Ο «Γρίφος» του Ισπανικού Skunk στην Ηγουμενίτσα


Λίγο πριν τις 10 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου, δύο λιμενικοί στην Ηγουμενίτσα σταμάτησαν για έλεγχο ένα φορτηγό με βουλγάρικες πινακίδες και επιβάτες δύο Έλληνες. Το φορτηγό είχε μόλις φθάσει από το Μπρίντιζι με το πλοίο Florencia και μετέφερε λιπάσματα, πετσέτες μπάνιου και ηλιόσπορο.

Στο μπροστινό μέρος της καρότσας υπήρχαν επιπλέον 16 χάρτινα κιβώτια, τυλιγμένα με μαύρο νάιλον. Οι λιμενικοί κάλεσαν τον σκύλο ανίχνευσης ναρκωτικών, Βλαντ. Ο σκύλος μύρισε τα ναρκωτικά. Στην καρότσα ήταν κρυμμένα 148 κιλά υδροπονικής κάνναβης, τύπου skunk.

 

Ο ιδιοκτήτης του φορτηγού, 50 ετών, που είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για ναρκωτικά, παραδέχτηκε ότι γνώριζε για το παράνομο φορτίο και προφυλακίστηκε. Ο ίδιος είπε ότι ο 37χρονος συνεπιβάτης του ήταν άσχετος με την υπόθεση κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος με όρους. Ως εδώ θα ήταν μια υπόθεση ρουτίνας στη βραδινή βάρδια της Δίωξης Ναρκωτικών του Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας.

Ωστόσο, από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι τα 148 κιλά είχαν φορτωθεί στο Αλικάντε της Ισπανίας. Το φορτηγό άλλαξε δύο πλοία, για να διασχίσει όλη τη Μεσόγειο και να φθάσει στην Ελλάδα. Σε πρώτη ανάγνωση, όλο αυτό δεν φαίνεται να βγάζει νόημα.

Το skunk είναι ένα μία υβριδική ποικιλία αφγανικής, μεξικανικής και κολομβιανής κάνναβης, η οποία φτιάχτηκε στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Στην Ευρώπη έφθασε στα μέσα των 80’s, αρχικά στο Άμστερνταμ, εκθρονίζοντας τη «σοκολάτα» που ήταν τότε σχεδόν μονοπώλιο στην Ολλανδία. Τα επόμενα χρόνια, η λέξη skunk σταδιακά άλλαξε νόημα και πλέον έτσι ονομάζεται, λανθασμένα, γενικά η κάνναβη υδροπονικής καλλιέργειας ή οποιοδήποτε δυνατό «χόρτο».

Στην υπόθεση της Ηγουμενίτσας, προκύπτει ότι το φορτηγό είχε περάσει στο Μπρίντιζι, διέσχισε βορειοδυτικά την ιταλική χερσόνησο κι έπειτα μπήκε σε δεύτερο πλοίο, στο λιμάνι της Τσιβιταβέκια, με προορισμό τη Βαρκελώνη, όπου έφθασε στις 14 Μαρτίου. Την αντίστροφη διαδρομή, διασχίζοντας δηλαδή όλη τη Μεσόγειο προς τα ανατολικά, έκανε στην επιστροφή.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις των δύο οδηγών, το φορτηγό παρέλαβε και ξεφόρτωσε εμπορεύματα σε διάφορες πόλεις, ξεκινώντας από τη Βαλένθια. Κάποια στιγμή, πέρασε στην Πορτογαλία, ξεφορτώνοντας μπαταρίες σε νατοϊκή βάση στη Λισαβόνα, για να επιστρέψει ξανά σε ισπανικό έδαφος, κάνοντας στάσεις στη Σεβίλλη και το Αλικάντε, μεταφορτώνοντας διαδοχικά εμπορεύματα από εργοστάσια και αποθήκες. Στο Αλικάντε οι δύο οδηγοί σταμάτησαν για διανυκτέρευση σε έναν σταθμό πάρκινγκ φορτηγών.

Σύμφωνα με τα δικόγραφα, την ώρα που ο μικρότερος σε ηλικία οδηγός βρισκόταν στο κτίριου του σταθμού πάρκινγκ, ο 50χρονος λέει ότι τον πλησίασαν στο φορτηγό δύο άγνωστοι που μιλούσαν ελληνικά και του πρότειναν να μεταφέρει το skunk στην Ελλάδα, με αμοιβή 5.000 ευρώ. «Μου είπαν να παραδώσω τα ναρκωτικά στην Αθήνα, όπου θα με πλήρωναν», κατέθεσε. «Επειδή βρίσκομαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και είμαι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, δέχτηκα», είπε ο ίδιος.

Αστυνομική πηγή στην Ήπειρο με καλή γνώση του εμπορίου ναρκωτικών, που δεν εμπλέκεται στην υπόθεση, είπε στο VICE ότι θεωρείται σπάνια η περίπτωση ένα ισπανικό φορτίο να καταλήγει στην Ελλάδα. «Το φορτηγό αλλάζει δύο πλοία και τρεις χώρες. Για κάποιον που έχει ένα φορτίο κάνναβης στο Αλικάντε, πιθανότητα μαροκινό skunk, η αγορά της Κεντρικής Ευρώπη είναι πολύ πιο εύκολα προσβάσιμη από τη μακρινή Ελλάδα», σημείωσε.

Στο παρελθόν υπήρξαν περιπτώσεις μεγάλων φορτίων κάνναβης, που έφθασαν στην Ελλάδα με τελικό προορισμό την Τουρκία, από οργανωμένα δίκτυα. Στην περίπτωση του 50χρονου της Ηγουμενίτσας, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει οργανωμένη δράση. Είναι μια μεταφορά σχετικά μικρής ποσότητας, από κάποιον που θα ταξίδευε έτσι κι αλλιώς πίσω στην Ελλάδα.

 

Κώστας Κουκουμάκας