Ανδρέας Αναγνωστάκης: Κατηγορούμενοι άνισης μεταχείρισης


Ένα κομβικής σημασίας ζήτημα για την Ποινική Δικαιοσύνη, έχει αναδειχθεί η εφαρμογή των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού κώδικα.  Περί απλής δυσφήμισης.  Και  περί συκοφαντικής δυσφήμισης. Συγκεκριμένα το ζήτημα αν οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι κ.λ.π, περιλαμβάνονται στην έννοια του “τρίτου” για να συκοφαντούνται ενώπιόν τους,  οι διάδικοι,  όταν αυτοί διαχειρίζονται,  μηνύσεις, υπομνήματα, μαρτυρίες, καταθέσεις και άλλα δικόγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη.

Επ’ αυτού του ζητήματος, υπάρχουν  δύο απόψεις.

Η μία, κατά την οποία   “τα δικαστικά αυτά πρόσωπα είναι τρίτοι”.  Κατ΄αυτήν, ο συκοφαντικοί ισχυρισμοί στα δικόγραφα κ.λ.π. που εξετάζουν τα πρόσωπα αυτά, στοιχειοθετούν τ’ αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης και της απλής δυσφήμισης.

Και η άλλη, κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά  δεν είναι τρίτοι.   Και δεν μπορούν να είναι αποδέκτες τέτοιων δυσφημιστικών ισχυρισμών, γιατί,  λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά  τούτων κατά την άσκηση του Δικαστικού τους λειτουργήματος.

Οι δύο αντίθετες αυτές απόψεις   δίχασαν,  τις αποφάσεις των Δικαστηρίων της ουσίας.   Αλλά και τις αποφάσεις των συνθέσεων του Αρείου Πάγου.

Ετσι, άλλοι κατηγορούμενοι απαλλάσονταν, γιατί, δεν στοιχειοθετούνταν αδίκημα, αφού τα δικαστικά πρόσωπα  δεν είναι τρίτοι.    Και άλλοι καταδικάζονταν, για στοιχειοθέτηση του ίδιου αδικήματος γιατί τα πρόσωπα αυτά  είναι τρίτοι.

Με αυτή την διαφωνία,  δημιουργούνταν διατάραξη της ενιαίας έννομης  ποινικής τάξης.   Ανισότητα ποινικής μεταχείρισης.     Και γίνονταν δύο ειδών κατηγορούμενοι που αντιμετωπίζονται, διαφορετικά.     Αλλοι, με καταδικαστική απόφαση και  άλλοι, με αθωωτική.     Ανάλογα με τις συνθέσεις των Δικαστηρίων.

Τελικά το ζήτημα της διαφωνίας παραπέμφτηκε και εισάχθηκε στην πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αυτή συγκροτήθηκε την 4/2/2021.      Απουσίαζαν 15 δικαστές οι οποίοι  είχαν δηλώσει “κώλυμα αρμοδίως”.   Μεταξύ των απόντων, ήταν και δικαστές που είχαν  γνώμη και ψήφο απαλλαγής,  σε προηγηθείσες αποφάσεις.

Η  Ολομέλεια με την υπ’ αριθ’ 3/25.2.2021,  κατά πλειοψηφία  απόφασή της, δέχτηκε πως στην έννοια του “τρίτου”, περιλαμβάνονται τα άνω “δικαστικά πρόσωπα”.   Και πως για την τέλεση των αδικημάτων αυτών, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο, γι’ αυτόν στον οποίο αποδίδεται.

Αυτή την  άποψη η Ολομέλεια αιτιολόγησε και θεμελίωσε:

1.     Στην γραμματική διατύπωση  των άρθρων 362-363  και στο γλωσσικό νόημα της λέξεως  “τρίτος”.

Τέτοιος είναι,  -κατά την απόφαση-  οποιοσδήποτε δεν μετέχει στην σχέση που υπάρχει μεταξύ των δύο προσώπων.

Δηλαδή τρίτος είναι,  κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι δράστης ή παθών,  στα αδικήματα της δυσφήμισης και της συκοφαντικής δυσφήμισης.

2.    Στην τελολογική ερμηνεία των παραπάνω Διατάξεων,  σκοπό των οποίων όρισε, την προστασία της τιμής και της υπόληψης του προσώπου “από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης, παρά άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.”

3.   Στο δεδομένο, πως ο δικαστικός λειτουργός, δεν παύει να είναι άνθρωπος και να γίνεται κοινωνός μιάς δυσμενούς παράστασης, χωρίς μάλιστα να έχει ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα των γεγονότων είτε, διότι μπορεί να περιορίζεται δικονομικά – περίπτωση παραγραφής –  είτε ουσιαστικά, διότι στο δικόγραφο οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί περιλάμβονται πέραν του ερευνόμενου θέματος.   Οπότε δεν αποτρέπεται ο κίνδυνος διασυρμού του φορέα του προστατευμένου αγαθού.

4.  Στην ασταθή πρόβλεψη πως  “ο δόλος”  του δράστη, μπορεί ν’ αποβλέπει στο διασυρμό του ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών με πρόσχημα την επίκληση του δικαιώματος προσφυγής στην δικαιοσύνη.

Η θεμελίωση αυτή, κατά την επιστημονική και προσωπική μου άποψη, είναι μη ισχυρή,  μη  στέρεη και μη προσήκουσα διότι:

1.   Η γραμματική διατύπωση  και το γνωσικό νόημα της λέξης  “τρίτοι”  δέχτηκε μία διασταλτική ερμηνεία,  που δεν καλύπτει την προκείμενη περίπτωση.

Και οδηγεί στις απαράδεκτες παραδοχές, να θεωρείται “τρίτος”  πχ. ο εξομολόγος Ιερέας.   Ή ο Λοιμωξιολόγος ιατρός, που ζητά από τον ασθενή, τον μεταδότη του “Covid 19”  για  να τεθεί σε δράση,  η  διενέργεια  ιχνηλασίας.

Αναλογικά η άνω ερμηνεία μπορεί να συσχετιστεί με την παρωχημένη ρατσιστική ρήση:  “Πας μη Ελλην βάρβαρος”.

2.     Η τελολογική ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων υποβλήθηκε σε ισχυρή παραβίαση, με το να φέρεται να ψάχνει ο δικαστής  σε δικογραφία, πολλές φορές εκατοντάδων σελίδων, επιλήψιμες  φράσεις και αυτούς στους οποίους αποδίδονται.   Να  συλλέγει  ο ίδιος, από το περιεχόμενο των δικογράφων και από την προφορική διαδικασία, εκατέρωθεν αμφισβητήσεις, για την τιμή και την υπόληψη των διαδίκων.   Και να σχηματίζει έτσι και να διατηρεί  “μητρώο”  αρνητικών αντιλήψεων, για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.  Με συνέπεια  “αφού άνθρωπος είναι”  να δημιουργείται σ’ αυτόν συμπάθεια για τον “παθόντα” και κατ’ ανάγκη αντιπάθεια για τον δράστη, οπότε τίθεται  εκ ποδών  το καθήκον αμεροληψίας.

3.    Το καθήκον εχεμύθειας που διέπει τον Δικαστή, υποβάλλεται σε μία επικίνδυνη αλλοίωση, με το να φέρεται  να διατηρεί ενδόμυχο αποθηκευτικό χώρο,  δυσμενών παραστάσεων για τους διαδίκους και τέτοιο διασυρμού αυτών,  έναντι βέβαια τρίτων, μέσω αυτού.

Γενικά δια της θέσης του δικαστή ως “τρίτου”, αυτός, κατέρχεται στο επίπεδο των διαδίκων, αναφορικά με τις εκτιμήσεις, τις αντιλήψεις και τις δυνατότητες διασυρμών  δια της δικαστικής  του λειτουργίας, οπότε παραβιάζονται τα δεδομένα, πως ο δικαστής είναι εκφραστής της Πολιτειακής εξουσίας κατά την απονομή της Δικαιοσύνης.   Και πως κατά την  διάρκειά της, είναι απρόσωπος, άγνωστος, ανώνυμος κ.λ.π.   Πως δεν συγγενεύει ψυχικώς και συναισθηματικώς,  με τίποτε το ανθρώπινο.

Αλλως, τα δικαστικά πρόσωπα, διατυπώνουν την δικαστική τους κρίση μόνο στο ερευνώμενο θέμα.

Είναι αποστασιοποιημένα, από τα άσχετα  και φλύαρα περιεχόμενα  των γραπτών,  από τους εκάστοτε διαδίκους.

Και  τίθενται εκτός εκτιμήσεων,  για την τιμή και την υπόληψη αυτών.

Οι άνω  εισφερθείσες παρά της Ολομέλειας εκδοχές, πέραν των παραπάνω, δημιουργούν και ισχυρές αμφισβητήσεις σε αναφαίρετα δικαιώματα των διαδίκων.  Και δη στο  συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την οποία ο διάδικος αναζητά.   Ακόμη και αν αμφιβάλει, για την ακρίβεια και την αλήθεια των γεγονότων.  Και  τα θέτει υπό κρίση.

Στο δικαίωμα της πλήρους ελευθερίας του Δικηγόρου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του,  που  μπορεί και πρέπει να υπερασπίζεται τους πολίτες, δυναμικά και ελεύθερα, ώστε να έχουν σε κάθε υπόθεση, μία πραγματικά δίκαιη δίκη.

Στο δικαίωμα του σεβασμού, που οφείλουν στον Δικηγόρο, τα Δικαστήρια και οι Αρχές.

Στο δικαίωμα της διαφύλαξης δικαιώματος του ατόμου, στο οποίο υπάγεται η έγερση αγωγής, η υποβολή έγκλησης,  ή άσκησης ενδίκων μέσων κ.λ.π.

Στο δικαίωμα του νομίμου καθήκοντος, που έχει κριθεί ότι αποτελεί η υποχρέωση μαρτυρίας.

Κατά το καθήκον αυτό,  σ’ εκτέλεση των εκδοχών της Ολομέλειας, ο δικαστής, εφ’ όσον κληθεί παρά του κατηγορουμένου, έχει υποχρέωση να εμφανιστεί και να καταθέσει στη δίκη του,  περί δυσφήμισης ή συκοφαντικής δυσφήμισης, και να καταθέσει  π.χ  αν κατά την διαχείριση της υπόθεσης,  ανέγνωσε, συνέλαβε  και κατανόησε το συκοφαντικό γεγονός.

Αν τούτο ήταν συμβατό ή όχι κατά την άποψή του, με τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες συμπεριφοράς.

Αν τούτο, είχε δυνατότητα να επιδράσει συναισθηματικά ή ψυχολογικά σ’ αυτόν, και να διαχωρίσει την παραβατικότητα του δράστη και την τρώση της τιμής,  και της υπόληψης του θύματος  κ.λ.π.

Τέλος η εισφερθείσα εκδοχή περί της θέσης του δικαστή ως “τρίτου”  θα ενισχύσει τους συνωστισμούς στις Δικαστικές αίθουσες.

Κυρίως στο κεφάλαιο των Οικογενειακών διαφορών π.χ  διατροφής, επιμέλειας, επικοινωνίας κ.λ.π. όπου καταφεύγει συνήθως η εκδίκηση και το πάθος της άρρωστης δικομανίας.

Βάσιμη είναι η βεβαιότητα πως οι διαφορετικές αυτές δικαστικές εκδοχές,  απόψεις και διαφωνίες επί του θέματος, δεν θα λυθούν αποτελεσματικά και σταθερά με την παραπάνω  κατά πλειοψηφία απόφαση της Ολομέλειας.

Εν όψει των προλεχθέντων τίθεται θέμα, Νομοθετικής τροποποίησης των άρθρων 362, 363 Π.Κ

Συγκεκριμένα,  περιορισμού του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Και να τεθεί πως οι Δικαστές, οι Εισαγγελείς, οι υπάλληλοι των Δικαστηρίων, οι Δικηγόροι, οι δικαστικοί Επιμελητές κ.λ.π. δεν είναι τρίτοι  και συνεπώς δεν περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων τούτων.

Η τροποποίηση κρίνεται επείγουσα.   Και η αναδρομική επανόρθωση ίσης μεταχείρισης, αναγκαία

 Ο  Ανδρέας Αναγνωστάκης είναι Δικηγόρος – Ποινικολόγος

 https://www.dikastiko.gr