Το τεκμήριο της αθωότητας - της Αγγελικής Καρδαρά


Το τελευταίο χρονικό διάστημα και ειδικότερα από τον Ιανουάριο του 2021, όπου ήρθαν στο φως της δημοσιότητας και απασχόλησαν με εκτενή ρεπορτάζ τα ΜΜΕ καταγγελίες, που ξεκίνησαν από τον χώρο του αθλητισμού και επεκτάθηκαν στον θεατρικό χώρο, για πολύ σοβαρά εγκλήματα, όπως για το έγκλημα του βιασμού και της απόπειρας βιασμού, για τη σεξουαλική παρενόχληση, για την κατάχρηση εξουσίας και για εκφοβιστικές συμπεριφορές και πρακτικές σε εργασιακούς χώρους, η κοινωνία έπαψε να είναι «αμέτοχος θεατής» και πήρε δυναμικά θέση, τονίζοντας τη σπουδαιότητα του να «σπάσουν» οι σιωπές και να μη φοβούνται πλέον τα θύματα βίας, κάθε έκφανσης και μορφής. Ταυτόχρονα φαίνεται ότι ανοίγει ένα ελπιδοφόρο κεφάλαιο στην ιστορία των σύγχρονων κοινωνικών, με το να «γκρεμίζονται» επικίνδυνα κοινωνικά στερεότυπα και εγκληματικοί μύθοι που για παρά πολλά χρόνια αναπαράγονταν. Τα εν λόγω στερεότυπα είχαν δυστυχώς καλλιεργήσει, διαχρονικά, ένα γόνιμο έδαφος για τον δράστη να συνεχίζει ανενόχλητος την εγκληματική του δράση και για τα θύματα ένα πολύ αρνητικό κλίμα, με συνέπεια να κρατούν κλειστά τα στόματα και να μη καταγγέλλουν όλες αυτές, τις ειδεχθείς μορφές εγκληματικότητας που υφίσταντο, από τον φόβο του στιγματισμού και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης.

Το παγκόσμιο, κοινωνικό κίνημα ενάντια στη σεξουαλική κακοποίηση και τη σεξουαλική παρενόχληση, οποιασδήποτε μορφής, Me Too, ή αλλιώς #MeToo, με τους υποστηρικτές του κινήματος να δημοσιοποιούν, ή να προτρέπουν τη δημοσιοποίηση και τη νομική καταγγελία όλων των μορφών σεξουαλικής βίας ή κακοποίησης ή/ και κατάχρησης εξουσίας που έχουν υποστεί, κερδίζει έδαφος και δύναμη και στη χώρα μας μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις των τελευταίων δύο μηνών. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει κατά την άποψή μου ότι κοινωνικές παθογένειες ετών που είχαν καταλήξει να είναι «αποστήματα» σε εργασιακούς χώρους και εκτός αυτών, όπως και η τεράστια πληγή της ενδοοικογενειακής βίας, δεν έχουν αντιμετωπιστεί στο βάθος στο οποίο θα έπρεπε να έχουν προσεγγιστεί αυτά τα τόσο πολυσύνθετα και πολυδιάστατα ζητήματα, με συνέπεια η αντίδραση της κοινωνίας να είναι αναγκαία. Όταν η φωνή και οι δυνάμεις των ενεργών μελών της κοινωνίας ενώνονται, μπορούν να διεκδικηθούν σημαντικές και αναγκαίες αλλαγές, προκειμένου να προστατευθούν τα θύματα και να διασφαλιστούν τα δικαιώματά τους σε μεγαλύτερη έκταση και σε μεγαλύτερο βαθμό.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη φωνή ενός μέρους της επιστημονικής κοινότητας και ενός μέρους του κοινού για την ανάγκη να τεθούν όρια και να γίνεται σεβαστό το τεκμήριο της αθωότητας για τους φερόμενους ως δράστες και για τους κατηγορούμενους. Ασφαλώς, αυτή η συζήτηση δεν αφορά (και δεν πρέπει να αφορά) μόνο το σήμερα, αλλά θεωρώ ότι τα όρια έπρεπε να είχαν τεθεί πολλά χρόνια πριν και όχι σε μία περίοδο έντονης κοινωνικής αντίδρασης, καθώς όσες και όσοι ασχολούμαστε ερευνητικά με τη δημοσιογραφική κάλυψη υποθέσεων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος (η δική μου ερευνητική εμπειρία ξεκινάει με υποθέσεις από τη δεκαετία του 90), γνωρίζουμε πολύ καλά ότι σε όλες τις χαρακτηριζόμενες «πολύκροτες» υποθέσεις, κυρίως σε εγκλήματα κατά της ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ο τρόπος παρουσίασης από τα ΜΜΕ προτού αποφανθεί η Δικαιοσύνη, ακόμα και πρωτοδίκως, δεν έκανε σεβαστό, τουλάχιστον στον βαθμό που θα έπρεπε, το τεκμήριο της αθωότητας. Αντίθετα, σε αυτές τις υποθέσεις έχουν χρησιμοποιηθεί ακραίοι χαρακτηρισμοί που καλλιέργησαν το έδαφος για «δημόσιο λιθοβολισμό», ιατρικοποιώντας σε πολλές περιπτώσεις το έγκλημα και στιγματίζοντας άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας.

Σε μία πολύ πρόσφατη  υπόθεση που απασχόλησε αρχικά τα κυπριακά και στη συνέχεια τα ελληνικά ΜΜΕ ο ανήλικος γιος μίας οικογένειας παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ ως ο «δολοφόνος» των γονιών του (βλ. σχετικό μας θέμα στο pm Δημόσια παρέμβαση για το bullying εις βάρος ανηλίκου: Οφείλουμε «δημόσια συγγνώμη» ως κοινωνία – Postmodern), με άκρως στιγματιστικά επιχειρήματα που δεν θα ήθελα να ανακαλέσω ξανά στον δημόσιο λόγο, ενώ αποδείχθηκε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη διπλή ανθρωποκτονία. Τότε δυστυχώς δεν υπήρξαν ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις ούτε για το τεκμήριο της αθωότητας, ούτε για την προστασία της ανηλικότητας, όπως κατά την άποψή μου θα έπρεπε. Με αφορμή αυτό το σοβαρότατο γεγονός οργανώσαμε στον Ιανό την εκδήλωση Εγκλήματα κατά της ζωής, παιδιά και ΜΜΕ: προβληματισμοί και προκλήσεις – Bodossaki Lectures on Demand (blod.gr) με σκοπό μας την ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και αφύπνιση του κοινού.

Θεωρώ όμως σημαντικό να εξετάσουμε στο σημείο αυτό, για να γνωρίζει και το ευρύ κοινό, τι ακριβώς περιλαμβάνει και ποιους αφορά το τεκμήριο της αθωότητας και στη συνέχεια θα προχωρήσω σε έναν σχολιασμό για το πώς θα μπορούσε να γίνει από τα ΜΜΕ σεβαστό, χωρίς όμως να παρακωλύεται η δημοσιογραφική έρευνα και κυρίως χωρίς να γίνεται συγκάλυψη σοβαρών περιστατικών που μπορούν να φωτίσουν σκοτεινές πτυχές των υποθέσεων και ταυτόχρονα να αναδείξουν κοινωνικές διαστάσεις και προεκτάσεις που αφορούν το ευρύτερο κοινό.

Το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου. Βάσει αυτού ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την απόδειξη της ενοχής του με αμετάκλητη απόφαση. Ειδικότερα, προβλέπονται τα ακόλουθα:

Τεκμήριο αθωότητας και αποζημίωση για δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου – Τι προβλέπουν οι νέες διατάξεις του Νόμου 4596/2019

Τι προβλέπεται για την αποζημίωση από το Δημόσιο προς αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη ύποπτος/κατηγορούμενος εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας

Σημαντικές διατάξεις σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας και την προστασία του στην Ελλάδα περιλαμβάνει ο πρόσφατος Νόμος 4596/2019.

Ο εν λόγω νόμος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μία σειρά διατάξεων για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση η Οδηγία στην πραγματικότητα αποβλέπει στην ενσωμάτωση κωδικοποιημένης της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών – μελών.

Ποιους αφορά και πότε παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας

Οι διατάξεις της Οδηγίας και αντίστοιχα του ελληνικού Νόμου αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που είναι ύποπτα ή κατηγορούμενα σε ποινικές διαδικασίες και εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο είναι ύποπτο ή κατηγορείται για τέλεση αξιόποινης πράξης ή εικαζόμενης αξιόποινης πράξης (και, κατά συνέπεια, ακόμα και πριν το εν λόγω πρόσωπο ενημερωθεί από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους – µέλους, µέσω επίσημής ειδοποίησης ή µε άλλο τρόπο, ότι θεωρείται ύποπτο ή ότι κατηγορείται) και σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας µέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση ως προς το αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος διέπραξε τη σχετική αξιόποινη πράξη και να καταστεί η εν λόγω απόφαση αμετάκλητη.

Η Οδηγία δεν αφορά νομικά πρόσωπα «σεβόμενη τις νομικές παραδόσεις των κρατών – µελών (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) που δεν αναγνωρίζουν την ποινική ευθύνη νομικών προσώπων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΔΕΕ έχει αναγνωρίσει ότι τα νομικά πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα των δικαιωμάτων που απορρέουν από το τεκμήριο αθωότητας µε τον ίδιο τρόπο όπως τα φυσικά πρόσωπα».

Κατά την Οδηγία το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, µε εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος κατά το χρονικό διάστημα που το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποδειχτεί ένοχο κατά τον νόμο.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, οι εν λόγω δηλώσεις και δικαστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει δηλαδή να δημιουργούν την αίσθηση ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένοχο.

Δεν αποκλείονται όμως, φυσικά, οι πράξεις της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, όπως η κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και η απαγγελία κατηγορίας από τον ανακριτή, ούτε οι δικαστικές αποφάσεις ως αποτέλεσμα των οποίων µία καταδικαστική απόφαση που είχε ανασταλεί τίθεται σε εφαρμογή, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

Δεν θίγονται επίσης οι διατάξεις και τα βουλεύματα της προδικασίας µε τα οποία επιβάλλονται µέτρα δικονομικού καταναγκασμού λόγω υπονοιών ενοχής που βασίζονται στο συγκεντρωθέν αποδεικτικό υλικό, ιδίως η προσωρινή κράτηση, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος.

Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν γίνεται χρήση πραγματικών ή νομικών τεκμηρίων σχετικά µε την ποινική ευθύνη προσώπου που είναι ύποπτο ή κατηγορείται για τη τέλεση αξιόποινης πράξης, τα οποία δεν περιορίζονται σε λογικά όρια.

Τα όρια αυτά προκύπτουν από τη σοβαρότητα του διακυβεύµατος σε συνδυασμό µε τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης και υπό τον όρο τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.

Έτσι η Οδηγία δεν αποκλείει τη θέσπιση τεκμηρίων, αρκεί αυτά να είναι μαχητά και εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιούνται µόνο υπό τον όρο ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

Με βάση τα προαναφερόμενα, ο νόμος εισάγει στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας άρθρο 72Α, µε το οποίο αναγνωρίζεται ρητά το τεκμήριο αθωότητας στους υπόπτους και τους κατηγορουμένους, προβλέποντας ότι «οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο».

Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου και δικαίωμα αποζημίωσης

Ενσωματώνοντας τις διατάξεις των άρθρων 4 και 10 της Οδηγίας 2016/343, ο Νόμος 4596/2019 εισάγει επίσης το δικαίωμα του υπόπτου ή κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης από το Δημόσιο για την αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του, η οποία προέκυψε από δηλώσεις δημόσιων αξιωματούχων.

Η προβολή μπορεί να προέκυψε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση απόφασης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, ενώ η αγωγή αποζημίωσης ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Αναλυτικά, το άρθρο 7 του Νόμου 4596/2019 προβλέπει ότι:

Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του από δηλώσεις δημόσιων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση της απόφασης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση της υπόθεσης.[1]

Με βάση τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι ο νόμος διασφαλίζει στον κατηγορούμενο σημαντικά δικαιώματα μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του, που πρέπει ασφαλώς να γίνονται σεβαστά. Ωστόσο διανύουμε μία νέα εποχή που, πέρα από το νομικό σκέλος αυτών των υποθέσεων, αναδεικνύεται πολύ έντονα και η κοινωνική τους διάσταση ενώ γίνεται, επιτέλους, μία πιο ολοκληρωμένη συζήτηση για τα δικαιώματα των ατόμων που έχουν αποτελέσει θύματα εγκληματικών πράξεων. Ο δημοσιογράφος, από τη δική του πλευρά, κινείται σε μία «λεπτή» γραμμή, διότι η έρευνά του δεν ξεκινά όταν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αλλά πολύ νωρίτερα όταν η υπόθεση ακόμα βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο διερεύνησης και στη συνέχεια παρακολουθεί και καταγράφει τις εξελίξεις της. Επομένως, εκ των πραγμάτων είναι πολύ «λεπτές» οι ισορροπίες, γιατί ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να σταματήσει την έρευνά του, αναμένοντας την αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Αναμφίβολα, θα μπορούσαν να γίνουν ορισμένα, σημαντικά βελτιωτικά βήματα, αλλά πάντα χωρίς να εμποδίζεται η δημοσιογραφική έρευνα. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι δημοσιογράφοι να κάνουν συχνότερη αναφορά στη σπουδαιότητα του τεκμηρίου της αθωότητας και στο γεγονός ότι τα ΜΜΕ ούτε αθωώνουν, ούτε καταδικάζουν, καθώς αυτή είναι η αρμοδιότητα των δικαστηρίων. Επίσης, στηριζόμενοι στην κάθε υπόθεση και ιστορία, οι δημοσιογράφοι είναι σκόπιμο να εμβαθύνουν ακόμα περισσότερο στο φαινόμενο και στις κοινωνικές διαστάσεις και προεκτάσεις τους που αφορούν το ευρύτερο κοινό, καταγράφοντας την άποψη των επιστημόνων οι οποίοι ασχολούνται με την αντίστοιχη θεματολογία και περνώντας πολύτιμα κοινωνικά μηνύματα, με στόχο την ενημέρωση και βέβαια την ενίσχυση της πρόληψης.

Μία ακόμα όμως, πολύ σημαντική διάσταση του θέματος, που δεν μπορεί να μη ληφθεί υπ’ όψιν μας στη σύγχρονη εποχή αφορά τον δυναμικό ρόλο που αποκτούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο, με τους χρήστες των social media να αναδεικνύουν και οι ίδιοι «θέματα επικαιρότητας» και να τοποθετούνται σε όλα αυτά τα ζητήματα που απασχολούν τα ΜΜΕ με τρόπο πολλές φορές έντονο. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε από την επιστημονική κοινότητα που οφείλει να πάρει θέση και να αναδείξει με τη σειρά της τις σημαντικές έννοιες της ατομικής αλλά και συλλογικής ευθύνης, καθώς και την ανάγκη να τεθούν όρια στον κανιβαλισμό και στους δημόσιους λιθοβολισμούς κάθε τύπου και μορφής.  

Συνοψίζοντας, σε αυτή την κρίσιμη περίοδο που διανύουμε το πιο σημαντικό είναι να μην ανακόψουμε τη φωνή των ανθρώπων που έχουν θυματοποιηθεί, που έχουν υποστεί ακραίας μορφής βία και έχουν να πουν κάτι πολύ σημαντικό στην κοινωνία. Ήταν αναγκαίο να συνασπιστούν, για να διεκδικήσουν πολύ πιο δυναμικά την προστασία τους. Ασφαλώς, η Δικαιοσύνη είναι αυτή που πάντα έχει τον τελευταίο και πιο σημαντικό λόγο, αλλά υπάρχει και μία ακόμα πολύ σοβαρή διάσταση που αφορά την «κοινωνική δικαίωση». Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία η βία να καταδικαστεί από την ευρύτερη κοινωνία και παράλληλα να δοθεί βαρύτητα στην προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων, καθώς και σε ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης, διαχείρισης θυμού και γενικότερα προγραμμάτων για την τροποποίηση της συμπεριφοράς ατόμων που επιθυμούν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους.

Στην κοινωνία μας δίνεται η πολύτιμη ευκαιρία να ανοίξει ένα σημαντικό κεφάλαιο για την προστασία των θυμάτων και ελπίζω ότι η οργανωμένη Πολιτεία, αλλά και όλες και όλοι μας, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία για να αλλάξουμε σελίδα στα «κακώς κείμενα»!

 

Αγγελική Καρδαρά