Το ποδαρικό - του Κων/νου Τζέκη

Κείμενο τού Κωνσταντίνου Τζέκη: Παραμονή Χριστουγέννων. Το δελτίο καιρού, που ανακοίνωσε η τηλεόραση μιλούσε για μια παγωμένη νύχτα. Η θερμοκρασία θα κατρακυλούσε πολλούς βαθμούς κάτω του μηδενός και το χιόνι τα μεσάνυχτα, θα επισκέπτονταν την περιοχή.

Το σπίτι κρεμασμένο σε μια απότομη πλαγιά του λόφου, αντίκριζε  τον κάμπο που πρόβαλε μπροστά του. Η οικοδομή μεγάλη και επιβλητική ξεχώριζε από χιλιόμετρα. Τώρα τις γιορτές που ήταν μάλιστα καταστόλιστο από φωτάκια και έγχρωμες χριστουγεννιάτικες κατασκευές, έμοιαζε με διαστημόπλοιο που πρόβαλε πίσω από τις ψηλές λεύκες του ποταμού που ξεδιψούσε τη χαράδρα.

Στο εσωτερικό του επικρατούσε Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Η μουσική σιγόπαιζε τα γνωστά Χριστουγεννιάτικα κάλαντα και όλο το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο από τις μυρωδιές των εδεσμάτων που ετοιμάζονταν για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Ο οικοδεσπότης, ένας φιλήσυχος και καλοβαλμένος μεσόκοπος ξαπλωμένος στην κουνιστή του πολυθρόνα, δώρο του πατέρα του από την εποχή του μεσοπολέμου, απολάμβανε τις τελευταίες ρουφηξιές του ποτού του.

Σκέφτονταν τις προηγούμενες χρονιές, που στο σπίτι του επικρατούσε την ώρα αυτή πανζουρλισμός. Οι φίλοι και φιλοξενούμενοι απολάμβαναν τα αγαθά μιας άξιας νοικοκυράς, που η μαγειρική της ξεπερνούσε τα όρια της περιοχής.  Ενώ φέτος σιωπή. Κανένας επισκέπτης, κανένας φίλος, κανένας συγγενής. Όλοι τους ταμπουρωμένοι   στο καβούκι τους αρνήθηκαν την πρόσκληση σεβόμενοι την απαγόρευση. Στη χώρα είχε ξαπλωθεί ένας παράξενος και αόρατος εχθρός που θέριζε οικογένειες και ορφάνευε παιδιά και γονείς. Η επιστήμη έκανε ότι μπορούσε αλλά ακόμα τα αποτελέσματα των προσπαθειών της δεν φαίνονταν ικανά να αντιμετωπίσουν αυτή τη σύγχρονη πληγή. Θυμήθηκε τις εφτά πληγές του Φαραώ, που ο Θεός έστειλε να τιμωρήσει την Αίγυπτο για την ασέβεια, που επεδείκνυε στο πρόσωπό του και στη φύση και ανατρίχιασε.

Αν είναι Θεϊκή κατάρα σκέφθηκε αλλοίμονο μας.

Βυθισμένος στις σκέψεις αυτές ούτε που άκουσε την πρόσκληση της γυναίκας του να σηκωθεί για να παρακαθίσει στο Χριστουγεννιάτικο δείπνο. Το κατάλαβε όταν ένα τράβηγμα του ώμου του διέκοψε τις περιπλανήσεις του.

Εφέτος μόνοι συλλογίσθηκε. Ο ένας του γιός στην Αγγλία, η κόρη του στις Βρυξέλλες,  αυτοί σαν κούκοι σε ένα τεράστιο σπίτι. Στον παράδεισο δύσκολα να ζεις μόνος, σκέφθηκε.

Κάθισε στο τραπέζι που ευωδίαζε μια καλοψημένη γαλοπούλα και σταυροκοπήθηκε ζητώντας από το Θείο βρέφος, που θα γεννιούνταν σε λίγες ώρες, να φέρει στον κόσμο ειρήνη και να τον πλημμυρίσει με την αγάπη.

Πριν ακόμα τελειώσει τα τελευταία λόγια του, ακούσθηκαν χτυπήματα της πόρτας. Γύρισε και είδε τη γυναίκα του. Είδε τα διάπλατα από ερωτήματα μάτια της και κατάλαβε ότι ούτε κι αυτή μπορούσε να ερμηνεύσει το γεγονός.

Μάλλον παράκουσα, σκέφθηκε και πριν τελειώσει τη σκέψη του νέα χτυπήματα περισσότερο δυνατά.

Γεμάτος περιέργεια σηκώθηκε και πήγε στο θυροτηλέφωνο. Από την κάμερα είδε στο λιγοστό φως που τρεμόπαιζε το Χριστουγεννιάτικο  λαμπιόνι, έναν μεσόκοπο άνδρα που κρατούσε από το χέρι του ένα παιδί.

Η παρουσία του παιδιού τον καθησύχασε. Όχι δεν θα ήταν διαρρήκτες, που επιλέγουν τέτοιες μέρες και εισβάλουν στα σπίτια για να κλέψουν. Άλλωστε ο σκύλος του, ένας τεράστιος ποιμενικός  που αλυχτούσε από μακριά ούτε που κουνήθηκε από τη φωλιά του.

Έριξε κάτι πάνω του και βγήκε από το σπίτι. Παραξενεύθηκε. Ο αέρας που έρχονταν παγωμένος και έριχνε τα τελευταία φύλλα στην ξυλιασμένη γη χαμήλωσε την έντασή του. Περνώντας μέσα από τις πευκοβελόνες του γέρικου πεύκου που αγνάντευε τη θαυμάσια θέα δεκάδες χρόνια, δημιουργούσε ένα γλυκό ψίθυρο σαν μια μελωδία που παρέπεμπε    σε μελωδία θαρρείς αγγέλων. Η φύση ξαφνικά γλύκανε και ένα ανέσπερο φως ξεχύθηκε από το μεγάλο αστέρι που πριν δύο χιλιάδες χρόνια είχε οδηγήσει τους μάγους στην φτωχική φάτνη.

Νόμισε ότι ήταν μια αυταπάτη  ή μια ζάλη από το ποτό που είχε πιεί περιμένοντας το δείπνο. Όμως ζούσε κάτι παράξενο και πρωτότυπο. Κάτι εξωπραγματικό.

Άνοιξε την εξώπορτα. Ο γέροντας φορώντας παράξενα ρούχα παλιάς εποχής με ένα σαρίκι στο κεφάλι του, κρατούσε ζεστά από το χέρι το χεράκι ενός μικρού παιδιού, ξυπόλητο και με ρούχα ζητιάνου. Τα ίδια ρούχα φορούσε και ο επισκέπτης. Τους καλωσόρισε και τους έβαλε στο σπίτι.

Με μιας απλώθηκε γλυκιά θαλπωρή και ένα παράξενο φως στη σάλα.  Οι επισκέπτες, είχαν μια παράξενη έκφραση που ξεχείλιζε η καλοσύνη και η αγάπη. Ένα παράξενο φως τους περιτύλιγε σαν φωτοστέφανο, σαν κάτι το εξωπραγματικό.


Έμοιαζαν σαν να βγήκαν από κάποιο παραμύθι. Σαν πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης. Σάστισε. Όταν συνήλθε μετά από βαθιές ανάσες, του φάνηκε σα να γνώριζε αυτά τα πρόσωπα. Σα να τα είχε συναντήσει. Αλλά που;

Οι ξένοι έφαγαν ελάχιστα ευχαρίστησαν τους οικοδεσπότες και αναχώρησαν αθόρυβα, παρά τις παρακλήσεις του οικοδεσπότη να μείνουν εκεί τη νύχτα. Μαζί τους έσβησε και το ανέσπερο φως που έλουζε το σπίτι. Σίγασε και η ουράνια μελωδία.

Αργότερα έστριψε το βλέμμα του στο εικονοστάσι, που το φως του καντηλιού του τρεμόπαιζε. Τινάχθηκε όρθιος σαν ελατήριο. Το εικόνισμα της Γέννησης του Χριστού,  απεικόνιζε τη Μαρία, τον Ιωσήφ και τον Ιησού, ανάμεσα στα ζώα της φάτνης. Έβαζε το χέρι του στη φωτιά ότι οι επισκέπτες του ήταν ο Ιωσήφ με τον Χριστούλη. Σταυροκοπήθηκε. Από το βάθος της χαράδρας του φάνηκε σαν να άκουσε μια ψαλμωδία " Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται." Ανατρίχιασε

Μέσα στην απεραντοσύνη των σκέψεών του, άκουσε την καμπάνα της Εκκλησίας, όπου καλούσε τους πιστούς να γιορτάσουν την Γέννησή του. Χαμογέλασε. Έζησε ένα θαύμα. ένα προσωπικό θαύμα που σε κανέναν δεν θα τολμούσε να διηγηθεί.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ