Η επιχείρηση «Ριβιέρα», ο Έβρος και ο «Κάρλος»


Το ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη του «Κάρλος», υπ’ αριθμόν 1 διακινητή Τούρκων αντικαθεστωτικών, το τετ α τετ με τον 23χρονο «δάσκαλο» από το Πακιστάν, ύποπτο για επαφές με δίκτυα τζιχαντιστών, τα πηγαινέλα των δουλεμπόρων στις δύο όχθες του ποταμού Εβρου και η αγωνία για αντίποινα μετά τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός Πακιστανού, τον Νοέμβριο στα Καμίνια, είναι μερικές από τις άγνωστες πτυχές της επιχείρησης «Ριβιέρα» της Ασφάλειας Αττικής, που οδήγησε στην εξάρθρωση κυκλώματος διακινητών με δράση στα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Εβρο.

Η «Ριβιέρα» ολοκληρώθηκε την 20ή Ιανουαρίου από τη Δίωξη Οργανωμένου Εγκλήματος και οδήγησε στη σύλληψη εννέα μελών του δουλεμπορικού δικτύου. Κατηγορούνται ότι από τον περασμένο Αύγουστο μέχρι και τα μέσα Ιανουαρίου μετέφεραν από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη πολλές δεκάδες παράτυπους μετανάστες, περνώντας με βάρκες τον ποταμό Εβρο και διασχίζοντας πεζή τα βουνά μέχρι την Κομοτηνή. Το κονβόι με τους μετανάστες κατηύθυναν μέσα από δυσπρόσιτα μονοπάτια και μυστικά περάσματα οι οδηγοί ή «κατσάκια» (από την τουρκική λέξη «kacak»). Επειτα από τριήμερη πεζοπορία τούς παρέδιδαν σε συνεργούς τους κοντά στη Νέα Σάντα και επέστρεφαν πεζή στην Τουρκία. Στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης υπήρχαν κρυμμένα power banks για τη φόρτιση των κινητών και στεγνά ρούχα, καθώς συχνά μετανάστες και οδηγοί περπατούσαν υπό καταρρακτώδη βροχή.

Στη Νέα Σάντα, οι παράτυποι μετανάστες επιβιβάζονταν σε αυτοκίνητα καταχωρισμένα σε στοιχεία αχυρανθρώπων –από τρεις έως εννέα σε κάθε όχημα– και μεταφέρονταν αρχικά σε μυστικό κατάλυμα στην Ασπροβάλτα και μετά την εξόφληση των διακινητών, συχνά κατόπιν άγριου ξυλοδαρμού τους, κατέληγαν στη Θεσσαλονίκη. Το κύκλωμα υπάρχουν ενδείξεις πως είχε υπό τον έλεγχό του ένα στόλο 130 ιδιόκτητων αυτοκινήτων.

Ο Κούρδος διακινητής

Η έρευνα για την υπόθεση ξεκίνησε τον περασμένο Ιούνιο. Τα στελέχη της Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, όπως και η ΕΥΠ, βρίσκονταν στο κατόπι Κούρδου διακινητή με ψευδώνυμο «Κάρλος». Ο «Κάρλος» φέρεται να εξειδικεύεται στη μεταφορά Κούρδων και Τούρκων αντικαθεστωτικών στη δυτική Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Μάλιστα, υπάρχουν υπόνοιες ότι βρίσκεται πίσω από τα ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρέθηκαν φορτωμένα με μετανάστες σε Κατάκολο, Λευκάδα, Κέρκυρα και προορισμό την Ιταλία. 

Ενα από τα κινητά των Κούρδων διακινητών, που βρίσκονταν στο μικροσκόπιο των αστυνομικών της Ασφάλειας, εντοπίστηκε να εκπέμπει αρχικά στο Μεταξουργείο και στη συνέχεια σε περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Η εξέλιξη ξάφνιασε τους αστυνομικούς, οι οποίοι προχώρησαν άμεσα σε άρση απορρήτου. Σύντομα, κατάλαβαν ότι η συσκευή μεταπωλήθηκε σε ένα από τα στέκια παράνομων στο Μεταξουργείο και πέρασε στην κατοχή Πακιστανών, που έκαναν «δουλειές» στις δύο όχθες του ποταμού Εβρου. 

Ο ένας από αυτούς, ονόματι «Fiaz», είχε έδρα στην Κωνσταντινούπολη. Συγκέντρωνε μετανάστες και τους μετέφερε με αυτοκίνητα στην τουρκική πλευρά των συνόρων. Στη συνέχεια αναλάμβαναν δράση τα «κατσάκια». Με βάρκες διέσχιζαν το ποτάμι κοντά στο χωριό Λάβαρα, που βρίσκεται ανάμεσα σε Διδυμότειχο και Σουφλί, και στη συνέχεια πεζοπορούσαν για τρεις ημέρες μέχρι την Κομοτηνή. «Μετά την είσοδο στο ελληνικό έδαφος, τα μέλη της οργάνωσης συνόδευαν πεζή τους αλλοδαπούς και τους καθοδηγούσαν μέσω προκαθορισμένης διαδρομής στον ορεινό όγκο του νομού Εβρου μέχρις ότου φτάσουν στον νομό Ροδόπης», αναφέρεται στα επίσημα δικαστικά έγγραφα.  

Ο πιο δραστήριος οδηγός ήταν γνωστός με το όνομα «Bakar». Tην 26η Δεκεμβρίου, αστυνομικοί του τμήματος συνοριακής φύλαξης Σαπών έστησαν ενέδρα για τη σύλληψή του, καθώς υπήρχαν ενδείξεις πως είχε διασχίσει τα ελληνοτουρκικά σύνορα, συνοδεύοντας ομάδα 40 παράτυπων μεταναστών. Οι συνοριοφύλακες, χρησιμοποιώντας θερμικές κάμερες και αναζητώντας ίχνη από πατημασιές στο βρεγμένο από τη βροχή χώμα, βρίσκονταν στο κατόπι του για πάνω από 12 ώρες, ωστόσο, μυστηριωδώς, ο «Bakar» κατάφερε να διαφύγει και να επιστρέψει στην Τουρκία.   

Το αντίτιμο

Η αμοιβή των διακινητών κυμαινόταν από 900 έως 2.500 ευρώ το άτομο και η καταβολή των χρημάτων γινόταν μέσω του συστήματος hawala σε τρία προκαθορισμένα σημεία στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη και στο Ισλαμαμπάντ. Αντίστοιχα, οι οδηγοί που στρατολογούσε το κύκλωμα για τη μεταφορά των μεταναστών από την Κομοτηνή στην Ασπροβάλτα και στη συνέχεια τη Θεσσαλονίκη αμείβονταν με ποσά από 1.000 έως 2.000 ευρώ. Οι Αλβανοί, ενδεικτικά, που θεωρούνται ικανότεροι στην οδήγηση, εισέπρατταν 2.000 ευρώ, ενώ οι Πακιστανοί που συνήθως δεν είχαν δίπλωμα οδήγησης 1.000 ευρώ.

Επιφορτισμένος να στρατολογεί οδηγούς ήταν ένας 23χρονος Πακιστανός με το ψευδώνυμο «δάσκαλος». Εις βάρος του υπήρχε μέτρο διακριτικής παρακολούθησης ως υπόπτου για διασυνδέσεις με δίκτυα τζιχαντιστών. Είχε μάλιστα ανακριθεί από αρμόδια στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. στη Βόρεια Ελλάδα, αρνούμενος πάντως να συνεργαστεί και να απαντήσει στις ερωτήσεις τους. 

Ως εγκέφαλοι περιγράφονται στη δικογραφία δύο υπήκοοι Πακιστάν, 35 και 31 ετών, οι οποίοι έμεναν μαζί στην οδό Αριστοτέλους. Μετά τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός ομοεθνούς τους στα Καμίνια, ο 35χρονος παρέμενε κλεισμένος στο διαμέρισμά του φοβούμενος τυχόν αντίποινα, προφανώς από μέλη αντίπαλης συμμορίας. Αντίστοιχα, ο 31χρονος μετέβη στην Τουρκία για επαφές με μέλη του κυκλώματος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και παραμένει έως σήμερα. Σε μία από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες τους τα μέλη της σπείρας επιχαίρουν επειδή, όπως υποστηρίζουν, βοήθησαν έναν από τους δράστες της δολοφονίας στα Καμίνια να διαφύγει στην Τουρκία, μέσω του Εβρου. 

Ξυλοδαρμοί

«Είμαστε κοντά στη Θεσσαλονίκη, στη ζούγκλα. Μας ζητάνε από 900 ευρώ. Σου δίνω έναν αριθμό από το Πακιστάν και έναν από την Τουρκία, να μιλήσεις με αυτούς, να πληρώσεις για να μας αφήσουν. Τα προηγούμενα χρήματα που είχαμε δώσει, μας χτύπησαν και μας παράτησαν». Από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες προκύπτει ότι συχνά οι διακινητές ξυλοκοπούσαν άγρια τους μετανάστες προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να πληρώσουν τα χρήματα για τη μεταφορά τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, βιντεοσκοπούσαν τον ξυλοδαρμό τους και έστελναν το βίντεο στους συγγενείς τους ώστε να τους πείσουν να καταβάλουν άμεσα το αντίτιμο για τη μεταφορά στην Ελλάδα. «Είμαστε στη Θεσσαλονίκη, κανόνισε για τα χρήματα, 900 ευρώ πρέπει να πληρώσει το άτομο. 900 πρέπει να δώσεις για μένα και 900 για τον Imran. Mέσω τράπεζας ή πες σε κάποιον να πληρώσει στην Αθήνα. Τον έχουν χτυπήσει άσχημα, έχει σπασμένο χέρι».

Υπάρχουν υπόνοιες ακόμη και για βιασμούς Αφρικανών γυναικών που διέσχιζαν παράνομα τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Εβρο από τους Πακιστανούς διακινητές. Ανησυχητικό είναι, τέλος, το γεγονός ότι οι ίδιοι κατέγραφαν τις κινήσεις των αστυνομικών προκειμένου να αποφεύγουν ελέγχους και συλλήψεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανά τακτά διαστήματα περνούσαν έξω από το Α.Τ. Νέας Καρβάλης και κατέγραφαν τον αριθμό των περιπολικών που ήταν σταθμευμένα απ’ έξω. Ετσι, μπορούσαν να ξέρουν εάν και πόσα μπλόκα πραγματοποιούσε την ίδια ώρα η ΕΛ.ΑΣ. στο κεντρικό οδικό δίκτυο της περιοχής και να αποφασίσουν για τις περαιτέρω κινήσεις τους.

 

Γιάννης Σουλιώτης