Χρυσοχοΐδης στηρίζει Δρίτσα


Η φράση του Θοδωρή Δρίτσα σχετικά με το αν και ποιοι είχαν τρομοκρατηθεί από την οργάνωση «17 Νοέμβρη» όσο αυτή ήταν ενεργή προκάλεσε οξεία πολιτική αντιπαράθεση, με την κυβέρνηση και τους τρόφιμους της Λίστας Πέτσα να ξεσπαθώνουν εναντίον του πολιτικού στελέχους της Αριστεράς που φημίζεται για την πραότητα και τη μετριοπάθειά του.

Αλλά αυτό που είπε ο κ. Δρίτσας («Κανείς δεν έχει τρομοκρατηθεί, πιστεύω εγώ, από τη δράση αυτών των οργανώσεων, κανείς δεν έχει τρομοκρατηθεί από τη “17 Νοέμβρη”· αντίθετα, ο ελληνικός λαός έχει τρομοκρατηθεί από πάρα πολλές άλλες πολιτικές») ήταν κοινός τόπος την περίοδο της εξάρθρωσης της οργάνωσης και της σύλληψης των στελεχών της.

Αυτό που είπε ο κ. Δρίτσας ήταν το πασίγνωστο, ότι δηλαδή οι οργανώσεις τύπου «17 Νοέμβρη» είχαν σκόπιμα ως στόχους άτομα με ορισμένες ξεχωριστές ιδιότητες, τις οποίες ανέλυαν στις περιβόητες προκηρύξεις τους. Μ’ αυτές τις ιδιότητες δεν ταυτιζόταν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, οπότε δεν λειτουργούσε η τρομοκρατική δράση με τον τρόπο που λειτουργούν οι σύγχρονες τρομοκρατικές ισλαμιστικές λ.χ. ομάδες. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που όταν βρέθηκε ανάμεσα στα θύματά της ένας παρατυχών πολίτης, ο Θάνος Αξαρλιάν, η οργάνωση υπέστη σημαντικό πλήγμα και υποχρεώθηκε να απολογηθεί.

 

Επειδή όμως δεν διεκδικώ δάφνες αντικειμενικότητας, θα επικαλεστώ απόψεις πολιτικών, δημοσιογράφων και μεγαλοεπιχειρηματιών, οι οποίοι δεν μπορούν ασφαλώς να κατηγορηθούν ως φανατικοί αριστεροί ή οπαδοί της τρομοκρατίας. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα.

«Το πολιτικό μήνυμα»

Στο γνωστό βιβλίο τους για τη «17 Νοέμβρη» οι δημοσιογράφοι Αλ. Παπαχελάς και Τ. Τέλλογλου έχουν ειδικό κεφάλαιο με τίτλο «Το πολιτικό μήνυμα», το οποίο αρχίζει ως εξής:

«Η κοινή γνώμη έβλεπε την προσπάθεια εξάρθρωσης µε μεγάλη δυσπιστία. Μία ποιοτική έρευνα που ετοιµάσθηκε για λογαριασμό του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως τον Απρίλιο του 2000 έδειχνε ότι ο κόσμος ήταν στην μεγάλη του πλειοψηφία αντίθετος στη 17 Νοέμβρη αλλά πίστευε -επίσης κατά μεγάλη πλειοψηφία- πως “δεν θα τη βρουν ποτέ”. Ο Χρυσοχοΐδης αποφασίζει να ακολουθήσει µία επικοινωνιακή τακτική πολιτικής αντιπαράθεσης µε τους τρομοκράτες µε κεντρικό μήνυμα τη φράση “έχετε ηττηθεί πολιτικά, καιρός να καταθέσετε τα όπλα και να παραδοθείτε”. Στόχος είναι να “χαμηλώσουμε τη 17 Νοέμβρη στη συνείδηση του κόσμου”, όπως έλεγε συχνά στους συνεργάτες του ο υπουργός» («17», εκδ. Εστία, Αθήνα 2002, σ. ).

Για το τι ακριβώς πίστευε η κοινή γνώμη την περίοδο της δίκης της «17 Νοέμβρη» διαθέτουμε τη δημοσκόπηση της εταιρείας VPRC που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (6-8.10.2003). Σε αυτή την έρευνα εμφανίζεται το 33,3% να αποφαίνεται ότι είναι μάλλον πολιτικά τα κίνητρα της «17 Νοέμβρη» και ένα άλλο αξιοσημείωτο ποσοστό (20,2%) αμφιταλαντεύεται, χωρίς να δηλώνει με σχετική βεβαιότητα ότι δεν είναι πολιτικά τα εγκλήματα. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι εκείνος που αντέδρασε για η διενέργεια αυτής της δημοσκόπησης ήταν ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο οποίος θεώρησε ότι η εταιρεία παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων («Το Βήμα», 8.10.2003).

Υπάρχουν και χειρότερα. Παρουσιάζοντας το σχετικό βιβλίο του Γιάννη Πρετεντέρη «Η αναμέτρηση», ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος απέδωσε την καθυστέρηση 27 χρόνων για τη σύλληψη των τρομοκρατών στην «έμμεση κοινωνική υπόθαλψη της τρομοκρατίας». Και πρόσθεσε ότι «χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες από την έναρξη της επιχείρησης των συλλήψεων για να εισπραχθεί από την κοινή γνώμη ως παροχή ασφάλειας». Η πληροφορία αυτή μεταφέρεται από το in.gr, του οποίου υποθέτω ότι δεν αμφισβητούν την εγκυρότητα οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές (21.2.2003).

Θα επικαλεστώ ακόμα και τη δήλωση του επιχειρηματία Βαρδή Βαρδινογιάννη ο οποίος εξερχόμενος από το δικαστήριο, στο οποίο κατέθεσε ως πολιτικός ενάγων για την υπόθεση της απόπειρας δολοφονίας εναντίον του, απέκλεισε το ενδεχόμενο να ήταν πολιτικά τα κίνητρα της «17 Νοέμβρη» που τον στοχοποίησε, λέγοντας ότι δεν γνωρίζει τα κίνητρα των τρομοκρατών, εφόσον «ούτε πολιτικό πρόσωπο είμαι, ούτε με την πολιτική ασχολήθηκα, ούτε σε κανένα σκάνδαλο είμαι αναμεμειγμένος».

Και αν δεν φτάνουν αυτά, ας θυμηθούμε το άρθρο του στελέχους της Ν.Δ., Αναστάση Παπαληγούρα, το οποίο φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ούτε η τρομοκρατία μας τρομάζει» και έχει γραφτεί μόλις έναν μήνα μετά τη δολοφονία του Αμερικανού ναυτικού ακολούθου Ουίλιαμ Νορντίν (εφ. «Καθημερινή», 31.7.1988). Ο Αν. Παπαληγούρας, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα θα αναλάμβανε το υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση της Ν.Δ., υποστηρίζει ότι ο ελληνικός λαός ανέχεται την τρομοκρατία ως πολιτική πράξη:

«Ανοχή της τρομοκρατίας»

«Το κράτος απέδειξε την ανεπάρκειά του και οι πολιτικές δυνάμεις την ανυπαρξία τους. Και η κοινωνία; Η κοινωνία, για μια ακόμη φορά, επέδειξε την αδιαφορία της. Αν το κράτος δεν μπορεί τίποτε το σοβαρό να κάνει, αν οι πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν τίποτε το σοβαρό να πουν, σοβαρό είναι μόνο το φαινόμενο της γενικής απάθειας, που κάνει το σύνολο της κοινωνίας μας να μοιάζει με τυμπανιαίο πτώμα που δεν αντιδρά σε τίποτα.

Στις τελευταίες, μάλιστα, τρομοκρατικές εκδηλώσεις και ειδικότερα στην περίπτωση της δολοφονίας του Αμερικανού ακολούθου, η απάθεια αυτή υποδηλώνει μια βαθύτερη -αλλά εύκολα αισθητή από όλους μας- ανοχή του κοινωνικού σώματος έναντι της τρομοκρατίας ως πολιτικής πράξης. Ανοχή, που στην ουσία ισοδυναμεί με υπόθαλψη της τρομοκρατίας. Γιατί κανένα αστυνομικό μέτρο σε μια δημοκρατική χώρα, κανένα αντιτρομοκρατικό νομοσχέδιο ή ειδικό σώμα, δεν αρκεί για να εξαρθρώσει την πολιτική τρομοκρατία, όταν το ίδιο το κοινωνικό έδαφος δεν την αποβάλλει...».

Καλά, ούτε «Καθημερινή» δεν διαβάζουν οι σημερινοί ένοικοι του Μαξίμου; Μόνο «Στόχο» και «Μακελειό»;

 

Δημήτρης Ψαρράς



1 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Όχι απο σημερα θα διαβάζουν εσένα αλλωστε έχεις ενδιαφέρων τόσο όσο να νομίζεις ότι κατι ιδιαιτερο εισαι