Επιστολή διαμαρτυρίας της Ένωσης Αξιωματικών Κ. Μακεδονίας στον Πρωθυπουργό


Διαβάστε το περιεχόμενο της επιστολής

Αριθμ.Πρωτ.: 18/2021                                     Θεσσαλονίκη  22  Μαρτίου 2021

Προς:

             Αξιότιμο Πρόεδρο της Κυβέρνησης και Πρωθυπουργό, κον Κυριάκο Μητσοτάκη,

             Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, κον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη

             Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης 

 

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

Έπειτα από διάρκεια ενός και πλέον χρόνου που αντιμετωπίζουμε όλοι ως πολίτες αυτή την πανδημία που ταλανίζει την χώρα μας αλλά και όλη την ανθρωπότητα, θεωρείται πλέον δεδομένο το αίσθημα κόπωσης που έχει κατακλύσει την κοινωνία. Η εφαρμογή της καραντίνας, η κοινωνική αποστασιοποίηση, η οικονομική αβεβαιότητα για το αύριο, οι κοινωνικές και πολλές άλλες ακόμη επιπτώσεις αυτής της παρατεταμένης περιόδου πανδημίας, έχουν επιφέρει κόπωση και κατ’ επέκταση αναστάτωση στην κοινωνία, μέρος της οποίας, ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι αποτελούν και οι ίδιοι οι αστυνομικοί.

Οι Έλληνες αστυνομικοί, για χρονικό διάστημα που ξεπερνά τον ένα χρόνο, από την κρίση στα Ελληνοτουρκικά σύνορα του περασμένου Μάρτη μέχρι την αντιμετώπιση της πανδημίας, συνεχίζουν ανελλιπώς και ανηλεώς, υπερβάλλοντας εαυτούς, να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Εργαζόμενοι συχνά πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου τους, με ανακλήσεις αδειών και ταυτόχρονα επιβαρυμένοι με το ψυχοφθόρο έργο της τήρησης των περιοριστικών μέτρων, όπου καθημερινά έρχονται αντιμέτωποι με τις «ρίζες» τους, δηλαδή με την ίδια την κοινωνία, με απλούς πολίτες που απλά δεν τηρούν τα μέτρα, με θεωρίες συνομωσίας και κάθε λογής περιστατικά, πέραν του κύριου και βασικού έργου και της αποστολής τους που είναι η ασφάλεια του πολίτη και η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, η οποία σαφώς και δεν έπαυσε να υφίσταται. Εντούτοις, μέχρι και σήμερα, η πολιτεία, πέραν από ένα «ευχαριστώ» μέσω μαζικής αποστολής τυποποιημένων γραπτών μηνυμάτων (sms) που εστάλησαν πριν από ένα χρόνο περίπου και κάποιες αναφορές - ανακοινώσεις αορίστου περιεχομένου σε ΜΜΕ, δεν έχει προβεί σε ουδεμία έμπρακτη και ουσιαστική αναγνώριση του έργου των αστυνομικών, που αναμφίβολα ειδικά σε μία έκτακτη συνθήκη, όπως η αντιμετώπιση της πανδημίας, είναι ζωτικής σημασίας.

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ, οι Έλληνες αστυνομικοί στην συντριπτική τους πλειοψηφία ασκούν το λειτούργημά τους με ζήλο, αυταπάρνηση και υψηλό αίσθημα ευθύνης, αποσκοπώντας να υπηρετούν και να στέκονται δίπλα στους πολίτες, εξασφαλίζοντας ακόμη και με την ίδια τους τη ζωή το πολύτιμο αγαθό της ασφάλειας. Τούτο, άλλωστε, μαρτυρά και ο αριθμός των 138 θυμάτων αστυνομικών εν ώρα καθήκοντος, συνεπεία τρομοκρατικών ενεργειών, ένοπλων συμπλοκών, τροχαίων και άλλων ατυχημάτων και των αναρίθμητων άλλων βαριά τραυματισμένων.

Τα τελευταία γεγονότα που διαδραματίστηκαν, με κατάληξη τον βαρύτατο τραυματισμό του συναδέλφου μας, εδώ και ημέρες απασχολούν τη δημοσιότητα, ωστόσο, για την αστυνομική οικογένεια τέτοια περιστατικά βίας σε βάρος αστυνομικών δεν αποτελούν είδηση, αρκεί να αναζητηθούν τα στοιχεία από τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία «401» και «424» αναφορικά με τους εισαχθέντες τραυματίες αστυνομικούς, έπειτα από κάθε διαδήλωση - πορεία κατά την διάρκεια της οποίας λαμβάνουν χώρα επεισόδια.

Διαχρονικά το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, πάντοτε σε περιόδους κρίσεων και έκτακτων συνθηκών που επιφέρουν κοινωνικές αναταράξεις, καταλήγει να είναι το εξιλαστήριο θύμα, πλέοντας ανάμεσα στις συμπληγάδες κοινωνικών ιδεοληψιών και των εκάστοτε κυβερνητικών πολιτικών αποφάσεων. Πεποίθησή μας είναι ότι ο αστυνομικός, εντός μίας ευνομούμενης πολιτείας, θα πρέπει να προστατεύεται έτσι ώστε με τη σειρά του να προστατεύει τους πολίτες. Συνεπώς, ενόψει της όξυνσης του φαινομένου της βίας, της αύξησης του αριθμού των επιθέσεων σε βάρος αστυνομικών και της έντασης των επιθέσεων αυτών, επιβάλλεται η ενεργοποίηση των δημοκρατικών αντανακλαστικών της πολιτείας και η άμεση παρέμβαση της:

1.            Χαρακτηρίζοντας, νομικά, κάθε έγκλημα που στρέφεται κατά αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είτε ως «ιδιώνυμο» είτε ως διακεκριμένη επιβαρυντική περίσταση του τελούμενου εγκλήματος, ρύθμιση που θα οδηγήσει στην αύξηση των ορίων των επαπειλούμενων ποινών για τους δράστες.

2.            Τοποθετώντας κάμερες καταγραφής στους αστυνομικούς και στα περιπολικά οχήματα (πρόταση που έχει εισηγηθεί και ο κ. Υπουργός ΠτΠ), όπως συμβαίνει άλλωστε και σε πολλές άλλες ευνομούμενες και προηγμένες χώρες, προκειμένου να διασφαλίζεται η αλήθεια, να αποτυπώνονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και ταυτόχρονα να προστατεύονται οι αστυνομικοί από κατασκευασμένες αφηγήσεις, αλλά και από δολοφονικές, πολλές φορές, σε βάρος τους επιθέσεις.

Οι προτεινόμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά, θα καταστήσουν σαφή την βούληση της πολιτείας να προστατεύσει τους αστυνομικούς, θα ενισχύσουν το φρόνημά τους και θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν απερίσπαστοι το υπηρεσιακό τους έργο, διασφαλίζοντας πέραν των άλλων την δημόσια ειρήνη και ευταξία.

Ως Ένωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας Κεντρικής Μακεδονίας, το έργο το οποίο επιδιώκουμε και προάγουμε, με γνώμονα πάντα την καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση των μελών μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνία και τους πολίτες. Κατά συνέπεια, καταδικάζουμε χωρίς περιστροφές κάθε περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας και υπέρμετρης βίας, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν θα επιτρέψουμε μεμονωμένα περιστατικά να σπιλώνουν το έργο που με ευσυνειδησία, ζήλο και αυταπάρνηση επιτελεί η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων μας.

Κλείνοντας την επιστολή μας, θα θέλαμε να τονίσουμε τον τρόπο που ορισμένοι συμπολίτες μας αντιλαμβάνονται τον ρόλο της αστυνομίας, που κατά την άποψή μας αποτελεί ένα βαθύτερο κοινωνικό ζήτημα, παιδείας και κοινωνικής μόρφωσης, τομείς στους οποίους θα πρέπει να δοθεί έμφαση από την πολιτεία αν πραγματικά επιθυμεί να το αντιμετωπίσει ριζικά. Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να παρέχει σε κάθε αστυνομικό, ανεξαρτήτου σχολής προέλευσης, βαθμού και θέσης, την δέουσα ολοκληρωμένη εκπαίδευση (αναθεωρώντας τα ισχύοντα πρωτόκολλα) τόσο κατά την εισαγωγή του στο Σώμα όσο και κατά την διάρκεια της θητείας του, παρέχοντας του τα εχέγγυα να επιτελεί με ορθότητα το έργο του. Μέχρι τότε ευελπιστούμε στην άμεση υιοθέτηση των ανωτέρω προτάσεων με σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες από την Κυβέρνηση.

Με εκτίμηση,

ο Πρόεδρος του ΔΣ, Αστυνόμος Α΄ Ψαρογιάννης Ιωάννης 

ο Α΄ Αντιπρόεδρος, Αστυνόμος Α΄ Κουκουφίκης Σταύρος

ο Β΄ Αντιπρόεδρος, Αστυνόμος Β΄ Μουρατίδης Χαράλαμπος

ο Γενικός Γραμματέας, Αστυνόμος Β΄ Γιαρισκάνης Πέτρος

ο Ταμίας, Υπαστυνόμος Α΄ Μπάμπαλης Εμμανουήλ

ο Υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων, Αστυνόμος Α΄ Πλευρίτης Κωνσταντίνος