Το κουτί της Πανδώρας - Του Κωνσταντίνου Τζέκη


Ξύπνησε δύσθυμος. Ούτε καφέ, δεν είχε κουράγιο, να σηκωθεί να ετοιμάσει. Από βραδύς, εδώ και μέρες άλλωστε, τον βάραιναν σοβαροί προβληματισμοί και σκέψεις.

Από το περιβάλλον του, σκεφτόταν, νοσηλεύθηκαν αρκετοί με τον κορωνοϊό και μάλιστα δύο- τρεις διασωληνώθηκαν. Αυτός, περισσότερο προσεκτικός και επιφυλακτικός τη γλύτωσε. Όμως ως πότε; Τα κρούσματα συνεχώς αυξάνονταν, οικογένειες ολόκληρες νοσηλεύονταν και οι περισσότερο άτυχοι φιλοξενούνταν μοναχοί και ξεχασμένοι σε αφιλόξενους τάφους. Μεγάλη κατάρα, μονολόγησε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. 

Χαμογέλασε όταν είδε σε πρώτη ζήτηση τα μπουκάλια με τα απολυμαντικά και τις μάσκες και αναρωτήθηκε, αν θα ζούσε, απ' εδώ και πέρα, σαν καρνάβαλος. Σήκωσε τους ώμους τάχατες αδιάφορα και σε λίγο σκεπτικός απολάμβανε τον καφέ του στο τζάκι του.

Χωρίς να κάνει συνειρμούς, κάθε φορά, που αναζητούσε λύσεις σε προβλήματά του, προσέτρεχε στη μυθολογία. Εκεί έβρισκε απαντήσεις, λες και του μιλούσε κάποιος αόρατος ψυχολόγος.  Το μυαλό του στριφογύρισε στον μύθο της Πανδώρας.

Ο Δίας για να εκδικηθεί τους ανθρώπους, που μαζί με τον Προμηθέα έκλεψαν τη φωτιά από τους Θεούς, διέταξε τον Ήφαιστο, να κατασκευάσει από πυλό μια γυναίκα. Ο Ήφαιστος έπλασε λοιπόν μια γυναίκα και οι άλλοι Θεοί της έδωσαν όλα τα χαρίσματά τους και την βάφτισαν Πανδώρα. Έτσι ελκυστική όπως ήταν και πανούργα την έστειλε στον Επιμηθέα τον αδελφό του Προμηθέα. 

Την προίκισε και με ένα δώρο. Ένα κουτί με την επιθυμία να μην το ανοίξει ποτέ.  Η Πανδώρα, περίεργη καθώς ήταν συνεχώς περιεργάζονταν το κουτί και κάποια στιγμή το άνοιξε. Με μιας ξεχύθηκαν  όλα τα δεινά του ανθρώπου, ασθένειες, γηρατειά, μίση, πόλεμοι, κακουχίες και ότι συμφορά βρίσκει τους ανθρώπους. Θορυβημένη έκλεισε το κουτί. Φυλακισμένη μέσα στον πάτο του κουτιού, έμεινε μόνο η ελπίδα. Έτσι ο άνθρωπος έχει μόνο την ελπίδα στα βάσανά του.

Τις σκέψεις του αυτές τις διέκοψαν οι πρωινές ειδήσεις της τηλεόρασης. Είχαν έρθει τα εμβόλια, έλεγε ο εκφωνητής και από αύριο θα άρχιζαν οι εμβολιασμοί. Τα είχε ξανά ακούσει αυτό αλλά διάβαζε με προσοχή και τους ενδοιασμούς από μερίδα πολιτών, ότι τάχατες θα αλλοίωνε το DNA  του, θα του προκαλούσε πονοκεφάλους, θα ελάττωνε το ανοσοποιητικό του σύστημα, θα τον χώριζε η γυναίκα του, θα έβλεπε διαρκώς εφιάλτες, θα έχανε το ένα του δάχτυλο και δεν συμμαζεύεται. 

Όμως σκέφθηκε ότι το ενέκριναν το εμβόλιο, σοβαροί επιστήμονες, έγιναν χιλιάδες δοκιμές με εθελοντές, ότι θα εμβολιάζονταν οι Πρόεδροι και Πρωθυπουργοί των κρατών πρώτοι μαζί με το ιατρικό προσωπικό. 

Σοβαροί λόγοι να το κάνει και αυτός. Άλλωστε στη δυστυχία του κόσμου, είχε εμφανισθεί και η ελπίδα της Πανδώρας. 


Πως μπορούσε να αντισταθεί και να αρνηθεί την προσφορά της επιστήμης;  Πολλοί την εμπιστεύθηκαν όταν έκαναν εγχειρήσεις πολύ βαριές, πήραν φάρμακα, εμπιστεύτηκαν την ιατρική για τα παιδιά τους. 

Τώρα θα πρέπει να είναι επιφυλακτικός και να περιμένει να κάνουν το εμβόλιο άλλοι και ύστερα να το κάνει κι αυτός;   Ποιοί είναι οι άλλοι; Πως θα μάθει αν με το εμβόλιο που έκαναν, ήταν η αιτία να  υποστούν κάποια αλλοίωση των γενετικών τους χαρακτηριστικών; Τι θα σήμαινε αυτό για την υπόλοιπη ζωή του;

Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε το νούμερο που η τηλεόραση τον προέτρεπε να δηλώσει έτοιμος να εμβολιαστεί. 

Αφού ολοκλήρωσε την ενέργειά του αυτή, χαμογέλασε ικανοποιημένος.   Επί τέλους, θα μπορέσει να συναντήσει τους φίλους του, να ταξιδέψει, να ζήσει. 

Άνοιξε το παράθυρο και ανάπνευσε με δύναμη. Ο γείτονας του ένευσε την καλημέρα του κι αυτός 
φώναξε δυνατά.
-Μην περιμένεις να χιονίσει για να δεις μια άσπρη μέρα.