρα, ένας μάρτυρας υπεράσπισης να απουσιάσει κ.ό.κ. Η τακτική αυτή χρησιμοποιείται συχνά από τους συνήγορους υπεράσπισης. Η Επιτροπή δίνει για παράδειγμα την περίπτωση του […], μεγαλέμπορου ναρκωτικών, ο οποίος συνελήφθη επ’ αυτοφώρω το 1969 έχοντας στην κατοχή του μεγάλη ποσότητα πλαστών χρημάτων και γραμματοσήμων και ο οποίος πέρασε τελικά από δίκη το 1974.

 

Μία έρευνα του 1970 στο Chicago απέδειξε ότι οι περιπτώσεις επιτυχίας μίας δίωξης μειώνονται ανάλογα με το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ σύλληψης και συμπλήρωσης της υπόθεσης. Εξαρτώνται επίσης από τον αριθμό παρουσιών του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και από τον αριθμό των παρουσιών των μαρτύρων στο δικαστήριο. Οι ερευνητές διεπίστωσαν ότι η «φθορά» των μαρτύρων είναι μία πρακτική που χρησιμοποιείται συχνά με επιτυχία.

 

Υπήρξε άμεση σχέση ανάμεσα στη διάρκεια των υποθέσεων και το ποσοστό καταδικαστικών αποφάσεων. Διαπιστώθηκε ότι, ενώ το ποσοστό των καταδικών ήταν 92% όταν στις υποθέσεις απαιτήθηκε μία έως τέσσερις εμφανίσεις των μαρτύρων στο δικαστήριο, έπεσε στο 48% για υποθέσεις που απαίτησαν 17 ή περισσότερες παρουσίες.

 

«Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών είναι σαφή. Χάνονται τα ίχνη των θυμάτων, οι μάρτυρες φεύγουν, πάνε διακοπές ή πεθαίνουν. Τα θύματα και οι συνεργάσιμοι μάρτυρες γίνονται εχθρικοί, αρνούνται να παραστούν στο δικαστήριο ή αν υποχρεωθούν διστάζουν να καταθέσουν κατά του κατηγορουμένου. Μερικοί αγνοώντας πως λειτουργεί η δικαιοσύνη είναι πεπεισμένοι ότι υπάρχει μία συνομωσία εναντίον τους για να παρεμποδισθεί η δικαιοσύνη, στην οποία συμμετέχουν ο δικαστής, ο εισαγγελέας και οι αστυνομικοί ανακριτές. Ακόμη και οι μάρτυρες που επιθυμούν να συνεργασθούν βλέπουν ότι, με το πέρασμα του χρόνου, η μνήμη τους αμβλύνεται και γίνονται ευάλωτοι στις κατ’ αντιπαράθεση εξετάσεις.

 

Τέλος, ο θεσμός της απόλυσης με εγγύηση αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο. Η μεγαλύτερη ευκολία απόλυσης στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος επηρέασε άμεσα την συνεργασία των θυμάτων με τους μάρτυρες ενός εγκλήματος.

 

Ο πολίτης που έχει ένα πρόβλημα με άτομο επικίνδυνο, όπως, για παράδειγμα στο racket της προστασίας και θέλει να καταγγείλει στην αστυνομία, θα ήταν πολύ πιο ήσυχος αν ήξερε ότι αυτοί που τον τρομοκρατούν ή τον εκμεταλλεύονται δεν θα απολυθούν πολύ σύντομα υπό όρους.

 

Το γεγονός ότι κάποιος εστιάτορας κατήγγειλε τα γεγονότα δεν τον βοηθά σε τίποτα όταν ξαναβρεθεί σύντομα απέναντι στους ίδιους ανθρώπους που θα είναι ακόμα πιο επιθετικοί. Για παράδειγμα ο πρώην ιδιοκτήτης του […], του οποίου το κέντρο έγινε γυαλιά-καρφιά από μία ομάδα υπό την αρχηγία κάποιου […] διότι αρνιόταν να του δώσει τον έλεγχο του καταστήματος, προς μεγάλη του έκπληξη δέχθηκε απειλές θανάτου την επομένη της σύλληψης του […] αφού είχε απολυθεί υπό όρους.

 

Σταδιακά, μετά από απειλές και πιέσεις που ασκήθηκαν στους υπαλλήλους του, τους έχασε όλους. Υπέστη ένα καινούργιο «σπάσιμο» στο μαγαζί και τελικά αναγκάσθηκε να το πουλήσει σε εξευτελιστική τιμή στον άνθρωπο που του υπέδειξε ο […].

 

IV) Το κοινό συνένοχος του οργανωμένου εγκλήματος

 

Το οργανωμένο έγκλημα δεν θα μπορούσε να υπάρχει και να ανθίσει ως κερδοφόρος δραστηριότητα χωρίς τη συμμετοχή ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ευθέως ή έμμεσα με ενεργητικό ή μη τρόπο, άθελα ή και με πλήρη γνώση πολλοί πολίτες συμβάλλουν στην επιτυχία της εγκληματικής δραστηριότητας.

 

Στην ουσία οι εγκληματικές οργανώσεις παρέχουν τις παράνομες υπηρεσίες για ένα ορισμένο κοινό ή επιβάλλουν τη θέλησή τους σ’ ένα παθητικό κοινό. Αυτό συμβαίνει με τα τυχερά παιγνίδια και τα στοιχήματα, με την τοκογλυφία, τα ναρκωτικά την πορνεία, την προστασία, τις απάτες, κλεπταποδοχή, υπεξαιρέσεις κ.λπ.

 

Η συμμετοχή του κοινού στα παιχνίδια και τα στοιχήματα είναι πολύ γνωστή. Σωστά ή λαθεμένα εκείνοι που ενθαρρύνουν αυτές τις δραστηριότητες ισχυρίζονται ότι ο «τζόγος» είναι ένα ενστικτώδες φαινόμενο και φυσικό στον άνθρωπο που δεν περικλείει καμία ανηθικότητα. Μάλιστα αρέσκονται στο να κάνουν τη σύγκριση με το κρατικό Λόττο και τον ιππόδρομο. Εδώ, όμως, το κοινό αγνοεί δύο βασικές διαφορές. Πρώτον, οι δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος δεν υπόκεινται σε άλλο νόμο παρά σε κείνους που οι ίδιοι ορίζουν. Δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας έλεγχος. Κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες είναι απατηλές άμεσα ή έμμεσα και αυτό μέσα στο πλαίσιο μιας ήδη εγκληματικής δραστηριότητας. Δεύτερο, τα χρήματα που «συλλέγονται» χρησιμοποιούνται για παράνομες ενέργειες τις οποίες το κοινό απωθεί γενικά (ναρκωτικά, πορνεία).

 

Με τον τρόπο αυτό δραστηριότητες παράνομες αλλά που φαίνονται ανώδυνες, προκαλούν άλλες πολύ πιο σοβαρές εγκληματικές πράξεις. Όταν κάποιος στοιχηματίζει 10 δολ. σε ένα μπαρ, φαίνεται, κατ’ αρχάς, να μην κάνει κάτι το σοβαρό, ανήθικο ή κατακριτέο. Όμως, τα μικρά αυτά ποσά μαζεύονται και φουσκώνουν τους λογαριασμούς του οργανωμένου εγκλήματος για τους οποίους δεν πληρώνουν κανένα φόρο.

 

Ο δανεισμός με υπέρογκα επιτόκια είναι ένας άλλος τομέας, όπου το οργανωμένο έγκλημα δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί χωρίς την άμεση συμμετοχή τουλάχιστον ενός τμήματος του πληθυσμού. Εκ νέου, ο πολίτης που το χρησιμοποιεί δεν βλέπει τίποτε το παράνομο στο να δανεισθεί από εκείνον έστω και με υπερβολικό επιτόκιο. Αντίθετα αγνοεί ή προτιμά να αγνοεί ότι τα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος δεν υφίστανται κανέναν έλεγχο δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις και φτάνουν μέχρι να χρησιμοποιήσουν βία για τα εισπράξουν ό,τι τους χρωστούν. Μπαίνουν έτσι όλο και περισσότερο σ’ ένα αδιέξοδο προς μεγάλη ικανοποίηση των μελών της οργάνωσης.

 

Το racket της προστασίας τώρα μπορεί να περιλαμβάνει μία ηθελημένη ή αθέλητη συμμετοχή των θυμάτων του. Υπάρχουν δύο μορφές προστασίας. Αυτή που επιβάλλει η ίδια η εγκληματική οργάνωση και εκείνη όπου ο ίδιος ο επιχειρηματίας ζητά.

 

Όταν η Οργάνωση επιχειρεί να επιβάλλει την προστασία της σ’ ένα κέντρο, ο ιδιοκτήτης που υποκύπτει στις απαιτήσεις αντί να προστρέξει προς τα όργανα της τάξης βοηθά πολύ περισσότερο απ’ όσο πιστεύεται τις δραστηριότητες της Οργάνωσης. Αν και κατανοητή αυτή η συμμετοχή δεν παύει να είναι ατυχής. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων μπροστά στην Επιτροπή, αποκαλύφθηκε ότι ο επιχειρηματίας-θύμα προστασίας που προτρέχει για βοήθεια στην αστυνομία καταφέρνει να θέσει τέρμα, στις προσπάθειες εκβιασμού.

 

Εκτός από αυτή τη μορφή προστασίας, η Επιτροπή απεκάλυψε πολλές περιπτώσεις άμεσης συνενοχής εκ μέρους των εμπόρων ή επιχειρηματιών οι οποίοι άθελα ή ηθελημένα κατέφυγαν στις υπηρεσίες ορισμένων μικροκακοποιών για να διατηρήσουν την ηρεμία στο εμπόριό τους, να εισπράξουν ορισμένα ποσά κ.λπ. […]

 

Το ίδιο συμβαίνει και με τα κλεμμένα αντικείμενα όπου το κοινό κλείνει τα μάτια προκειμένου να εξασφαλίσει κάποιο κέρδος. Αυτά τα δίκτυα δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την ελαστική συνείδηση των τίμιων πολιτών.

 

Έτσι λοιπόν, ο πολίτης που εμφανίζεται να αγανακτεί από τις μεθόδους του οργανωμένου εγκλήματος βρίσκεται ο ίδιος μέσα στα γρανάζια του.

 

Τέλος, η δημιουργία μιας ορισμένης νοοτροπίας βοηθά εξάπλωση του οργανωμένου εγκλήματος. Πόσες φορές δεν έχομε ακούσει το κοινό να λέει:

 

–Το οργανωμένο έγκλημα θα υπάρχει πάντοτε.

 

– Η κοινωνία δεν θα καταφέρει ποτέ να το πολεμήσει.

 

–Όλο το σύστημα είναι διεφθαρμένο και οι άνθρωποι του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι χειρότεροι.

 

– Προσωπικά δεν με αφορά.

 

– Πολλοί άνθρωποι σπρώχνονται προς τα εκεί από τη φτώχεια και ανεργία.

 

–Αυτοί οι άνθρωποι, είναι παρ’ όλα αυτά τολμηροί, γενναίοι και διάγουν ένα πολύ ελκυστικό τρόπο ζωής.

 

Η αρνητική αυτή στάση, η αποδοχή και η ηττοπαθής νοοτροπία που φτάνει μέχρι να εξυψώνει μερικές εγκληματικές δραστηριότητες δουλεύει, ασφαλώς, υπέρ αυτών των Οργανώσεων. Αυξάνουν τον φόβο των πολιτών θυμάτων εκβιασμού. Σπρώχνει τον πληθυσμό να μη συνεργάζεται με τις αστυνομικές αρχές. Ενθαρρύνει το νέο να ριχτεί στην περιπέτεια και να μπει σε τέτοιες οργανώσεις, δημιουργούν ένα κλίμα μοιρολατρίας που εμποδίζει τη μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Πρέπει λοιπόν το ίδιο το κοινό να αναρωτηθεί μέχρι ποιο σημείο θέλει να κτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα, σταματώντας να είναι συνένοχός του και μην εμποδίζοντας το έργο των διωκτών αρχών.

 

V) Η Αστυνομία

 

Παρά την εξαιρετική συνεργασία που είχε με την αστυνομία η Επιτροπή θεωρεί απαραίτητο ότι πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα.

 

Οι εγκληματικές δραστηριότητες δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται μόνον αποσπασματικά μετά την τέλεση ενός εγκλήματος. Πρέπει να τεθεί επί ποδός μία οργάνωση τουλάχιστον ισοδύναμη με κείνη του αντιπάλου. Πρέπει να γίνει γνωστή η δομή του εγκληματικού υποκόσμου, οι αρμοδιότητες των «αρχηγών» και των «εκτελεστών», το «modus operandi», τα πεδία δράσης ακόμη και ο τρόπος σκέψης.

 

[..]

 

Η μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνεται «βραχυπρόθεσμα» με ατομικά κτυπήματα αφού η εξόντωση τέτοιων εγκληματικών οργανώσεων πρέπει να είναι απόρροια επιχειρήσεως, πληροφοριών, μακροπρόθεσμων στρατηγικών και τακτικών. […]

 

Η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος δεν μπορεί να γίνει παρά με τη δημιουργία ειδικών ομάδων anti-gang και με τον καλλίτερο συντονισμό των ενεργειών της αστυνομίας.

 

Η Επιτροπή προτείνει, επίσης, τη δημιουργία ενός ειδικού Γραφείου της Αστυνομίας που θα συλλέγει, αναλύει και μεταβιβάζει όλες τις πληροφορίες σχετικές με το οργανωμένο έγκλημα.

 

Τέλος, όσον αφορά τα «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών», οι αστυνομικοί δεν πρέπει να τα βλέπουν με αδιαφορία αφού «οι κακοποιοί αλληλοεξοντώνονται». Αυτή η αδιαφορία εξυπηρετεί, σε τελική ανάλυση, τις οργανώσεις αυξάνοντας την ισχύ τους. Η αστυνομία δεν πρέπει να βλέπει τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών ως μεθόδους αλληλοεξόντωσης των κακοποιών.

 

VI) Ο πολλαπλασιασμός των πυροβόλων όπλων

 

[…]

 

Έρευνες της αστυνομίας του Μοντρεάλ απέδειξαν ότι οι ποινές για κατοχή και χρήση όπλου είναι από τις πιο ελαφρές. Σε 39 περιπτώσεις καταδίκης για κατοχή όπλου με επικίνδυνο σκοπό, οι 30 κατέληξαν σε πρόστιμο κάτω των 100 δολ. ή αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Τα 17 από τα άτομα που καταδικάστηκαν είχαν ποινικό μητρώο με πολύ σοβαρά αδικήματα.

 

Κάποιος που κατέχει παράνομα ένα όπλο αποτελεί ένα συνεχή και άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια του κοινού. Είναι ένα άτομο εν δυνάμει επικίνδυνο.

 

[…]

 

Μετά απ’ όλα αυτά η Επιτροπή πρότεινε την αυστηροποίηση τόσο της νομοθεσίας όσο και των ποινών. Στη συνέχεια, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση άλλαξε τον νόμο, ο οποίος πράγματι, σήμερα, είναι πολύ αυστηρός όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα.

 

Η κοινωνία έχει το δικαίωμα να προστατευθεί απέναντι σ’ αυτούς τους εγκληματίες που δεν έχουν κανένα σεβασμό για τη ζωή και την ασφάλεια του άλλου.

 

Μέρος 4ο:

Η Ανακριτική Επιτροπή απαραίτητο εργαλείο

για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.

 

Ι. Η δημοσιότητα των συνεδριάσεων

 

Ένα από τα πιο επίφοβα όπλα που χρησιμοποίησε η Ανακριτική Επιτροπή υπήρξε η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και γενικότερα των εργασιών. Μερικοί μπορούν να ισχυρισθούν ότι μία Επιτροπή πρέπει να περιορίζεται στο να υποβάλει κάποιο πόρισμα. Αυτό είναι το γράμμα του νόμου. Μπορεί να είναι και η λύση που πρέπει να υιοθετηθεί. Όμως αυτό εξαρτάται από το αντικείμενο της ανάκρισης. Αν δεν έχει επίδραση στο κοινό, θα μπορούσε μάλιστα η αναμετάδοση να γίνει κεκλεισμένων των θυρών.

 

Για την προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή δεν περιορίσθηκε στην υποβολή πορίσματος. Πίστεψαν ότι ο στόχος τους ήταν πολύ πιο ευρύς, όχι μόνο να ερευνήσει την εγκληματικότητα αλλά και να τη χτυπήσει.

 

Το να καλέσεις το κοινό να συμμετάσχει στη μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι κάτι το νέο. Για να συμμετάσχει πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει. Για τον σκοπό αυτό οι Επιτροπές πήραν τα απαραίτητα μέτρα για την πληροφόρηση του κοινού γύρω από τις δραστηριότητες ορισμένων ομάδων. Όντας καλλίτερα πληροφορημένος ο πολίτης θα μπορούσε να αμυνθεί καλλίτερα.

 

Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα ηλεκτρονικά media για να πληροφορήσει όσο γίνεται περισσότερα άτομα. Μετά τις δημόσιες ακροάσεις, η Επιτροπή δέχθηκε πολλά τηλεφωνήματα απ’ όλα τα στρώματα του πληθυσμού, που ενέκριναν τον τρόπο δράσης. Πατέρες και μητέρες υπογράμμισαν την ηθοπλαστικότητα και εκπαιδευτική αξία των μηνυμάτων που πέρασε καθώς και το ότι έδειξε την πραγματικότητα και την πιστότητα των εγκλημάτων που αναφέρθηκαν δημόσια αποτελώντας, έτσι, ένα ανατρεπτικό παράγοντα για νέους χωρίς εμπειρία, που μπορούν να παρασυρθούν από το δόλωμα μιας εύκολης ζωής. Η Επιτροπή εντυπωσιάστηκε από το νεαρό της ηλικίας ορισμένων νέων που δούλευαν σ’ αυτή την Οργάνωση.

 

Εκτός από το κοινό, έπρεπε να ευαισθητοποιηθούν οι αρχές και τα δικαστήρια. Για τα δικαστήρια αυτό φάνηκε γρήγορα. Ενώ πριν το 1974 επέβαλαν ελαφρά πρόστιμα για τις περιπτώσεις δανεισμών με εξωφρενικά επιτόκια, μετά τις ακροάσεις της Επιτροπής οι ποινές αυξήθηκαν σημαντικά τονίζοντας κυρίως τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.

 

ΙΙ. Η εμπειρία της Επιτροπής CECO

 

Κατά τη δεκαετία του ’60 δημιουργήθηκαν πολυάριθμες ανακριτικές επιτροπές. Χρησιμοποιήθηκαν πολύ πιο συχνά εξαιρετικά και ειδικά μέσα για να συλλεγούν πληροφορίες ώστε να γίνει δυνατό να προταθούν σχέδια νόμου να υιοθετηθούν συγκεκριμένες ενέργειες, να βγουν από το αδιέξοδο έρευνες της αστυνομίας που καρκινοβατούσαν.

 

Η CECO στηρίχθηκε στη νομοθεσία για τις ανακριτικές Επιτροπές και στον Νόμο περί αστυνομίας. Η πρώτη νομοθεσία δίνει αρκετά εκτεταμένες εξουσίες στους ανακριτές αλλά λέγει λίγα πράγματα ως πως το πώς θα τ’ ασκήσουν. Το βάρος να εφαρμόσουν ορισμένες διαδικασίες πέφτει στους ώμους των ανακριτών, οι οποίοι πρέπει αφ’ ενός μεν να προστατεύσουν τις ατομικές ελευθερίες και αφ’ ετέρου να εκπληρώσουν σωστά αυτό για το οποίο ορίστηκαν.

 

Το να θελήσει κανείς να προσδιορίσει με πολύ αυστηρό τρόπο την άσκηση των εξουσιών μπορεί να καταστήσει το έργο των ανακριτών τόσο δύσκολο που θα αισθανθούν παγιδευμένοι σ’ ένα σύνολο δικονομικών κανόνων που δεν θα τους επιτρέψει να εργαστούν. Κατά συνέπεια, αν θέλομε να διευκολύνουμε τους ανακριτές στη δουλειά τους δεν θα έπρεπε να επιλέξουμε άκαμπτους δικονομικούς κανόνες. Πρέπει, απλά, να ληφθούν μέτρα για αποφυγή κατάχρησης εξουσίας.

 

Σε καμία περίπτωση οι κανόνες δεν πρέπει να εμπνεύσουν αδικαιολόγητο φόβο στους ανθρώπους που σκέπτονται λογικά. Αντίθετα πρέπει να χαίρουν του σεβασμού του πληθυσμού.

 

Τελικά υιοθετήθηκε μία διαδικασία όπου ο μάρτυς παρουσιαζόταν πρώτο κεκλεισμένων των θυρών για να καταθέσει υπό την προστασία του νόμου αν το επιθυμούσε. Στη συνέχεια μπορούσαν να καταθέσουν δημοσία. Όπως δεν υπήρχε κατηγορούμενος αλλά μάρτυς ενώπιον της (διοικητικού χαρακτήρα) επιτροπής, όφειλε να πληροφορήσει τα Μέλη για τις προθέσεις του. Αν και σε καμία περίπτωση οι μάρτυρες δεν αντιμετωπίστηκαν ως κατηγορούμενοι, εν τούτοις υπήρχε η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης ενός χρόνου για προσβολή του δικαστηρίου σε περίπτωση που ο μάρτυς αρνείτο να καταθέσει. Αυτό στην πράξη, υπήρξε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των ανακριτών.

 

Αν τώρα κάποιος μάρτυρας πίστευε ότι προσεβλήθησαν τα δικαιώματά του μπορούσε να προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά μέσα ενώπιον του δικαστηρίου.

 

Η Επιτροπή πιστεύει ότι πρέπει να κατοχυρωθεί νομοθετικά η αρχή της μαρτυρίας κεκλεισμένων των θυρών σύμφωνα με ορισμένες διαδικασίες, διατηρώντας την εξουσία να υποχρεώνει το μάρτυρα να την πληροφορήσει για ορισμένα θέματα υπό την απειλή φυλάκισης ενός χρόνου.

 

ΙΙΙ. Η συμβολή των ανθρωπιστικών επιστημών

 

Από τον Ιανουάριο του 1975, η Επιτροπή ζήτησε και πέτυχε τις υπηρεσίες ενός κοινωνιολόγου και ενός εγκληματολόγου που συμμετείχαν με πλήρη απασχόληση για να βοηθήσουν την Επιτροπή σε πιο ειδικά θέματα πράγμα που δεν είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Έφεραν έτσι μαζί τους μία ορισμένη μέθοδο εργασίας και ένα διαφορετικό τρόπο ανάλυσης, διαφορετικές απόψεις από αυτές των αστυνομικών και των δικαστών. Οι δύο αυτοί επιστήμονες αλλά και άλλοι που προστέθηκαν, κατηύθυναν διαφορετικά τις εργασίες και έδωσαν στην Επιτροπή μία πιο σφαιρική και συνολική προοπτική της εικόνας της εγκληματικής πραγματικότητας. Οι επιστήμονες αυτοί πρόσφεραν όχι μόνο μία μέθοδο συλλογής και κατάταξης των στοιχείων αλλά οδήγησαν στο να κοιταχτούν με διαφορετικό τρόπο οι πληροφορίες που είχε συλλέξει η αστυνομία. Η συμμετοχή των ειδικών υπήρξε από τις πιο θετικές εμπειρίες για να μπορέσουν να αντιληφθούν οι επίτροποι τον βαθύτερο τρόπο λειτουργίας των οργανώσεων του εγκλήματος.

 

Έτσι, μπόρεσε η Επιτροπή να αποκτήσει μία πιο βαθιά γνώση του εγκλήματος ως κοινωνικού φαινομένου.

 

Σήμερα πρέπει να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε σε ποια σημεία μοιάζει το οργανωμένο έγκλημα με μία νόμιμη επιχείρηση, πώς χρησιμοποιεί τους ανθρώπους, πώς επενδύει τα κέρδη του, πώς προσλαμβάνει ειδικούς για να εκσυγχρονίσει τη δράση του.

 

Πρέπει επίσης να υπάρξει ένα φιλόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα. Οι κοινωνιολόγοι και οι εγκληματολόγοι ασφαλώς δεν θα μπορέσουν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να δώσουν απαντήσεις σε όλα μπορούν, όμως να δώσουν πολύτιμες πληροφορίες.

 

Και εδώ εκφράζουν τα συγχαρητήρια τους για ορισμένους αστυνομικούς, οι οποίοι συνεργάσθηκαν πολύ θετικά με τους ειδικούς επιστήμονες. Αυτή η νέα σύλληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικής πραγματικότητας πρέπει να τονισθεί για να ενθαρρύνει και τονώσει όλους αυτούς που θα μπορούσαν να βγουν κερδισμένοι από μία τέτοια εμπειρία. Πιστεύουν λοιπόν ακράδαντα στη δημιουργία μιας υπηρεσίας επιστημονικών ερευνών.

 

IV. Διάρκεια της Επιτροπής

 

Το πρώτο διάταγμα του 1972 έδωσε το 1975 ως χρονικό τέλος των εργασιών της Επιτροπής, διάστημα που παρετάθη μέχρι το 1977. Το έργο που απέδωσε σε τόσο σύντομο διάστημα είναι εξαιρετικό. Γι’ αυτό οι Επιτροπές πρότειναν ότι πρέπει να υπάρξει μία διαρκής Επιτροπή. Ως συνέπεια των εργασιών της, πολλές κατηγορίες απαγγέλθηκαν από το Υπ. Δικαιοσύνης τόσο του Κεμπέκ όσο και του Καναδά μετά τις δημόσιες αποκαλύψεις και τις καταθέσεις κεκλεισμένων των θυρών.

 

Αυτός είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς ρόλους μίας τέτοιας επιτροπής. Όταν αποκαλύπτονται αξιόποινες πράξεις, τότε εναπόκεινται σ’ αυτούς που είναι επιφορτισμένοι με την απονομή της δικαιοσύνης να μεταφέρουν στα δικαστήρια τους δράστες αυτών των πράξεων. […]

 

Εκείνο που τονίζει η Επιτροπή, είναι ότι, χωρίς τη συνεργασία και συμμετοχή των πολιτών, η πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος γίνεται πολύ πιο δύσκολη σχεδόν αδύνατη. Για να κινητοποιηθεί όμως η κοινή γνώμη πρέπει να της δείξουμε περί τίνος πρόκειται. Πράγματι, σε μία κοινωνία όπως η σύγχρονη, όπου οι διάφορες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη με ξέφρενο ρυθμό, γίνεται σχεδόν αδύνατο να πείσουμε το κοινό για την ύπαρξη του οργανωμένου εγκλήματος αν δεν του προσκομίσομε στοιχεία συγκεκριμένα, απτά και επαληθεύσιμα που θα ξυπνήσουν τη λαϊκή συνείδηση. Αυτό είναι που προσπάθησαν να κάνουν οι επίτροποι.

postmodern.gr








Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια