Δικαστικό Συμβούλιο Αρείου Πάγου: Ποιοι ψήφισαν υπέρ και ποιοι κατά του «σιωπητηρίου» της Εισαγγελέως


Τους συσχετισμούς εντός του Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου , όπου ελήφθη η απόφαση , μετά από 70 χρόνια ανάποδης νομολογίας να επιβληθεί «σιωπητήριο» στην εισαγγελέα που συμμετέχει στην ανάκριση-εξέταση μαρτύρων, καταγράφει το σχετικό βούλευμα.

Η απόφαση ελήφθη, ως γνωστόν με πλειοψηφία 3-2 και σύμφωνα με πληροφορίες σε «πατά», ούτε σε σκεπτικό ούτε σε συγκεκριμένη αιτιολογία. Με αυτό τον τρόπο η οριακή πλειοψηφία του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου του νόμου περί ευθύνης υπουργών που έρευνα τις καταγγελίες περί σκευωρίας στην Novartis, αποφάσισε ότι η εισαγγελέας Βασιλική Θεοδώρου κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων και κατηγορουμένων, δεν έχει δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων.


Η πλειοψηφία, αναφερόμενη μόνο στην διατύπωση της διάταξης του άρθρου 30 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατέληξε ότι ο εισαγγελέας «δεν δύναται να έχει ανάμειξη, όπως να υποβάλλει ερωτήσεις ή να κάνει υποδείξεις στον ανακριτή κατά τις ανακριτικές πράξεις».

Το βούλευμα, καταλήγει ότι «η ανακύψασα διαφωνία πρέπει να αρθεί υπέρ της ανακρίτριας, η οποία είναι και η μόνη (θεσμικώς) αρμόδια για την επιτέλεση του ανακριτικού έργου, αφού κατά την πλειοψηφούσα άποψη ο εισαγγελέας κατά την διενέργεια των ανακριτικών πράξεων (απλώς) παρευρίσκεται (παρίσταται), αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει έστω και διευκρινιστικές ερωτήσεις απευθείας ή μέσω του ανακριτή».

Δηλαδή κατά πλειοψηφία αποφαίνεται ότι «ο παρευρισκόμενος (παριστάμενος) εισαγγελέας κατά την διενέργεια του ανακριτικού έργου, όπως συγκεκριμένα κατά την ανακριτική πράξη της εξέτασης μάρτυρα, δεν έχει τη δικονομική ευχέρεια, να υποβάλλει ερωτήσεις σ΄ αυτόν, είτε ευθέως είτε δια μέσου του ανακριτή ή σε κάθε περίπτωση να ζητήσει μέσω του ανακριτή να παράσχει ο μάρτυρας διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της κατάθεσής του».

Τα πρόσωπα

Το υπ΄ αριθμ. 2/2020 βούλευμα καταγράφει πως στην πλευρά της πλειοψηφίας ήταν η πρόεδρος του Δικαστικού Συμβουλίου, αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαιτζή, το μέλος και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ) Δημήτριος Σκαλτζούνης και το επίσης μέλος του συμβουλίου, αρεοπαγίτης Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομηνού.

Από την άλλη πλευρά της μειοψηφίας ήταν η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου και ο σύμβουλος Επικρατείας Βασίλειος Ανδρουλάκης.

Η εισαγγελέας του Δικαστικού Συμβουλίου Βασιλική Θεοδώρου είχε ήδη εκφράσει στην πρόταση της θέση υπερ του δικαιώματος να υποβάλλοντα ερωτήσεις επικαλούμενη μάλιστα τη νομολογία και 13 νομικούς συγγραφείς.

Πως έγινε

Υπενθυμίζεται πως αφορμή υπήρξε στις 6.11.2020 η κατάθεση του μάρτυρα (και μηνυτή) πρώην πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου. Όταν η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και εισαγγελέας του Δικαστικού Συμβουλίου κυρία Θεοδώρου, απευθύνθηκε στην ανακρίτρια Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, προκειμένου να διευκρινιστεί από τον μάρτυρα κάποιο σημείο της κατάθεσής του.

Όμως, η κυρία Αλεβιζοπούλου της είπε σύμφωνα με απόλυτα εξακριβωμένες πληροφορίες, ότι «ο εισαγγελέας δεν μπορεί να έχει ουδεμία ανάμειξη στην ανάκριση , ήτοι να υποβάλλει ερωτήσεις, διευκρινήσεις δια μέσου της ανακρίτριας, αλλά μόνο τυπική παράσταση».

Η μειοψηφία

Η κ. Θεοδώρου στην πρότασή της επικαλείται το άρθρο 30 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και το άρθρο 88 του Συντάγματος επισημαίνοντας πως «μια απλή και μόνο διακοσμητικού χαρακτήρα παρουσία του εισαγγελέα, κατά τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων, είναι απολύτως ασυμβίβαστη» με τις συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με το νομοθέτη, υπογραμμίζει η εισαγγελική λειτουργός, η παράσταση του εισαγγελέα κατά την εξέταση μάρτυρα πρέπει να είναι «ενεργός και ουσιαστική στην αναζήτηση της αλήθειας και όχι απλά τυπική, ως οιονεί επόπτη του ανακριτή ή απλού παρατηρητή».

Αναφέρει δε πως «αν ο εισαγγελέας στερηθεί του δικαιώματός του για αυτοπρόσωπη και ενεργό συμμετοχή στην ανακριτική διαδικασία προκαλείται απόλυτη ακυρότητα».

Η μειοψηφία αναφέρει επίσης ότι ο εισαγγελέας «μπορεί να υποβάλλει απλώς αιτήσεις ή προτάσεις, όπως π.χ. να υποβληθούν ορισμένες ερωτήσεις στον εξεταζόμενο μάρτυρα ή τον απολογούμενο κατηγορούμενο ή να ζητήσει να καταχωρηθούν στην σχετική έκθεση ορισμένες παρατηρήσεις».