Οι μάγοι γύρισαν άπρακτοι - Μια παράξενη ιστορία σαν παραμύθι - Του Κωνσταντίνου Τζέκη


Ξαφνικά η γη  στολίσθηκε με αστέρια. Κάτι σοβαρό θα γίνονταν, είπαν, οι άνθρωποι.  Ήταν βαρυχειμωνιά και όμως τα λουλούδια επέμεναν στον ανθό τους, η αμυγδαλιά, πρόωρα, άρχισε να φορά το νυφικό της, ο ουρανός κατέβασε σκάλα για να αναρριχηθούν οι ουρανόσταλτοι.

Τα ζώα μιλούσαν με φωνή ανθρώπου, τα πουλιά έψελναν και δεν κελαηδούσαν, τα πάντα προετοιμάζονταν για κάτι το θαυμάσιο, το εξαίσιο, το θαύμα. Κυριαρχούσε παντού το προφητικό άσμα " Άδοντα, κραγόντα, βοώντα και λέγοντα, Άγιος, Άγιος ο Θεός ημών".

Ένα φωτεινό αστέρι είχε σταθεί ακίνητο και κατεύθυνε το ανέσπερο φως του, προς μια φτωχική σπηλιά, κάπου εκεί, μακριά στη Βηθλεέμ.

Οι μάγοι συγκεντρώθηκαν για να ερμηνεύσουν το θαύμα αυτό, που ξετυλίγονταν μπροστά τους. Οι περισσότεροι άνοιξαν τα πανάρχαια ακαταλαβίστικα βιβλία τους, που μόνο αυτοί τα διάβαζαν, μα αμφιβάλει ο κάθε συνετός, αν τα καταλάβαιναν.

Ξαφνικά του ενός, που μπορεί να τον έλεγαν Βαλτασάρ  φωτίσθηκε το πρόσωπο. Βρήκε κάπου σε μια βιβλική σελίδα μια προφητεία. Η προφητεία έλεγε πως θα έρχονταν στον κόσμο ένα παιδί που ήταν ο Σώζων Βασιλεύς του κόσμου. Μαζί του συμφώνησε ο Μελχιώρ και σε λίγο ο Γάσπαρ.

Οι μάγοι στην εποχή εκείνη δεν ήταν οι κομπογιαννίτες του σήμερα. Ήταν σοφοί, που ασχολούνταν με την ιατρική, την αστρονομία, τη θεολογία, τη φυσική και με άλλες σπουδαίες επιστήμες.

Επειδή όμως έπρεπε     να επιβεβαιώσουν τις γραφές, ξεκίνησαν με οδηγό τους το λαμπερό αστέρι, να βρούνε τη Βηθλεέμ, όπου όπως έδειχναν τα σημάδια, δέχονταν στην αγκαλιά της τον Ιησού.

Σε κάποια όαση σταμάτησαν να ξεκουραστούν και αγνάντεψαν τον ουρανό. Τους μπέρδεψαν κάτι φωτεινά αντικείμενα, που περνούσαν με βουή πάνω από τα κεφάλια τους και ύστερα άκουγαν κάτι κρότους, που έσκαγαν και σύννεφα σκόνης και φωτιάς, που σηκώνονταν μέχρι τον ουρανό.

Ανέβηκαν παραξενεμένοι στις καμήλες τους και ξεκίνησαν για τον προορισμό τους. Το αστέρι είχε σβήσει και αυτοί χαμένοι στην έρημο αναζητούσαν κάποια λύση. Ιδιαίτερα ανησυχούσε ο ένας από τους τρεις αφού κουβαλούσε μαζί του χρυσάφι και κινδύνευε από τους ληστές.

Έφτυσε στην άμμο της ζεστής ερήμου και το σάλιο του σχημάτισε έναν μικρό κρατήρα. Σκέφθηκε πως ήταν κακό σημάδι, μα δεν το είπε στους άλλους. Σκέφθηκε πως ήταν ο περισσότερο άτυχος, αφού είχε την τρελή ιδέα, να δωρίσει χρυσάφι, ενώ μακάριζε τους άλλους, που είχαν κουβαλήσει φτηνά δώρα, όπως τη σμύρνα και το λιβάνι.

Ξαφνικά, στο δρόμο τους είδαν ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης, να πλανιέται στον καυτό ήλιο, μέχρι που τον σκίαζε. Παραξενεύθηκαν. Σε λίγο άκουσαν έναν δυνατό θόρυβο, σα να κατρακυλούσαν χιλιάδες βαρέλια και μπροστά τους πριν συνέλθουν, σταμάτησε ένα παράξενο όχημα.

 Κατέβηκαν από πάνω του αλλόκοτοι άνθρωποι, χωρίς μαλλιά και γένια με ακατανόητα ρούχα, που κρατούσαν στο χέρι τους κάτι περίεργες  μαγκούρες και συνομιλούσαν με κάτι  τετράγωνα μέταλλα, που έβγαζαν μια ακαταλαβίστικη φωνή.

Τους ζητούσαν την άδεια κυκλοφορίας τους γιατί καθώς έλεγαν κυκλοφορούσε ένας ιός που κολλούσε στους ανθρώπους και όλοι θα πρέπει να μην κυκλοφορούν.  Απόρησαν αφού αυτοί τον ΥΙΟ  του Θεού που γεννιούνταν πήγαιναν να προσκυνήσουν. Για ποιόν ιό μιλάνε αυτοί οι άνθρωποι;  Εκτός αυτού, τους ρωτούσανε ποιός τους επέτρεψε να κυκλοφορούν σε εμπόλεμη ζώνη. Επειδή όπως ήταν φυσικό δεν κατείχαν έγγραφα, τους ανακοίνωσαν ότι είναι κρατούμενοι.

Τους ξάπλωσαν στο έδαφος, τους ψαχούλεψαν μέχρι τα απόκρυφά τους σημεία, τους άρπαξαν τα σακιά τους και τους πήραν μαζί τους αφού τους επιβίβασαν σε ένα σιδερένιο κουτί, που το έλεγαν τεθωρακισμένο, αφήνοντας τις καμήλες τους ελεύθερες.

Στο εξωγήινο χωριό, που τους μετέφεραν κάτι άνθρωποι, που μάλλον ήταν οι δεσπότες τους και που τους φώναζαν οι άλλοι, με μεγάλη ευλάβεια «στρατηγέ», διέταξαν να τους πετάξουν σε ένα μεγάλο βρώμικο δωμάτιο και να τους μεταφέρουν στον Δικαστή, που θα αποφάσιζε, αν έπρεπε να φυλακισθούν  κατηγορούμενοι για παραβίαση του νόμου για τον ιό και για κατασκοπεία ή να αφεθούν ελεύθεροι.

 Οι ίδιοι, απολογούμενοι, είπαν πως ήταν μόνο μάγοι  και πως πήγαιναν να προσκυνήσουν τον Ιησού, που είχε γεννηθεί στην περιοχή τους. Μάλλον απόρησαν, αφού ο γενειοφόρος ανακριτής τους είπε, πως στην περιοχή τους γεννιούνται μόνο ορφανά, που τα διώχνουν  σε άλλες χώρες, γιατί τους είναι βάρος και μελλοντικά επικίνδυνα στοιχεία.

Τελικά οι μάγοι γύρισαν πίσω άπρακτοι.  Προσευχήθηκαν στο Θεό και ζήτησαν   να μην ξαναγεννηθεί Χριστός, αν προηγουμένως δεν ειρηνεύσουν οι άνθρωποι Άλλωστε δεν θα έχει καμία πειστική διδασκαλία, να διδάξει, αφού την ειρήνη την καθορίζουν τα όπλα και κάτι ακατανόητοι άνθρωποι,  που τα κατασκευάζουν και τα πουλάνε για να επικρατήσει η ....ειρήνη  στον κόσμο.

Έτσι λένε για να ξεγελάνε τον κόσμο. Όχι όμως και τους μάγους!

Τα παιδιά, στο άκουσμα αυτής της επιθυμίας των μάγων, δάκρυσαν και ο Ύψιστος αποφάσισε να μην εισακούσει στην παράκλησή  τους.