Νέα Σμύρνη: Έτοιμος να επιστρέψει ο αστυνομικός που ξυλοκοπήθηκε άγρια


Την επιθυμία του να επιστρέψει στην ενεργό δράση έχει εκφράσει στους συναδέλφους του ο 27χρονος Άγγελος, ο αστυνομικός της ομάδας Δράση που είχε τραυματιστεί σοβαρά στο κεφάλι το απόγευμα της 9ης Μαρτίου 2021 στη Νέα Σμύρνη.

Η εικόνα του αιμόφυρτου, πεσμένου και ακίνητου στην άσφαλτο, Άγγελου έκανε το γύρο των ελληνικών και των ξένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Ήταν η αποτύπωση του «μαύρου» προσώπου της ωμής βίας.

Σχεδόν 50 ημέρες μετά τον τραυματισμό του ο Άγγελος βρίσκεται στο σπίτι του με αναρρωτική άδεια. Όπως λέει στο Newsbomb.gr ο Γενικός Γραμματέας του Σωματείου Ειδικών Φρουρών, Στράτος Μαυροειδάκος, «ο Άγγελος θέλει να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Η κατάσταση της υγείας του όλο και βελτιώνεται. Έχει κάποια μικρά προβλήματα στην ακοή αλλά αυτά θα ξεπεραστούν συν τω χρόνω. Συνεχίζει να είναι σε αναρρωτική άδεια και να παρακολουθείται από ειδικούς. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τη δουλειά του και η περιπέτεια που πέρασε δεν θα τον πτοήσει. Οι πολίτες αλλά και η οικογένεια της Αστυνομίας είμαστε δίπλα του».

 

Οι συνάδελφοί του δεν θα ξεχάσουν τα πρώτα λόγια του μετά την επίθεση: «Όλα τα χτυπήματα που ένιωσα τα ένιωσα στο κράνος. Ταυτόχρονα έψαχναν να βρουν τρόπο να βγάλουν την ασφάλεια από το κράνος και να το βγάλουν».

Οι κουκουλοφόροι τον χτυπούσαν αλύπητα επί 2,5 λεπτά. Ο Άγγελος άντεξε. Μέχρι που βρέθηκε σε ένα κρεβάτι του Στρατιωτικού Νοσοκομείου 401. Εκεί νοσηλεύτηκε για μία εβδομάδα, μέχρι που οι γιατροί ήταν σίγουροι ότι δεν κινδυνεύει.

Ο 27χρονος Άγγελος κατάγεται από το Σιδηρόκαστρο Σερρών. Είναι απόφοιτος των ΤΕΦΑΑ και αθλητής του Taekwondo. Αποφάσισε να γίνει αστυνομικός προσβλέποντας σε ένα καλύτερο εργασιακό μέλλον.

Οι πρώτες στιγμές μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του αστυνομικού

Αυτός ήταν και ο λόγος που «κατηφόρισε» για την Αθήνα, καταφέρνοντας την πρόσληψή του στην τελευταία «φουρνιά» των ειδικών φρουρών του 2020. Οι δουλειές στις Σέρρες άλλωστε είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ο πρώτος άνθρωπος που έφυγε από τον τόπο του για να τον επισκεφτεί στο «401» ήταν ο πατέρας του, Κώστας. Όταν έμαθε τι συνέβη σάστισε και αμέσως ταξίδεψε για την Αθήνα. Ο πατέρας του 27χρονου είναι συνταξιούχος αστυνομικός.

Είχε υπηρετήσει σε πολλές υπηρεσίες (ανάμεσά τους συνοριακές μονάδες), ενώ βγήκε στην αποστρατεία ύστερα από 37 χρόνια υπηρεσίας.

Η κατάθεση

«Αισθάνθηκα έναν καταιγισμό χτυπημάτων από πλήθος ατόμων που όρμησαν επάνω μου, τα οποία στόχευαν κατευθείαν στο κεφάλι φωνάζοντας “σκοτώστε τον” …Ένιωθα ότι τελειώνω ότι φτάνει το τέλος μου».

Αυτό είπε στις 23 Μαρτίου 2021 ενώπιον της Ανακρίτριας ο 27χρονος Άγγελος. «Αισθάνθηκα από πίσω μου κάποιον να ορμάει επάνω μου, να με πιάνει από το λαιμό και ρίχνοντάς με κάτω να μου τραβάει το κράνος με το χέρι του προκειμένου να βγει. Το κράνος όντως βγήκε παρόλο που ήταν ασφαλισμένο στο λαιμό μου (…) Όσο βρισκόμουν στο έδαφος αισθάνθηκα αρχικά ένα λάκτισμα επάνω μου και στη συνέχεια ένα καταιγισμό χτυπημάτων από πλήθος ατόμων που όρμησαν επάνω μου, τα οποία στόχευαν κατευθείαν στο κεφάλι, φωνάζοντας παράλληλα “σκοτώστε τον, πάρτε του το όπλο”, “θα πεθάνεις κ…μπατσε”. Εγώ προσπάθησα να προστατέψω το όπλο μου γιατί αισθανόμουν να το τραβάνε από τη θήκη μου. Προσπάθησα να προστατέψω όσο μπορούσα το σώμα μου και το κεφάλι μου με τα χέρια μου, καθώς ένιωθα ένα τεράστιο πλήθος να με χτυπάει».

Και συνέχισε στην κατάθεσή του στην Ανακρίτρια: «Εκείνη τη στιγμή προτεραιότητα είχε η προστασία της ζωής μου και του όπλου μου για να μη συμβεί κάτι χειρότερο εάν το έπαιρνα (…) Πήραν κομμάτια από τον εξοπλισμό μου και από ό,τι συνειδητοποίησα μου έλειπαν γεμιστήρες. Από τη στιγμή που ένα τόσο μεγάλο πλήθος κόσμου με χτυπούσε στο κεφάλι με σκοπό να με σκοτώσει δεν θα δίσταζε παίρνοντας το όπλο μου να με πυροβολήσει και κάποιος. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα ότι τελειώνω, ότι φθάνει το τέλος μου, ότι το πλήθος δεν θα σταματήσει να με χτυπάει μέχρι να με δει να πεθαίνω. Νιώθω ότι στα τελευταία δευτερόλεπτα που με χτυπούσαν έχασα τις αισθήσεις μου (…) Θεωρώ ότι επειδή έχασα τις αισθήσεις μου το πλήθος, νόμιζε ότι είχα πεθάνει, οπότε και μείωσε τα χτυπήματα σε βάρος μου… Νιώθω ότι έγινε ένα θαύμα που ζω. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι ήλθε το τέλος, ότι δε θα ξαναντικρύσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα και τώρα πλέον προσπαθώ να ανακάμψω ψυχολογικά και σωματικά…».

 

Αλέξανδρος Καλαφάτης