Αλεξάνδρα Μάμμα: H “πρόκληση” εκ μέρους του ανηλίκου δεν έχει σημασία


« Θα ήθελα να τον ρωτήσω ένα ‘Γιατί’; Αισθάνομαι.. βαρύ πόνο . Νομίζω ότι αυτό που μου έκανε είναι πολύ βαρύ… Είναι πολύ δύσκολο για μένα…. Έχω χάσει.. τη μισή μου ζωή». Η δίκη για τις πράξεις που τελέστηκαν σε βάρος ανήλικης συνεχιζόταν και η μητέρα της που άκουγε ξανά τα περιστατικά που της προκαλούσαν πόνο, προσπάθησε να αποτυπώσει μέσα σε λίγες φράσεις πως ένιωθε. Καταλαβαίνω το θυμό και την ανησυχία για το πόσο μπορεί να στιγμάτισε κάποιος την κόρη της, για όλη της τη ζωή, σε ένα από τους θεμελιωδέστερους τομείς, αυτόν της ερωτικής και σεξουαλικής ζωής , που συναρτάται και με την ψυχική υγεία και με τον συναισθηματικό της κόσμο.

Οι πράξεις δεν είχαν τελεστεί από προσωπική γνωριμία της ανήλικης ούτε από πρόσωπο που της παρέδιδε μαθήματα ,αλλά από συγγενικό πρόσωπο της μητέρας, στο οποίο εκείνη εμπιστευόταν την κόρη της, για συγκεκριμένες ώρες.

  Η συρροή των εγκλημάτων της αποπλάνησης παιδιού ή -με τη σημερινή διατύπωση- της τέλεσης γενετήσιων πράξεων με ανήλικο αφενός και της κατάχρησης ανηλίκων αφετέρου, είναι αρκετά συχνή στην πράξη. Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχει συρροή βιασμού με το πρώτο από τα ανωτέρω.

Πριν λίγες μέρες είδαμε τον κατηγορούμενο – προπονητή της 11χρονης αθλήτριας ιστιοπλοΐας να σκύβει το κεφάλι του, να βρίσκεται σε υπερένταση και να φωνάζει ότι δεν «είναι βιαστής» . Έγινε γνωστό ότι στήριξε τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο γεγονός ότι «υπήρξε συναίνεση της ανήλικης», ότι είχε σκοπό να την παντρευτεί και είχε δημιουργηθεί σχέση μεταξύ τους , μη διστάζοντας να περιγράψει και ένα περιστατικό ώστε να ισχυριστεί ότι η ανήλικη «τον προκάλεσε» εμφανιζόμενη μπροστά του με μαγιό στο δωμάτιο του.

 

Το έννομο αγαθό που προστατεύεται στο έγκλημα της αποπλάνησης ανηλίκων του άρθρου 339 ΠΚ ,που μετονομάστηκε όπως προανέφερα σε γενετήσιές πράξεις με ανηλίκους στον Ποινικό Κώδικα που τέθηκε σε ισχύ το 2019, είναι η ανεμπόδιστη ψυχοσωματική και σεξουαλική ανάπτυξη των ανηλίκων, την οποία θέτει σε κίνδυνο μια πρόωρη εμπειρία. Σταθερά σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις διατυπώνεται η θέση ότι η συναίνεση ή ακόμα και η ύπαρξη «πρόκλησης» εκ μέρους του ανηλίκου δεν παίζει ρόλο, δηλαδή το αδίκημα κρίνεται ότι έχει τελεστεί , ακόμα και αν το ανήλικο πρόσωπο συναίνεσε ή «προκάλεσε» με κάποιο τρόπο το δράστη.

  Αυτό είναι εύλογο αφού το ανήλικο παιδί που δέχεται την πράξη ή παραπλανάται με κάποιο τρόπο ώστε να την υποστεί, δεν αναγνωρίζει ότι παραβιάζεται η ελευθερία του να επιλέξει πότε θα αρχίσει να έχει σεξουαλική δραστηριότητα και με ποιον . Επίσης το σώμα του και οι σεξουαλικές του ορμές δεν έχουν εκδηλωθεί πλήρως.

  Ακόμα και αν νιώθει κάποια ευχαρίστηση , δεν αντιλαμβάνεται τη σεξουαλική διαδικασία με τη τρόπο που θα είναι σε θέση να το κάνει σε μεγαλύτερη ηλικία.

Σύμφωνα με άλλες ερμηνείες, το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η αγνότητα της παιδικής ηλικίας , η σωματική ακεραιότητα, η ελεύθερη και αδιατάρακτη ανάπτυξη της ερωτικής ζωής του ανηλίκου και εν γένει κρίνεται ότι δεν υπάρχει ελεύθερη – ώριμη βούληση που να μπορεί να οδηγήσει σε έγκυρη συγκατάθεση.

  Τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης με γνώμονα τη διατύπωση του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα είναι τα εξής : « Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ως εξής : α) Αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη, με κάθειρξη β) Αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα 14 έτη , με κάθειρξη έως δέκα έτη ( δηλαδή το πλαίσιο ποινής είναι 5 έως 10 έτη) και γ) Αν συμπλήρωσε τα 14 έτη , με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ( δηλαδή όταν το ανήλικο πρόσωπο που έχει υποστεί την πράξη είναι 14 ετών, η πράξη χαρακτηρίζεται πλημμεληματική και έχει πλαίσιο ποινής από δύο έως πέντε έτη) .

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται η τέλεση γενετήσιας πράξης, που είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις, η οποία υποκειμενικά κατευθύνεται στην απλή διέγερση ή στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη . Όσον αφορά το δόλο που πρέπει να υπάρχει στο πρόσωπο του δράστη, αρκεί και ο ενδεχόμενος, που σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των δώδεκα ή των δεκατεσσάρων ετών αντίστοιχα, όχι μόνο με τη μορφή βεβαιότητας . Δηλαδή η πράξη του καταλογίζεται κι αν ακόμα αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του ανηλίκου, λαμβάνει υπόψιν του το ενδεχόμενο να έχει αυτή την ηλικία και το αποδέχεται, προχωρώντας στην πράξη του.

  O δεύτερος τρόπος τέλεσης της αποπλάνησης έγκειται στην πρόκληση απόφασης στον ανήλικο με παραπλάνηση, δηλαδή επιδρώντας στον ανήλικο με λόγια ή έργα.

  Η συναίνεση του ανηλίκου ή παρά αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση, δεν έχουν σημασία , είναι η άποψη που δέχεται σταθερά και η νομολογία.

Το έγκλημα του άρθρου 342 Ποινικού Κώδικα για το οποίο επίσης ασκήθηκε ποινική δίωξη στον ανωτέρω προπονητή και σκιαγραφεί την κατάχρηση ανηλίκων, έχει την ακόλουθη αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση : « Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο , τον οποίο τον έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά τιμωρείται α) Αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών β) Αν ο παθών συμπλήρωσε τα 12 αλλά όχι τα 14 έτη ,με κάθειρξη γ) Αν ο παθών συμπλήρωσε τα 14 έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη.

  Το στοιχείο το οποίο αξιολογείται κατά κύριο λόγο στη διάταξη είναι η εκμετάλλευση της σχέσης εμπιστοσύνης. Η ρύθμιση αφορά τα πρόσωπα εκείνα τα οποία αποτελούν για τον ανήλικο πρόσωπα αναφοράς λόγω της ιδιότητας τους, του κύρους τους , της συγγενικής ή παιδαγωγικής σχέσεως ή της εμπιστοσύνης με την οποία ο ανήλικος προσβλέπει σε αυτά . Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται η γενετήσια ελευθερία των ανηλίκων που λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων τους με το δράστη , βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι σε γενετήσιες προσβολές από αυτόν. Πράγματι ο ανήλικος χρειάζεται εντονότερη προστασία, αφού στο πλαίσιο σχέσεων εξουσίας ή εξάρτησης η σεξουαλική του αυτονομία είναι περιορισμένη και η θέση του ευάλωτη.

Η παράγραφος 2 που υπήρχε στο συγκεκριμένο άρθρο 342 υπό το καθεστώς του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα ανέφερε ότι η πράξη τιμωρείται βαρύτερα αν τελεστεί από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, γυμναστή ή από άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, από οικείο πρόσωπο ή από πρόσωπο που διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του. Η εμπίστευση φέρνει το δράστη σε πλεονεκτική θέση, υπάγει τον ανήλικο στη σφαίρα επιρροής του.

  Το σκεπτικό της διάταξης αυτής ήταν να διαφυλαχθεί η αδιατάρακτη σεξουαλική ανάπτυξη των ανηλίκων από επεμβάσεις στο πλαίσιο εξουσιαστικών σχέσεων καθώς και η σεξουαλική αυτοδιάθεση του ανηλίκου σε συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας , για να μην γίνεται χωρίς τη θέλησή του, αντικείμενο ξένης σεξουαλικότητας.

Μεταξύ του άρθρου 339 ΠΚ που τιμωρεί τις γενετήσιες πράξεις με ανηλίκους και του άρθρου 342 ΠΚ που αφορά την κατάχρηση ανηλίκων υπάρχει αληθινή κατ’ ιδέαν συρροή , γιατί διαφέρουν τα προσβαλλόμενα αγαθά στο μεν έγκλημα του άρθρου 339 προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές , ενώ στο έγκλημα της κατάχρησης ανηλίκου προσβάλλεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και θύματος. Τα αδικήματα αυτά συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο, κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση ή αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου. Γι’ αυτό και όταν συντρέχουν επιβάλλεται συνολική ποινή κάθειρξης και για τα δύο αδικήματα . Η ποινή μπορεί να είναι για παράδειγμα 7 έτη για την πράξη του άρθρου 339 ΠΚ τελεσθείσα κατ ’εξακολούθηση , συν 10 έτη για την πράξη του άρθρου 342 ΠΚ τελεσθείσα κατ ’εξακολούθηση , δηλαδή συνολικά 17 έτη.

Ο ισχυρισμός περί επιθυμίας σύναψης γάμου οπωσδήποτε θα ελεγχθεί στην πορεία της εν λόγω υπόθεσης για το αν είναι αληθής ή αν προβλήθηκε εσκεμμένα από τον κατηγορούμενο για να μην υποστεί βαριά τιμώρηση. Στο πρόσφατο παρελθόν, όπως δείχνει η έρευνα της νομολογίας των δικαστηρίων μας, προβαλλόταν συχνά σε περίπτωσης τέλεσης πράξεων γενετήσιου χαρακτήρα με ανηλίκους. Ο ελληνικός νόμος επιτρέπει την τέλεση γάμου με ανήλικο, εάν δώσουν άδεια τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλεια του ανηλίκου και επιπρόσθετα συντρέχει σπουδαίος λόγος όπως για παράδειγμα η εγκυμοσύνη ή η γέννηση τέκνου. Παλαιότερα υπήρχε η παράγραφος 3 του άρθρου 339 ΠΚ, η οποία έχει πλέον καταργηθεί, αφού το άρθρο αυτό έχει υποστεί πολλές τροποποιήσεις, η οποία προέβλεπε ότι σε περίπτωση τέλεσης γάμου μεταξύ του υπαιτίου και της παθούσας, η ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη. Συνεπώς μπορούσε ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί της κατηγορίας με την τέλεση γάμου με την παθούσα, αν η θετική της βούληση αποσαφηνιζόταν κατά την ακροαματική διαδικασία. Μπορούσε εν κατακλείδι, να εκμεταλλευθεί την επιθυμία της κοπέλας για διατήρηση της σχέσης ειδικά αν ήταν λίγο μεγαλύτερης ηλικίας , για παράδειγμα 16 ετών και είχε απομακρυνθεί από την πατρική οικογένειά της ή διαβιούσε μόνιμα με τον κατηγορούμενο και να τελέσει γάμο μαζί της, έστω και εικονικό, προκειμένου να αποφύγει την κατηγορία.

Η Αλεξάνδρα Μάμμα είναι Δικηγόρος Αθηνών