Αστυνομία: Μονά-Ζυγά χαμένη – Του Θεόδωρου Χαντζή


- 20/05/2020- 35χρονος αστυνομικός αυτοκτόνησε στην Ηλεία

-04/03/2021- 51χρονος αστυνομικός, πατέρας δύο παιδιών, αυτοκτόνησε στη Χίο

-12/05/2021- 42χρονος αστυνομικός που υπηρετούσε στην φύλαξη οικίας Κυβερνητικού στελέχους αυτοκτόνησε

-22/06/202- 59χρονος απόστρατος αστυνομικός αυτοκτόνησε στα Ιωάννινα

-23/06/2021- Αστυνομικός αυτοπυροβολήθηκε στην Αχαΐα

 

Η παραπάνω πρόχειρη καταγραφή αποτελεί την ελάχιστη ένδειξη ενός μεγάλου προβλήματος.

 

Δεχόμαστε, λοιπόν,  ότι η βία είναι βία, είτε στρέφεται προς τον άλλον είτε προς εαυτόν.

 

Η αστυνομική βία είναι θέμα ταμπού γιατί όλα τα περιστατικά που δημοσιοποιούνται και παίρνουν κατευθυνόμενες διαστάσεις είναι αυτά στα οποία ο αστυνομικός στρέφεται εναντίον του πολίτη δημιουργώντας γενικευμένη ανασφάλεια στο κόσμο για την ποιότητα της ασφάλειας που δέχεται.

 

Όταν όμως ο αστυνομικός στρέφεται εναντίον του εαυτού του εύκολα κι απλοϊκά θεωρείται ένα τυχαίο και μεμονωμένο περιστατικό που δε χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Ενώ, λοιπόν,  η βία φεύγει από το ίδιο αστυνομικό χέρι τα μέτρα και τα σταθμά λογίζονται διαφορετικά.

 

Ο αστυνομικός που υπέπεσε σε ολίσθημα κι έβλαψε πολίτη αντικατοπτρίζει όλο το αστυνομικό σώμα ενώ εκείνος που  έβλαψε τον εαυτό του αντικατοπτρίζει ένα παράδειγμα προσωπικής δυστυχίας.

 

Θα ήταν αφελές να μην ονομάσουμε τον κοινό παρανομαστή των παραπάνω περιπτώσεων κι αυτός δεν είναι άλλος από την απουσία οποιασδήποτε μέριμνας και προστασίας του αστυνομικού σε κάθε περίπτωση.

 

Η πολιτεία έχει αποδείξει ότι σε περιπτώσεις πιθανής κατάχρησης εξουσίας και χρήση βίας από την αστυνομία εναντίον των πολιτών επιστρατεύει γρήγορα τα αντανακλαστικά της,  σπεύδει σε διενέργεια ΕΔΕ,  διαθέτει εκτάκτως ειδικούς ψυχικής υγείας για αξιολόγηση των εμπλεκομένων αστυνομικών και φυσικά λαμβάνει όπου κρίνεται δίκαιο τιμωρητικά μέτρα για αποφυγή παρόμοιων περιστατικών.  Κι ορθώς πράττει.

 

Η πολιτεία, ωστόσο, έχει αποδείξει ότι σε περιπτώσεις αυτοχειρίας αστυνομικών αρκείται στην αποστολή συλλυπητήριων αποστολών στις οικογένειες που έμειναν πίσω. Χωρίς διερεύνηση των συνθηκών που έφεραν τον αστυνομικό υπάλληλο σε αυτή τη θέση. Χωρίς να διερωτηθεί αν θα έπρεπε η πρόσβαση στον ειδικό ψυχικής υγείας να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο πρόληψης κι όχι  πυρόσβεσης. Χωρίς να διερευνά ηθική αυτουργία στις επαγγελματικές συνθήκες του αυτόχειρα.

 

Προφανώς και λανθασμένα, θεωρούμε ως δεδομένο ότι τα άστατα εργασιακά ωράρια με συνέπεια τη διατάραξη της οικογενειακής ρουτίνας, η έλλειψη επαρκούς ξεκούρασης, η πιθανή εμπάθεια που εκφράζει η διοίκηση, η έλλειψη υλικοτεχνικού εξοπλισμού κι η υπερεργασία χωρίς οικονομικό αντίκρισμα δεν επηρέασαν αρνητικά την ψυχική ανθεκτικότητα των συναδέλφων ώστε μέρος της απόφασης τους να δώσουν τέλος στη ζωή τους να οφείλεται σε κάτι από τα παραπάνω. Στα αλήθεια, όμως, πόσο αυτό είναι δεδομένο;

 

Αν ο αντίλογος στα παραπάνω έχει  να παρουσιάσει την ύπαρξη γραμμής ψυχολογικής υποστήριξης σαν μετρό ψυχικής αποσυμπίεσης των συναδέλφων από καταστάσεις υψηλής ψυχικής έντασης, ας αναρωτηθούμε πόσοι από εμάς σε κομβικά σημεία της ζωής μας θα εμπιστευόμασταν μία ξένη φωνή σε ένα τηλέφωνο. Επίσης ας αναρωτηθούμε αν προσπάθησε ποτέ κανείς να  καλλιεργήσει τη θετική στάση των αστυνομικών απέναντι στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

 

Όταν γίνεται πολιτειακή χρήση αυτών αποκλειστικά και μόνο για την αντιμετώπιση δυσάρεστων συμβάντων, αφήνεται η αίσθηση στους συναδέλφους ότι μόνο άνθρωποι με προβληματικές συμπεριφορές κάνουν χρήση τέτοιων υπηρεσιών οπότε είναι ταμπού να απευθυνθεί κάποιος σε αυτές προληπτικά κι οφείλει να διαχειριστεί μόνος κάθε θυμό, φόβο ή ανασφάλεια.

 

Δεδομένης της φύσης του επαγγέλματός μας οι περισσότεροι από εμάς εκτίθενται ίσως και καθημερινά σε ακραίες καταστάσεις ζωής. Αντιμετωπίζουμε συνθήκες που αποκλίνουν δυστυχώς από το μέσο όρο ωστόσο οφείλουμε να συνεχίσουμε τη μέρα με αυτές ως μη γενόμενες.

 

Υπό αυτό το πρίσμα, η κάλυψη τουλάχιστον των πρακτικών ελλειμμάτων μοιάζει πλέον να είναι πιο επιτακτική από ποτέ ώστε να δημιουργηθεί στον κάθε αστυνομικό το αίσθημα ασφάλειας ότι διαθέτει τα απαραίτητα.  Επίσης, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας οφείλει να πάρει μία συστηματική κι έγκυρη πλέον μορφή μέσα σε ένα δομημένο πλαίσιο που δεν έχει στόχο να περισώσει αλλά να προλάβει. Οποιαδήποτε κωλυσιεργία έχει αντίκτυπο σε ζωές κι οι αριθμοί πλέον μιλάνε και δε λένε ψέματα.

 

Εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι των ανωτέρω είναι η φυσική ηγεσία, η πολιτική ηγεσία και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων Π.Ο.ΑΣ.Υ. (συνδικαλιστές) οι οποίοι οφείλουν να προωθήσουν αποτελεσματικές λύσεις που έχουν υιοθετηθεί σε εξελιγμένες χώρες αντικαθιστώντας φθηνές και πρόχειρες πρακτικές που τελικά είχαν μεγάλο κόστος σε ανθρώπινο επίπεδο.

 

Συμπερασματικά, κρίνεται αναγκαία η παρουσία τόσο κοινωνικού λειτουργού όσο και ψυχολόγου σε κάθε Αστυνομικό τμήμα και Υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. προκειμένου να επιτευχθεί η επιτυχής ενσωμάτωση αυτών των ειδικοτήτων στην επαγγελματική ζωή των αστυνομικών υπαλλήλων.

Theodore Chantzis

Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποστηριχθεί η υποχρεωτική επίσκεψη συναδέλφων στους ειδικούς όταν έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις έντονου ψυχικού στρες. Τέλος, η συμβολή αυτών των ειδικοτήτων στη διαχείριση καταστάσεων κρίσεων μέσα στο επαγγελματικό περιβάλλον θα επιφέρει βελτίωση του κλίματος και της εμπιστοσύνης μεταξύ των συναδέλφων.

 

Κρινόμαστε ως επαγγελματίες την ώρα που έχουμε ερασιτεχνικό εξοπλισμό κι υποστήριξη κι αυτό το οξύμωρο εκθέτει μόνο τους υπευθύνους.

 

Η έκκληση δεν είναι να κάνετε κάποια υπέρβαση παρά μόνο να υπηρετήσετε τη λογική και την ηθική προστατεύοντας τους προστάτες της κοινωνίας.

 

ΧΑΝΤΖΗΣ Θεόδωρος

Αντιπρόσωπος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης στην Π.Ο.ΑΣ.Υ.