Ο ελαιοχρωματιστής - λάτρης της τέχνης που ξέσπασε στα κλάματα


Ως λάτρης της τέχνης, που μετάνιωσε για την πράξη του, εμφανίστηκε στα στελέχη του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων Κατά Ιδιοκτησίας ο συλληφθείς για την κλοπή των τριών έργων τέχνης από την Εθνική Πινακοθήκη.

Για μήνες, πριν από τα ξημερώματα της 9ης Ιανουαρίου του 2012, επισκεπτόταν συχνά το κτήριο και όπως δήλωσε λόγω της ενασχόλησής του με τις οικοδομές γνώριζε τα οικοδομικά υλικά και μπορούσε να καταλάβει πού υπήρχε τσιμεντένιος τοίχος και πού γυψοσανίδα.

Καθόταν ώρες στο εσωτερικό, παρατηρώντας όχι μόνο τα έργα τέχνης αλλά και τη διαμόρφωση του χώρου, τη συμπεριφορά των φυλάκων, πού υπήρχαν παράθυρα, κάμερες... Το ίδιο όμως έκανε και στον περιβάλλοντα χώρο. «Έπαιρνα καφέ και καθόμουν για ώρες γύρω από την πινακοθήκη. Δεν θυμάμαι πόσες βραδιές καθόμουν κρυμμένος στα φυτά και παρατηρούσα τους φύλακες. Μπορεί να το είχα κάνει και πάνω από 50 φορές μόνο το τελευταίο 6μηνο πριν από την κλοπή. Έτσι κατάφερα και απέκτησα πάρα πολύ καλή γνώση των συστημάτων ασφαλείας. Ήξερα όλες τις συνήθειες των φυλάκων, πότε άλλαζαν βάρδια, ποιος κάπνιζε ποιος έβγαινε στον κήπο... Ήξερα ότι είχαν μειωθεί τον τελευταίο καιρό λόγω της οικονομικής κρίσης, ήξερα ότι υπήρχε και συναγερμός» είπε στην απολογία του, σύμφωνα με πληροφορίες της Huffpost.

Αγόρασε από το Μοναστηράκι μαύρες αρβύλες, υφασμάτινα γάντια, μαύρο παντελόνι, ένα μαύρο μπλουζάκι, μια μαύρη κουκούλα, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια, και ένα μαύρο σάκο, ενώ πήρε μαζί του ένα σφυρί, ένα σιδερένιο καλέμι και ένα κοπίδι.

Περιέγραψε με λεπτομέρειες τη διάρρηξη

Ο ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις του. Πότε έφθασε, πώς πήδηξε το τοιχίο, πώς διέρρηξε την Πινακοθήκη: « Έβγαλα το σφυρί, έσπασα το τζάμι δημιουργώντας μια τρύπα γνωρίζοντας ότι έχω χρόνο να το κάνω αφού ήξερα πόσο χρόνο χρειάζεται ο φύλακας για να έρθει. Μετά από λίγο άκουσα και τον φύλακα να βαδίζει στο εσωτερικό....Αρχικά σκέφτηκα ότι δεν θα καταφέρω να περάσω στο χώρο με τα εκθέματα. Μάζεψα το σάκο, πήδηξα στο εξωτερικό τοιχίο και βγήκα στο πεζοδρόμιο της Βασιλέως Κωνσταντίνου. Βάδισα λίγα μέτρα προς τα κάτω και μπήκα στην αυλή πηδώντας τον τοίχο».

Προσπάθησε να μην αφήσει ίχνη

«Κάθισα σε κάτι τραπεζάκια , δίπλα σε ένα σπιτάκι και κάπνισα μερικά τσιγάρα. Τα αποτσίγαρα τα μάζεψα σε ένα σακουλάκι. Είκοσι λεπτά μετά ξαναγύρισα στο ίδιος σημείο. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα, η οποία ήταν όντως ξεκλείδωτη, άκουσα το μπιπ μπήκα μέσα και την ξαναέκλεισα. Στάθηκα στον εσωτερικό διάδρομο και έστησα αυτί στην γυψοσανίδα. Μετά από λίγο άκουσα το φύλακα. Έμεινε εκεί κάποια δευτερόλεπτα τον άκουσα να μουρμουρίζει κάτι. Θεώρησα ότι είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και έβριζε μόνος του γιατί δεν μπορούσε να βρει τι συμβαίνει αφού δεν έβλεπε την μπαλκονόπορτα».

Εκνεύρισε τον φύλακα

«Τότε αποφάσισα ότι εκνευρίζοντας τον φύλακα είναι ο καλύτερος τρόπος να πραγματοποιήσω την κλοπή κάνοντας τον να πιστέψει ότι υπάρχει τεχνικό πρόβλημα στις ζώνες του συναγερμού. Έτσι επανέλαβα την ίδια διαδικασία αρκετές φορές. Ανοιγόκλεινα την μπαλκονόπορτα χωρίς να μπαίνω μέσα. Νομίζω ότι τις τελευταίες φορές που ανοιγόκλεισα την μπαλκονόπορτα δεν άκουσα τον φύλακα να έρχεται. Έμεινα στο σημείο μέχρι τις 4 τα ξημερώματα. Εκείνη την στιγμή άνοιξα την μπαλκονόπορτα και μπήκα μέσα αφήνοντας την ανοιχτή».

Οι γυψοσανίδες έγιναν κρυψώνα

«Στο χώρο ήταν κάπως σκοτεινά αλλά είχε επαρκή φωτισμό ώστε να βλέπω τι κάνω. Ακούμπησα τα χέρια μου στο έδαφος ...εντόπισα το σημείο της ένωσης γυψοσανίδων ασκώντας πίεση άνοιξε η γυψοσανίδα και έπεσαν μικροί πίνακες που είχε πάνω της. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι ο φύλακας δεν θα έρθει... Μπήκα μπουσουλώντας στον κυρίως χώρο τράβηξα τον σάκο ...Το μέρος που μπήκα ήταν μια αίθουσα που σχεδόν απέναντι είχε σκάλες. Πήγα περπατώντας μέχρι τις σκάλες και άρχισα να τις ανεβαίνω μπουσουλώντας. Μπήκα μπουσουλώντας στην αίθουσα και άρχισα να κουνάω τα χέρια μου ώστε να καταλάβω αν δουλεύουν τα ραντάρ του συναγερμού».

Η αφαίρεση των έργων

«Επειδή δεν άκουσα κανέναν συναγερμό υπέθεσα πως ο φύλακας τον είχε απενεργοποιήσει. Σηκώθηκα όρθιος και βρέθηκα μπροστά στον πίνακα του Πικάσο. Τον ξεκρέμασα με την κορνίζα που ήταν βαριά, τον άφησα στην άκρη της σκάλας και πήρα άλλον έναν πίνακα του Μοντριάν ενώ ξεκρέμασα έναν ακόμη»

Όπως είπε χρειάστηκε 5 με 7 λεπτά για να βγάλει τις κορνίζες γιατί δεν χωρούσαν στο σάκο.

Τον καταδίωξε ο φύλακας

«Έβαλα στο σάκο τους δυο πίνακες και εκείνη την ώρα άκουσα τον φύλακα να έρχεται και να φωνάζει κλέφτης- κλέφτης σταμάτα. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω καθόλου. Σηκώθηκα και χωρίς να πως τίποτα κάνοντας τρία τέσσερα βήματα χώθηκα στην τρύπα που είχα ανοίξει ανάμεσα στις γυψοσανίδες. Βγήκα στο ταρατσάκι και πέρασα στο πεζοδρόμιο. Τη στιγμή εκείνη μου φαίνεται ότι κόπηκα από κάποια γυαλιά πήρα ένα χαρτί που είχε επάνω του ένα σχέδιο το οποίο ήταν έκθεμα σκούπισα το χέρι μου και το έβαλα στην τσέπη μου».

Για χρόνια είχε κρύψει τα κλοπιμαία σε σπίτι συγγενικού προσώπου του και εκείνος ταξίδευε σε Μεγάλη Βρετανία και Ολλανδία. Τον περασμένο Φεβρουάριο φοβήθηκε ότι οι αστυνομικοί είχαν φθάσει στα ίχνη του και αποφάσισε να τα μετακινήσει.

Όταν, μάλιστα, οι αστυνομικοί εντόπισαν του πίνακες στο ρέμα της Κερατέας, λίγα μέτρα μακριά από το σημείο όπου τους υπέδειξε, ο κλέφτης των έργων τέχνης έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε κλάματα.

 

Μανώλης Ασαριώτης