Καταγγελίες, έκδοση εντάλματος σύλληψης, φλέγοντα ερωτήματα & κοινωνικές παθογένειες στο φως


της Αγγελικής Καρδαρά.

 

Η έκρηξη των καταγγελιών σε επαγγελματικούς χώρους προβεβλημένους στο ευρύ κοινό, όπως ο αθλητικός και ο θεατρικός, που συνοδεύτηκαν από ραγδαίες εξελίξεις με  κορύφωση την έκδοση εντάλματος σύλληψης στις 20-2-2021 σε βάρος του τέως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, φαίνεται πως ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στη σύγχρονη ιστορία των κοινωνιών. Μας δίνεται η πολύτιμη ευκαιρία μέσω των πολύ σοβαρών γεγονότων των τελευταίων εβδομάδων που αποτυπώνουν βαθιές πληγές ετών να φωτίσουμε σκοτεινές πτυχές και κοινωνικές παθογένειες που είχαν καταλήξει να είναι «αποστήματα» σε εργασιακούς χώρους και εκτός αυτών.

 

Ως προς την έκδοση του εντάλματος σύλληψης που απασχόλησε εκτενώς το ευρύ κοινό, να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 276 -Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Νόμος 4620/2019) – Σύλληψη με ένταλμα, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ: 01/07/2019, ισχύουν τα ακόλουθα:

 

1. Εκτός από την περίπτωση του άρθρου 275, κανείς δεν συλλαμβάνεται χωρίς ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα του ανακριτή ή βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, που πρέπει να επιδίδονται κατά τη στιγμή της σύλληψης.

 

2. Ο ανακριτής εκδίδει το ένταλμα σύλληψης αφού προηγουμένως διατυπώσει τη γνώμη του ο εισαγγελέας, και μόνο στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατά τα άρθρα 286 και 287. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να διαταχθεί η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση και από το δικαστικό συμβούλιο. Το κατά την παράγραφο αυτή ένταλμα σύλληψης εκδίδεται μόνο όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις επί τη βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, που πρέπει να μνημονεύονται στο σώμα του εντάλματος, ότι ο κατηγορούμενος έχει σχεδιάσει τη φυγή του ή την τέλεση άλλων σοβαρών εγκλημάτων.

 

3. Το ένταλμα σύλληψης περιέχει το όνομα, το επώνυμο, την κατοικία και την ακριβέστερη δυνατή περιγραφή του προσώπου που συλλαμβάνεται, σημείωση για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται και μνεία του άρθρου που το προβλέπει. Έχει επίσης την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του ανακριτή και του γραμματέα.

 

4. Το ένταλμα σύλληψης μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την έκδοσή του.[1]

 

Αναμένουμε αναμφίβολα με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις σε μία υπόθεση με νομικές, εγκληματολογικές αλλά και κοινωνικές διαστάσεις και προεκτάσεις.

 

Με το παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να εξετάσω ορισμένα καίρια ερωτήματα που τέθηκαν αυτή την περίοδο και μας προβληματίζουν εντόνως, γιατί όλες αυτές οι υποθέσεις που απασχολήσαν με εκτενή ρεπορτάζ τα ΜΜΕ και ταυτόχρονα τον διαδικτυακό κόσμο φέρνουν στη δημόσια σφαίρα και συζήτηση θέματα υψίστης σοβαρότητας.

 

Το πρώτο ερώτημα αφορά το «εάν ελλοχεύει ο κίνδυνος να ‘υποκαταστήσουν’ τους θεσμούς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα παραδοσιακά Μέσα, με καταγγελίες και τηλεδικαστήρια να ‘στήνονται’ στα media και στα social media, με ανεξέλεγκτες διαστάσεις». Η δική μου τοποθέτηση είναι ότι ειδικά αυτή την περίοδο δίνεται η ευκαιρία να ενδυναμωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θερμούς και να υπάρξει ολοκληρωμένη ενημέρωση για τα νομικά βήματα και τους φορείς στους οποίους μπορούν να απευθύνονται οι πολίτες όταν καταστρατηγούνται τα δικαιώματά τους και όταν αποτελούν θύματα εγκληματικών πράξεων. Η εκτεταμένη προβολή που λαμβάνουν στην παρούσα συγκυρία αυτές οι υποθέσεις είναι μία ουσιαστική ευκαιρία να ακούσουμε σημαντικές απόψεις επιστημόνων που έχουν ασχοληθεί επισταμένως με αυτά τα ζητήματα και που με τη γνώση και την εμπειρία τους θα συμβάλλουν στην ενημέρωση του πολίτη. Επομένως, θα έλεγα ότι είναι συλλογική ευθύνη και πολύ περισσότερο των αρμόδιων φορέων να ενημερώσουν τον πολίτη και να ενδυναμώσουν την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς, θέτοντας όρια σε καταστάσεις που εκτροχιάζονται και δύναται να λάβουν επικίνδυνες διαστάσεις.

 

Παράλληλα, είναι μία σημαντική ευκαιρία να ενισχυθούν σε όλους τους εργασιακούς χώρους οι δικλείδες ασφαλείας για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζόμενων και να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στην εκπαίδευση των πολιτών για αυτά τα καίρια ζητήματα, προκειμένου να καταπολεμηθούν επικίνδυνα κοινωνικά στερεότυπα και βαθιά ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις ετών που καλλιεργούσαν φόβο και άφηναν «παραθυράκια» ανοιχτά για την υιοθέτηση ακραίων συμπεριφορών στους εργασιακούς χώρους.  Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων με τρόπο αποτελεσματικό πρέπει να είναι ένα αναγκαίο ζητούμενο, γιατί σίγουρα δεν μπορούν όλες οι υποθέσεις να φτάνουν στις δικαστικές αίθουσες, αλλά πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλοι θεσμοί και η παιδεία ώστε και να προλαμβάνονται καταστάσεις και να αντιμετωπίζονται εν τη γενέσει τους.

 

Ένα δεύτερο, καίριο ερώτημα αφορά την προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας. Εδώ θα έλεγα ότι η συζήτηση δεν αφορά το σήμερα και τα όρια στα ΜΜΕ έπρεπε να είχαν τεθεί χρόνια πριν και να γίνονταν σεβαστά από όλους. Από την άλλη πλευρά όταν αναφερόμαστε σε τόσο δημοφιλή πρόσωπα με ισχυρή κοινωνική επιρροή και υψηλές επαγγελματικές θέσεις, εκ των πραγμάτων το κοινωνικό ενδιαφέρον είναι πολύ μεγάλο και θα διατυπωθούν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση απόψεις. Σε κάθε περίπτωση, προσωπικά, θεωρώ πολύ πιο σημαντικό να δοθεί βαρύτητα στην εμβάθυνση στο φαινόμενο και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του από ότι στο όνομα και ασφαλώς αναμένουμε σε τόσο σοβαρές υποθέσεις να φωτίζονται από τη Δικαιοσύνη όλες οι πτυχές και διαστάσεις τους. Οπότε η ίδια η Δικαιοσύνη θα διασφαλίσει τα δικαιώματα όλων των πλευρών και θα αναδείξει αθώους και ένοχους. Το πώς το ευρύ κοινό προσλαμβάνει αυτές τις υποθέσεις εξαρτάται σίγουρα από πολλούς παράγοντες, αλλά δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε από τον πολίτη το δικαίωμα να έχει την άποψή του και εφόσον η Δικαιοσύνη έχει τον τελευταίο και πιο σημαντικό λόγο όλα περιμένουμε να έρθουν στο φως.

 

Είναι σαφές ότι στη σύγχρονη εποχή και κοινωνία βιώνονται αλλαγές. Μία σημαντική κατάκτηση της σύγχρονης εποχής, οφειλόμενη πρωτίστως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ότι η φωνή μας έχει δύναμη. Πλέον οι ίδιοι οι πολίτες αναδεικνύουν στη δημόσια σφαίρα θέματα που σε άλλη εποχή δεν θα λάμβαναν δημοσιότητα. Ταυτόχρονα η δύναμη του μέσου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης εν προκειμένω, φαίνεται να είναι τόσο μεγάλη ώστε να διεκδικούν οι πολίτες σημαντικές κοινωνικές αλλαγές ενώνοντας τη φωνή και τις δυνάμεις τους με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Αυτό το γεγονός, σύμφωνα με μία άποψη, μπορεί να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις αλλά και πάλι θα τονίσω ότι το πώς ο καθένας και η καθεμία θα αξιοποιήσει τη δύναμη της φωνής του έχει να κάνει με την ατομική ευθύνη και όλες και όλοι είμαστε υπόλογοι για τα λόγια και τις πράξεις μας. Το διαδίκτυο φαινομενικά μόνο μας δίνει παντοδυναμία και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους θεσμούς όταν αυτοί λειτουργούν σωστά. Σε μία κοινωνία, επομένως, όπου οι θεσμοί λειτουργούν σωστά, τα όρια μπορούν να τεθούν, τα δικαιώματα όλων των πολιτών μπορούν να γίνουν σεβαστά και να αντιμετωπιστούν πολύ πιο αποτελεσματικά προβλήματα.

 

Ένα τρίτο ερώτημα είναι «γιατί τώρα;», το οποίο ελπίζω ότι στη σύγχρονη εποχή δεν θα υπάρχει λόγος να διατυπώνεται πλέον. Έχει απαντηθεί χρόνια πριν από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα το γιατί ειδικά το έγκλημα του βιασμού είναι ένα «σκοτεινό» /αφανές έγκλημα. Το ερώτημα επομένως στη σύγχρονη κοινωνία και εποχή είναι πώς θα σταματήσει να είναι ένα «σκοτεινό» έγκλημα, πώς θα γίνονται καταγγελίες και πώς θα προστατεύονται περισσότερο τα δικαιώματα των ανθρώπων που έχουν θυματοποιηθεί, ώστε τουλάχιστον να μη στιγματίζονται κοινωνικά.

 

Το ζήτημα επίσης είναι να εξετάσουμε πώς θα υπάρξει μία πιο αποτελεσματική προστασία ανήλικων ατόμων, ειδικά στη σύγχρονη εποχή με τις σοβαρές ποιοτικές διαφοροποιήσεις στο εγκληματικό φαινόμενο. Λαμβάνοντας μάλιστα υπ’ όψιν μας ότι οι κοινωνίες έρχονται αντιμέτωπες, παράλληλα με την οικονομική, κοινωνική και αξιακή κρίση, και με τη σφοδρή υγειονομική κρίση που ασκεί ήδη τους κλυδωνισμούς της στον κοινωνικό ιστό και κατ’ επέκταση στον οικογενειακό, συνειδητοποιούμε το πόσο κρίσιμο είναι να προστατευθεί η ανηλικότητα. Να ενημερωθούν οι γονείς αλλά και να υπάρξει μεγαλύτερη κοινωνική μέριμνα για ανήλικα που προέρχονται από οικογένειες που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσλειτουργίες και γενικότερα για “παιδιά των κρίσεων” που μπορούν πιο εύκολα να θυματοποιηθούν από εγκληματίες. 

 

Το δέ επιχείρημα που ακούω τελευταία ότι ένας 15χρονος είναι αρκετά μεγάλος για να αποφασίσει για τη ζωή του, με βρίσκει τελείως αντίθετη. Η προστασία της ανηλικότητας είναι πρωταρχικό ζητούμενο ενός κράτους δικαίου. Γι’ αυτό άλλωστε και η ποινική μεταχείριση του ανήλικου παραβάτη διαφοροποιείται σημαντικά από την αντίστοιχη των ενηλίκων. Επίσης, μία πολύ σοβαρή πτυχή του θέματος όταν αναφερόμαστε σε σεξουαλικά εγκλήματα με θύματα ανήλικους αφορά το πόσο επικίνδυνος μπορεί να αποβεί ένας ενήλικος για την ψυχοσύνθεση του ανήλικου, γιατί ένας ενήλικος και διαφορετική ψυχοσύνθεση έχει και διαφορετικές εμπειρίες ζωής και διαφορετικά ζητούμενα σε σχέση με έναν ανήλικο. Άρα, ο τραυματισμός στην ψυχή του ανήλικου είναι τόσο εκτεταμένος που πρέπει να μας απασχολήσει, πέρα από το νομικό, και το ψυχολογικό σκέλος υποθέσεων, όπου ένας ανήλικος χειραγωγείται από πρόσωπα εμπιστοσύνης του που εκτιμά και θαυμάζει, όπως μπορεί να είναι ένας δάσκαλος, ένας προπονητής κ.λπ.

 

Τέλος, ένα ερώτημα αφορά το «εάν καλλιεργείται υπέρμετρος φόβος στη σύγχρονη κοινωνία με την εκτεταμένη προβολή που λαμβάνουν από τα ΜΜΕ αυτές οι υποθέσεις». Εδώ όμως θα θέσω το ερώτημα «γιατί να υπάρχει φόβος όταν φωτίζονται τα σκοτάδια και όχι όταν δεν γνωρίζουμε;». Η άγνοια καλύπτει τον φόβο και η γνώση τον καλλιεργεί; Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Αντίθετα, θεωρώ ότι η γνώση είναι δύναμη και είναι η μόνη που μπορεί να «σπάσει» τον φόβο. Το σημαντικό είναι να μην «καλύψουμε κάτω από το χαλί» περιστατικά, αλλά να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα και να μάθουμε μέσα από αυτήν, να γίνουμε όλοι καλύτεροι μέσα από αυτήν.

 

Όσον αφορά τη «στοχοποίηση» του θεάτρου που επίσης φοβούνται κάποιοι, ότι δηλαδή θα δημιουργηθεί μία αρνητική εικόνα για όλο τον θεατρικό κόσμο, θεωρώ ότι δεν στοχοποιείται κανένας χώρος, αντίθετα η κάθαρση μπορεί να ανοίξει δρόμους σε νέα ταλέντα να αναδυθούν, ενώ θα δώσει τον χώρο και τον χρόνο σε ανθρώπους που το υπηρετούν με συνέπεια να δοθούν με ακόμα μεγαλύτερο δημιουργικό πάθος στο έργο τους. Όσες και όσοι αγαπάμε το θέατρο, ανυπομονούμε να παρακολουθήσουμε ξανά θεατρικές παραστάσεις.

 

Κρίνω πολύ θετικό ότι εγκαινιάζεται  μία νέα εποχή όπου γίνεται μία πιο σοβαρή δημόσια συζήτηση για θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και όπου αξίες όπως ο σεβασμός, η ισότητα, η αξιοπρέπεια, έρχονται ξανά στο προσκήνιο. Εάν αυτή η δημόσια συζήτηση προχωρήσει σε βάθος και αναδείξει το φαινόμενο, θέτοντας τα αναγκαία όρια, θα είναι μία μεγάλη κατάκτηση και ένα βήμα προόδου!

 

Συνοψίζοντας, προσωπικά αισθάνομαι θλίψη για το γεγονός ότι άνθρωποι που χειροκροτήσαμε στις θεατρικές σκηνές φέρεται να έχουν διαπράξει πράξεις ποινικής αλλά και κοινωνικής απαξίας. Επίσης, με σοκάρει η συντριβή καταξιωμένων στον χώρο τους ατόμων που φαινομενικά τουλάχιστον είχαν πολλά περισσότερα από όσα έχει ένας μέσος πολίτης κι όμως δεν τους ήταν αρκετά… σίγουρα, στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής και στα βαθιά σκοτάδια της, είναι δύσκολο να αποκωδικοποιηθούν όλες οι συμπεριφορές. Θα σταθώ όμως και στη θετική πλευρά, το ότι νομικά υπάρχουν εξελίξεις, συνεπώς θα δοθεί η δυνατότητα να φωτιστούν όλες οι πτυχές αυτών των υποθέσεων και των πολύ σοβαρών καταγγελιών, αλλά και στο ότι φαίνεται να ανοίγει ο δρόμος για την κοινωνική διεκδίκηση αλλαγών σε εργασιακούς χώρους και διεύρυνση της συζήτησης για εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων και την προστασία της ανηλικότητας.

 postmodern.gr