Αλεξάνδρα Μάμμα: Ο “στρουθοκαμηλισμός” που αποκάλυψε η εξομολόγηση της Μπεκατώρου


«Είχε μείνει ακίνητη με τα πόδια στυλωμένα, δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει φυσιολογικά… ένιωθε τα πόδια της να έχουν κολλήσει στο πάτωμα, να μην έχει δύναμη να κάνει ούτε ένα βήμα… είχε καθίσει δίπλα στον κύριο Μανώλη, απλώς για να ακούσει τη συζήτηση και εκείνος κρυφά και με τρόπο ώστε οι γονείς της να μην τον αντιληφθούν είχε βάλει το χέρι του από την πίσω πλευρά της μπλούζας της και σταδιακά έφτασε έως την περιοχή του στήθους, όπου άρχισε να τη χαϊδεύει με σκοπό να ξυπνήσει τη σεξουαλική της επιθυμία.

Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συμβαίνει, σίγουρα δεν το ήθελε, γινόταν ύπουλα και έμμεσα για να μην αντιδράσει ,αλλά προφανώς εκείνος αντλούσε ικανοποίηση…»

Η συμμαθήτρια μου ήταν μόλις 10 χρονών όταν υπέστη αυτό το περιστατικό , από οικογενειακό φίλο των γονιών της,  που φυσικά δεν κινούσε καμία υποψία για τις προθέσεις του  , μου το περιέγραψε καμία εικοσαετία αργότερα,  όταν ήταν σε θέση να το αποκωδικοποιήσει και να καταλάβει ότι σε μια ηλικία που ήταν ακόμα παιδί και κατά συνέπεια δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί βιολογικά ή αποκρυσταλλώσει σεξουαλική επιθυμία, άνθρωπος από το στενό της περιβάλλον είχε επιχειρήσει να τη διεγείρει, ασκώντας ένα άλλου είδους εξαναγκασμό ,όχι αυτόν της σωματικής βίας….

Δυστυχώς αυτή η έννοια του εξαναγκασμού είναι ένα αγκάθι στη ζωή και τον ψυχικό κόσμο των γυναικών και έρχονται αντιμέτωπες με τον ίδιο τους τον εαυτό αλλά και με προσωπικότητες με τα χαρακτηριστικά του εν λόγω «κυρίου» , προχωρώντας σε άλλες ηλικίες και σε άλλους χώρους η φίλη μου είχε πολλά τέτοια περιστατικά να συζητήσει…

Η εξομολόγηση της Σοφίας Μπεκατώρου είχε το χαρακτήρα μιας κραυγής,  μιας δυνατή εικόνας που περιγράφει μια πραγματικότητα «στρουθοκαμηλισμού»  , δηλαδή τη γνωστή τακτική της κοινωνίας που αγνοεί το πρόβλημα, υποκρινόμενη ότι δεν υπάρχει.

Όσο όμως και αν στρουθοκαμηλίζει η κοινωνία και κρύβεται ,  όπως ακριβώς το ογκώδες αυτό το ζώο κρύβει το κεφάλι του στο έδαφος , προσπαθώντας να δημιουργήσει μια άλλη εικόνα και να «ξεγελάσει» τα ζώα που το κυνηγούν , είναι αλήθεια ότι η παραβίαση της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης και ελευθερίας των γυναικών συμβαίνει σε όλα τα επαγγέλματα , σε όλους τους χώρους στους οποίους δραστηριοποιούνται.

Ίσως ξενίζει περισσότερο η περιγραφή ότι τέτοιο περιστατικό συνέβη στον αθλητικό χώρο, γιατί η λογική υπαγορεύει ότι είναι ένα υγιές περιβάλλον στο οποίο μια ανθρώπινη μονάδα δεν φθείρεται,  ούτε τραυματίζεται ψυχικά, αντίθετα δυναμώνει και καλλιεργεί  θετικά  στοιχεία, αφού το αν θα προχωρήσει ή θα αναδειχθεί κάποιος/α είναι θέμα ικανοτήτων, ταλέντου, επιμονής και σκληρής κουραστικής προσπάθειας.

Παρότι είναι συνηθισμένο σε όλα τους χώρους, η πλειοψηφία των γυναικών όπως και αντιδράσει, όπως και να το χειριστεί , το κρύβει και το αποσιωπά, λειτουργεί σαν να μη συνέβη.

Αυτές μάλιστα που δε το ανέχονται και προτιμούν να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία και την αξιοπρέπειά τους , ως επί το πλείστον δεν επιδεικνύουν την ίδια δύναμη με αυτή που έδειξε η Ολυμπιονίκης μας , απλά αποστασιοποιούνται και δεν προχωρούν.

Είναι τουλάχιστον δυσάρεστο να καλλιεργείται η νοοτροπία ότι μια γυναίκα πρέπει να καταπιεστεί ή να δεχθεί τη φθορά που συνεπάγεται το να υποστεί τέτοιες συμπεριφορές ή πράξεις ,χωρίς τη θέλησή της, χωρίς να έχει επιθυμία ή συναίνεση  προκειμένου να έχει κάποιο όφελος / αντάλλαγμα.

H αποκάλυψη της Μπεκατώρου και η περιγραφή των συναισθημάτων και των ψυχολογικών σταδίων από τα οποία πέρασε για να μπορέσει να ξεπεράσει το γεγονός, θα είναι ευχής έργο να λειτουργήσει ως παράδειγμα, να έχει δύναμη και θετική ανταπόκριση και να βοηθήσει να περιοριστεί κάπως το φαινόμενο, να μην γίνεται τόσο απροκάλυπτα αφού θα υπάρχει ο φόβος της καταγγελίας.

Η έννοια του εξαναγκασμού, αυτό που εννοούμε στην καθημερινή γλώσσα λέγοντας με το «ζόρι» και κατόπιν ψυχικής και σωματικής πίεσης,  να έρχεται σε  επαφή μια γυναίκα ή να ανέχεται μια σεξουαλική πράξη,  είναι το στοιχείο που την συνιστά κακοποίηση ή βιασμό με την έννοια του ποινικού κώδικα.

Το να το επιθυμεί, αλλάζει το χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς, δεν υπάρχει εξαναγκασμός, δεν στοιχειοθετείται βιασμός ή κατάχρηση σε ασέλγεια. Το να αποτελεί εμπόδιο ή προϋπόθεση η  ανοχή τέτοιων πράξεων για όποια θέλει να προχωρήσει ή να αναδείξει τις ικανότητές της, είναι αν μη τι άλλο ένδειξη μεγάλης ανελευθερίας και φασιστικής νοοτροπίας.

Το αισιόδοξο όσον αφορά το χώρο του αθλητισμού είναι ότι μπορεί να αποτραπεί αν γίνεται έλεγχος του ψυχολογικού υπόβαθρου όσων λαμβάνουν θέση σε Αθλητικές Ομοσπονδίες.

Τόσο για ανήλικά πρόσωπα όσο και  ενήλικα όπως ήταν η γνωστή αθλήτρια όταν συνέβη το περιστατικό , η κατάσταση μπορεί να περιοριστεί ,αν το πρόσωπο βρει το θάρρος να μιλήσει στους γονείς του ή εν γένει σε οικεία πρόσωπα που πραγματικά το αγαπούν και έχουν μεγαλύτερη εμπειρία .

Πάντα λειτουργεί σωτήρια οι γονείς να έχουν τέτοια σχέση με τα παιδιά τους και να έχουν δημιουργήσει μια άνεση συζήτησης όλων των θεμάτων.

Ο μηχανισμός που ανέπτυξε η γνωστή αθλήτρια όταν συνέβη, είναι γνωστός στην ψυχολογία ως μηχανισμός άρνησης και άμυνας .

Η άρνηση ότι συνέβη το περιστατικό είναι μια αντίδραση που συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι  βιώνουν ένα άσχημο γεγονός , δηλαδή παραβλέπουν το γεγονός,  για να προστατέψουν τον ψυχικό του κόσμο και να μην βιώσουν μια έντονη συναισθηματική αλλαγή  και κατά συνέπεια να μην διαταράξουν τη ζωή και την καθημερινότητα της, ωστόσο με αυτό τον τρόπο εμποδίζονται από το να δράσουν αποτελεσματικά.

Εν προκειμένω εκείνη ήθελε να μην διαταραχτεί η ισορροπία της ζωής της και να συνεχίσει να αγωνίζεται. Η άρνηση ως ψυχολογική διαδικασία είναι η απόρριψη μιας πραγματικής κατάστασης ή ενός γεγονότος που είναι πολύ στρεσογόνο ή επώδυνο για να γίνει άμεσα αποδεκτό από εκείνον που το βιώνει.

 

 Πότε υφίσταται νομικά η έννοια του εξαναγκασμού – Τι προβλέπει ο ελληνικός ΠΚ σε αντιπαραβολή με αυτούς άλλων κρατών

 

 Η επίτευξη ορισμένης σεξουαλικής πράξης με εξαναγκασμό στοιχειοθετεί βιασμό, με βάση τα προβλεπόμενα στον ελληνικό ποινικό κώδικα , εφόσον χρησιμοποιηθούν δύο συγκριμένοι τρόποι  εξαναγκασμού, δηλαδή είτε σωματική βία,  είτε απειλή, η οποία περικλείει και την έννοια της ψυχολογικής βίας.

Η σωματική βία δεν είναι μόνο η φυσική — υλική δύναμη που επενεργεί άμεσα στο ανθρώπινο σώμα παρεμποδίζοντας τις λειτουργίες του και υπερνικά την αντίσταση του θύματος αλλά και αυτή που δεν μπορεί να αποκρουσθεί ή να απωθηθεί από το θύμα.

Η σωματική βία μπορεί να εκδηλωθεί ως φυσική δύναμη αλλά μπορεί να ασκηθεί και με αιφνιδιασμό ή με χρήση της υπολειτουργίας των αισθήσεων του θύματος.

Όπως περιέγραψε τα γεγονότα η Σοφία Μπεκατώρου , ο άνθρωπος που την κακοποίησε,  λειτούργησε στην ουσία με αυτόν ακριβώς τον τρόπο «αιφνιδιαστικά»,  αφού η σχέση τους ήταν δομημένη σε άλλο μοτίβο, δεν ήταν ερωτική, ούτε υπήρχε καλλιέργεια τέτοιου ‘κλίματος’, απλώς απρόοπτα ένα βράδυ που ήταν χαλαρή και ανυποψίαστη εκδήλωσε τη διάθεση του και την εξανάγκασε να ανεχθεί μια σεξουαλική πράξη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γαλλία και στο γαλλικό ποινικό κώδικα ως βιασμός περιγράφεται κάθε μορφή σεξουαλικής διείσδυσης η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση βίας, εξαναγκασμού, απειλής ή αιφνιδιασμού, ενώ προβλέπεται ως επιβαρυντική περίσταση που επισύρει μεγαλύτερη ποινή το δεδομένο ότι το θύμα ήταν ευάλωτος άνθρωπος , το γεγονός ότι η πράξη τελέστηκε από οικείο πρόσωπο ή κηδεμόνα. Ομοίως η πράξη τιμωρείται βαρύτερα αν  τελέστηκε με κατάχρηση θέσης εξουσίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες  ο βιασμός στοιχειοθετείται όταν συντρέχουν τα ακόλουθα συγκεκριμένα στοιχεία : Βία ή απειλή βίας, ενάντια στη βούληση ή τέλεση χωρίς συναίνεση, έμπρακτη αντίσταση του θύματος.

Είναι αναμφίβολο ότι θα είναι ωφέλιμο και στη χώρα μας να μην υφίσταται μόνο ο όρος της άσκησης σωματικής βίας με την πολύ περιοριστική έννοια της εκδήλωσης φυσικής δύναμης όπως η ακινητοποίηση, το δέσιμο των άκρων, η φίμωση , η ρίψη στο έδαφος, η βίαιη εισαγωγή – κλείδωμα σε δωμάτιο ή αυτοκίνητο , τα χτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος , η πρόταξη όπλου  ή της απειλής με την έννοια ότι διαμηνύεται στο θύμα ότι αν δεν ικανοποιήσει την επιθυμία του δράστη θα του συμβεί «κάποιο κακό».

Ευτυχώς στην πράξη κρίνεται ως «απειλή» που συνιστά την έννοια του εξαναγκασμού και στοιχειοθετεί βιασμό η διατύπωση της απερίφραστα με γραπτό ή προφορικό λόγο , σιωπηρά με μη λεκτικούς τρόπους , αρκεί να συνάγεται από τη συμπεριφορά του δράστη.

Η απειλή μπορεί να εξαπολύεται είτε δράστης και θύμα βρίσκονται κοντά και εκ του σύνεγγυς είτε όχι , σύνηθες παράδειγμα είναι η αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος.

Για να κριθεί ότι υπάρχει ψυχολογική βία, κρίσιμη φυσικά είναι και η οπτική του θύματος , δηλαδή το αντιλήφθηκε και να πίστεψε ως πραγματική την απειλή και έτσι να οδηγήθηκε στη σεξουαλική πράξη.

Η απειλή πρέπει να έχει σοβαρότητα και βαρύτητα , δηλαδή να προκαλεί στο θύμα φόβο, σύγχυση ή απόγνωση. Είναι εξαιρετικά περιοριστικό όμως να αφορά μόνο απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας.

Το δυσάρεστο στη χώρα μας είναι ότι η εκμετάλλευση αδυναμίας ή η χρήση της θέσης ισχύος για σεξουαλικούς σκοπούς μόνο κατ’ εξαίρεση είναι αξιόποινη.

Θα είναι θετική εξέλιξη απειλή να στοιχειοθετείται αν το απειλούμενο κακό είναι δυσανάλογα σημαντικότερο, σε σχέση με την προβολή της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης, με αποτέλεσμα να μην παραμένουν περιθώρια περίσκεψης ή άρνησης του θύματος.

Στην Ελλάδα η διατύπωση του άρθρου 336 ΠΚ που περιγράφει τις συμπεριφορές που ποινικοποιούνται ως βιασμός προβλέπει ότι : « Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας , εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης , τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών» .

Στην Ιταλία προβλέπεται η βασική μορφή του εγκλήματος του βιασμού που συνίσταται στην επίτευξη συνουσίας με βία ή απειλή και μια διευρυμένη μορφή του αδικήματος που επιφέρει βαρύτερη τιμώρηση όταν πληρούνται πρόσθετοι όροι συγκεκριμένα η αποπλάνηση παιδιού, η κατάχρηση ανηλίκου από συγγενή, κηδεμόνα ή δάσκαλο, η κατάχρηση ανίκανου για αντίσταση σε ασέλγεια , η εξαπάτηση ως προς το πρόσωπο.

Ειδικά όσον αφορά τα ανήλικα πρόσωπα δεν συμβαδίζει με την κοινωνική ανάγκη η κατάργηση με τον Ποινικό Κώδικα που τέθηκε σε ισχύ το 2019 της παραγράφου 2 του άρθρου 342 που τιμωρούσε βαρύτερα την πράξη αν αυτή είχε τελεστεί από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό ή γυμναστή ή πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο , από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του ανηλίκου, από πρόσωπα που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Η Αλεξάνδρα Μάμμα είναι Δικηγόρος Αθηνών

 

https://www.dikastiko.gr









1 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Για καμία Τατιάνα και καμια κουτσελινη καλή είσαι.γιατι σοβαρή δικηγόρος που χωρίς,όχι μόνο να γίνει δική,αλλά και να έχει ακούσει την άλλη άποψη ,αποφασίζει ποιος είναι θύτης και ποιος θύμα,ΔΕΝ είσαι.παρε και μια εικονική μουτζα,γιατί βαριέμαι να ανεβάζω φωτογραφία του φασκελου που αξίζεις