Βαριά καταδίκη της Ελλάδας για ελλιπή έρευνα και πραγματογνωμοσύνη «χάδι» για θάνατο λεχώνας σε δημόσιο νοσοκομείο


Τέσσερις ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της και ενώ η μητέρα ετοιμαζόταν να εξέλθει από το νοσοκομείο, παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση της υγείας της μέσα σε δύο ώρες και απεβίωσε.

Τα αίτια θανάτου της δεν καταγράφηκαν από αρμόδιο γυναικολόγο, αλλά από χειρουργό ιατρό, ενώ οι αρμόδιες αρχές επέδειξαν τεράστια καθυστέρηση κατά την προκαταρκτική έρευνα. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), μετά από προσφυγή του συζύγου της θανούσης.

Έτσι, η Ελλάδα μετά το περιστατικό εισέπραξε άλλη μία καταδίκη από το ΕΔΔΑ για ελλιπή έρευνα του θανάτου της. Επιδίκασε μάλιστα και το ποσό στον προσφεύγοντα σύζυγό της ύψους  20.000 ευρώ και άλλα 1.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

Σύμφωνα, με το ΕΔΔΑ ως προς το ιατρικό σκέλος δεν καταγράφηκε κάποια παράβαση.

Ωστόσο, στο διαδικαστικό σκέλος αναφέρεται πως «όσον αφορά την έρευνα που διενεργήθηκε για τα αίτια του θανάτου, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ελλείψεις σχετικά με τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης γιατί διενεργήθηκαν από χειρουργό ιατρό και όχι γυναικολόγο και δεν κατέδειξαν με υπεύθυνο, επιστημονικό, αμερόληπτο και σαφή τρόπο τα ακριβή αίτια και περιστάσεις του θανάτου της συζύγου του προσφεύγοντος και μη κάνοντας αναφορά σε επιστημονικά δεδομένα, ούτε σε βιβλιογραφία ή στατιστικά στοιχεία για το θέμα». 

Οι καθυστερήσεις και η μη πρόσβαση στη δικογραφία

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει το ΕΔΔΑ και στις καθυστερήσεις διερεύνησης της υπόθεσης. «Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι η προκαταρκτική έρευνα διήρκεσε περίπου 5 έτη, αντί των 3 μηνών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 31 § 3 του Κ.Π.Δ. Αυτό το στοιχείο αρκούσε για να κρίνει το Δικαστήριο ότι η διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας ήταν υπερβολική, όπως παραδέχτηκε και η κυβέρνηση» επισημαίνεται.

«Συναφώς, το Δικαστήριο σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία. Στην πραγματικότητα μόνο στις 08.09.2015, δηλαδή 3 χρόνια και 2 μήνες μετά το θάνατο, έλαβε ένα αντίγραφο της δικογραφίας και αφού είχε υποχρεωθεί να υποβάλει καταγγελία και να συμμετέχει στις διαδικασίες ως πολιτικός ενάγων (άρθρο 108 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).

Το Δικαστήριο σημείωσε  επίσης ότι όταν ο δικαστής έλαβε τον ιατρικό φάκελο της συζύγου του προσφεύγοντος και  είδε τα ονόματα των ιατρών που εμπλέκονταν στην υπόθεση, κάλεσε για κατάθεση  μόνο τον γυναικολόγο που παρακολουθούσε  την σύζυγο του προσφεύγοντος και όχι τους υπόλοιπους ιατρούς οι οποίοι σύμφωνα με τον ιατρικό φάκελο ήταν παρόντες κατά τις τελευταίες στιγμές της» υπογραμμίζει το ΕΔΔΑ.

Και συνεχίζει στην σχετική απόφασή του: «Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εξετάζοντας την ευθύνη του Ρ.Ρ. και, κατά περίπτωση, οποιουδήποτε άλλου γιατρού. Ωστόσο, παρά τις διατάξεις του άρθρου 195 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η απόφαση του εισαγγελέα δεν επέστησε στον πραγματογνώμονα συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, η έκθεση δεν ανατέθηκε σε ειδικό σε γυναικολογικά θέματα αλλά σε χειρουργό» 

Οι πραγματογνωμοσύνες

Όπως αναφέρει το ΕΔΔΑ «ο πρώτος πραγματογνώμονας, ο χειρουργός K., συνέταξε μια χειρόγραφη έκθεση στην οποία επανέλαβε τις εξηγήσεις που παρουσίασε γραπτώς ο γυναικολόγος P.P. τον οποίο ενέκρινε πλήρως. Αγνόησε την κακή μυρωδιά του νεογέννητου, την τραχηλίτιδα της μητέρας, τα συμπτώματά της το πρωί της 09.07.2011, την έλλειψη ιατρικών εξετάσεων, την απουσία ιατρών κατά τη διάρκεια κρίσιμων στιγμών και την καθυστερημένη μεταφορά της στο χειρουργείο.

Επανέλαβε την παρατήρηση του P.P. ότι ο θάνατος οφείλονταν σε σηπτικό σοκ το οποίο «επέφερε υψηλό ποσοστό θνησιμότητας (σε 80% έως 90% των περιπτώσεων) και ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προβλεφθεί». Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αντίδραση των ιατρών ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αλλά χωρίς να γίνεται αναφορά σε επιστημονικά δεδομένα, ούτε σε βιβλιογραφία ή στατιστικά στοιχεία για το θέμα». 

Το Δικαστήριο προσθέτει επίσης πως «όσον αφορά τον δεύτερο πραγματογνώμονα, υπέβαλε μια πραγματογνωμοσύνη, χωρίς τίτλο και με τη μορφή επιστολής δύο σελίδων, στην οποία αναφέρθηκε στις απόψεις των ιατρών που ήταν παρόντες κατά το χρόνο του θανάτου, επιβεβαιώνοντας ότι είχαν άμεσα παράσχει βοήθεια και δήλωσε ότι η ασθενής ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση και ότι είχε υποβληθεί σε θεραπεία αμέσως και με τον κατάλληλο τρόπο. Ως πηγή των συμπερασμάτων του, ο πραγματογνώμονας αναφέρθηκε στη διοικητική έρευνα που διεξήχθη στο νοσοκομείο, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο P.P. και οποιοσδήποτε άλλος γιατρός δεν έφεραν ευθύνη».

Εκτός από το γεγονός που καταγραφεί το ΕΔΔΑ πως δεν επετράπη στον σύζυγο «να διορίσει τον δικό του πραγματογνώμονα σε αυτό το στάδιο, αφού ένας τέτοιος διορισμός ήταν δυνατός μόνο στο στάδιο της κύριας έρευνας και μόνο σε περίπτωση αδικήματος» καταλήγει: «Η πραγματογνωμοσύνη δεν κατέδειξε με υπεύθυνο, επιστημονικό, αμερόληπτο και σαφή τρόπο τα ακριβή αίτια και περιστάσεις του θανάτου της συζύγου του προσφεύγοντος».

Β. Χειρδάρης: Ανοίγει ένας ενδιαφέροντας δρόμος για τις πραγματογνωμοσύνες

Στο ζήτημα της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται σε σχόλιό του στο dikastiko.gr ο δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης. Όπως αναφέρει:

«Πολύ ενδιαφέρουσα η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ. Ασχολείται με διορισμό από τις ελληνικές δικαστικές αρχές ως πραγματογνώμονα μη ειδικού γιατρού (χειρουργού) για διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αντί του ειδικού (γυναικολόγου) και θέτει πολύ ορθά τις  προϋποθέσεις για να είναι οι πραγματογνωμοσύνες υπεύθυνες, επιστημονικές και αμερόληπτες.

Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργο οι πραγματογνωμοσύνες πρέπει να μην αποτελούν επαινετικές ή μη εκθέσεις ιδεών αλλά οφείλουν να έχουν σαφή επιστημονικό περιεχόμενο προσδιορίζοντας με σαφή, συγκεκριμένο,  αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο τα ακριβή αίτια του ερευνώμενου γεγονότος και οφείλουν να τεκμηριώνουν το συμπέρασμά τους με επιστημονικά δεδομένα, περιέχοντας μεταξύ άλλων  βιβλιογραφία και στατιστικά στοιχεία.

Να επισημανθεί ότι το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί σε αρκετές αποφάσεις του με το θέμα των πραγματογνωμόνων και των εκθέσεών τους και έχει επανειλημμένα τονίσει ότι δεν πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα στους δικαστικούς πραγματογνώμονες με αγνόηση των τεχνικών συμβούλων που ορίζουν οι διάδικοι αλλά τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να συνεκτιμούν για το συμπέρασμά τους όλες τις πραγματογνωμοσύνες χωρίς εκ προοιμίου αποκλεισμό αυτών των τεχνικών συμβούλων.

Η παρουσιαζομένη απόφαση ανοίγει έναν ενδιαφέροντα δρόμο για την αξιολόγηση, την επιστημονικότητα και αντικειμενικότητα των πραγματογνωμόνων που χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια. Καιρός ήταν…