Οι εμπρησμοί στα πολυκαταστήματα της Αθήνας 1980-1981


Γ. Σταμούλης Ν.Διαμαντής

 

(επικαιροποίηση άρθρου που δημοσιεύτηκε  στο τεύχος 20 του 2002 του περιοδικού Πυροσβεστικό Γίγνεσθαι)

 

Δεκέμβριος του 1980,  ανοίγει η  εφιαλτική αυλαία ενός μπαράζ εμπρησμών στα μεγάλα πολυκαταστήματα της πρωτεύουσα.Οι Έλληνες Πυροσβέστες έδωσαν πολύωρες μάχες με τις επικίνδυνες πυρκαγιές, αποτέλεσμα της τυφλής εγκληματικής ενέργειας των εμπρηστών.

 

 

 

 

Η πρώτη πυρκαγιά εκδηλώνεται τις  πρώτες πρωινές ώρες της 19-12-1980 με την ταυτόχρονη πυρπόληση του ΜΙΝΙΟΝ στην οδό Πατησίων και του ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ στην οδό Σταδίου στην Αθήνα. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η ταυτόχρονη έναρξη και των δύο πυρκαγιών και η παράδοση στις φλόγες όλων των ορόφων από την αρχή κατέστησαν την πυροσβεστική επιχείρηση τιτάνια.

 

Στο ΜΙΝΙΟΝ έσπευσαν 20 πυροσβεστικά οχήματα με 100 άνδρες, οι οποίοι κατάφεραν να σταματήσουν την επέκταση της φωτιάς στα διπλανά κτίρια, έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο της ανάφλεξης των αρκετών τόνων υγρών καυσίμων που ήταν αποθηκευμένοι στο υπόγειο του καταστήματος.

 

Στο ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ επιχείρησαν 18 πυροσβεστικά οχήματα με 70 άνδρες που είχαν να αντιμετωπίσουν μετά από μερικές ώρες και την μερική κατάρρευση του κτιρίου το οποίο πήρε και κλίση προς το διπλανό κατάστημα του Κ. ΜΑΡΟΥΣΗ.

 

Την κατάσβεση και στα δύο κτίρια συντόνιζε ο τότε Αρχηγός του Π.Σ. κ. Π. Ποτουρίδης, ο Υπαρχηγός κ. Δ. Ξιφαράς και ο Διοικητής Δ.Π.Υ. Αθηνών κ. Κ. Καρόπουλος. Επιτόπου για ενημέρωση κατέφθασαν ο τότε Πρωθυπουργός κ. Γ. Ράλλης και ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Δαβάκης ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Καραμανλής ενημερώθηκε μετά από λίγη ώρα από τον Πρωθυπουργό. Η πρώτη εκτίμηση των ζημιών και στα δύο καταστήματα υπολογίστηκε στα δύο δισεκατομμύρια δραχμές.

 

Οι πυρκαγιές ήταν καταστροφικές, καθώς τα υλικά στο εσωτερικό τους ήταν ιδιαίτερα εύφλεκτα και οι πυροσβεστικές δυνάμεις κόπηκαν στα δύο για να αντιμετωπίσουν και τα δύο συμβάντα και ιδιαίτερο μέλημά τους ήταν να εμποδίσουν την εξάπλωσή τους στα παρακείμενα κτίρια.

 

Η καταστροφή μεταφέρθηκε και στο πεδίο της    πολιτικής αντιπαράθεσης, με  τον τότε Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης,  Ανδρέα Παπανδρέου να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «επιτρέπει σε παρακρατικά και εγκληματικά στοιχεία να επιδίδονται σε καταστροφές που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, καθώς και τη γαλήνη του κόσμου», το ΚΚΕ να κάνει λόγο για  «σκοτεινή υπόθεση» και τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη να κατηγορεί τον  πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για «εκμετάλλευση του τραγικού γεγονότος».

 

Με προκήρυξη που έφτασε μέσω ταχυδρομείου στις εφημερίδες, στις 22 Δεκεμβρίου, μια πρωτοεμφανιζόμενη  οργάνωση, η  «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80» ανέλαβε την ευθύνη του εμπρησμού.

 

Η προκήρυξη έχει τίτλο «ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΜΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ» και η οργάνωση δηλώνει ότι «Με δυο εμπρηστικές βόμβες κτυπήσαμε τις επιχειρήσεις: ΜΙΝΙΟΝ και ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ -ΣΠΟΡ, στα Χαυτεία.» και σε μια μακροσκελή ανάλυση εξηγεί ότι «Όπως κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτά στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Χιλιάδες είναι οι εργαζόμενοι σ' αυτά. Στις αποθήκες, στις συσκευασίες, στις μεταφορές, στις πωλήσεις. τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια, (επειδή οι προλετάριοι δεν έχουν βρει ακόμα - στην πλειοψηφία τους, σαν τάξη — άλλους τρόπους για να καλύπτουν τις ανάγκες τους). Οι συνθήκες δουλειάς μέσα σε αυτούς τους χώρους είναι εξοντωτικές. Στις αποθήκες φορτώνουν και ξεφορτώνουν τόνους κάθε μέρα, στις πωλήσεις ορθοστασία, το κολατσιό στο πόδι και στα κλεφτά, όλη τη μέρα πρέπει με το χαμόγελο στα χείλη να εξυπηρετείς τους πελάτες (δεν μπορεί να έχεις δικά σου προβλήματα και δική σου διάθεση, πάνω απ' όλα το «πρόσωπο» του καταστήματος). Πάνω από το κεφάλι σου όλη η ιεραρχία και η τρομοκρατία (προσωπάρχες, τμηματάρχες, υπεύθυνοι, διευθυντάδες, μπάτσοι, χαφιέδες — «συνάδελφοι» κ.λπ.), να σε παρακολουθούν αν κάνεις καλά τη δουλειά "σου», αν κάθεσαι ή τσακίζεσαι να εξυπηρετείς κ.λ.π.»

 

Στο κείμενο γίνεται αναφορά και για άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις, αφήνοντας αιχμές για περαιτέρω δράσεις:

 

«Πολλά από αυτά τα καταστήματα είναι άμεσα συνδεδεμένα με την παραγωγή των προϊόντων που πουλάνε, δηλαδή είναι τα εμπορικά τμήματα βιομηχανικών συγκροτημάτων (π.χ. Κατράντζος, Λαμπρόπουλοι, Τσιτσόπουλοι κ.τ.λ.). Είτε όμως είναι άμεσα συνδεδεμένα με τη βιομηχανία, είτε είναι «ανεξάρτητες» εμπορικές επιχειρήσεις, είναι βασικό κομμάτι της οικονομίας των αφεντικών…Για όλους αυτούς τους λόγους αποφασίσαμε και κτυπήσαμε το ΜΙΝΙΟΝ και τον ΚΑΤΡΑΝΤΖΟ, που είναι δύο —από τα δεκάδες που υπάρχουν — τέτοια καταστήματα-επιχειρήσεις… Πρέπει να τον βάζουμε καθημερινά εμπόδια στη λειτουργία του, να εμποδίζουμε να πραγματοποιούνται αυτά που αποφασίζουν τα αφεντικά. να αποκτάμε ολοένα και περισσότερο τη δυνατότητα να αποφασίζουμε και να επιβάλλουμε έμπρακτα τις αποφάσεις μας, για το τι θα γίνουν όλα αυτά που παράγουμε.)

 

Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι εξαιτίας των εμπρησμών στα πολυκαταστήματα, αναπτύχθηκε ένας «διάλογος» στο χώρο της τρομοκρατίας, με την «ΕΟ 17 Νοέμβρη», σε προκήρυξή της, τον Μάιο του 1881με τίτλο «ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΒΙΑΣ ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΜΠΡΗΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΙΝΙΟΝ-ΚΑΤΡΑΤΖΟΥ» να εκφράζει τη διαφωνία της για την ενέργεια σημειώνοντας:

 

« Τα λάθη αυτά φαίνονται απλώς πιο καθαρά στη περίπτωση των Μινιόν-Κατράτζου… Το πρώτο λάθος - αν και δευτερεύον - είναι ότι στα μαγαζιά αυτά δεν πουλάνε προϊόντα που ικανοποιούν ψεύτικες ανάγκες που δημιουργεί ο καπιταλισμός -όπως λέγεται στο κείμενο διεκδίκησης- αλλά αντίθετα προϊόντα πρώτης ανάγκης… άλλο απαλλοτρίωση κι άλλο καταστροφή. Η φαεινή ιδέα, ότι όσα δε μπορούμε ν' απαλλοτριώνουμε θα τα καταστρέφουμε, που πρώτη έβαλε σ' εφαρμογή μία ομάδα καίγοντας πέρσυ ένα Σούπερ Μάρκετ κάπου στο Νέο Κόσμο και που απλώς υιοθετήθηκε άκριτα κι από άλλους όχι μόνο δεν αντέχει σε καμμιά σοβαρή συζήτηση όσο καλόπιστα κι αν την εξετάσουμε αλλά είναι και διανοουμενίστικο κατασκεύασμα για να καλυφθούν άλλες αδυναμίες όπως θα δείξουμε πιο κάτω, που δείχνει επί πλέον αδιαφορία και ξέκομα απ' τα άμεσα προβλήματα επιβίωσης των εργαζομένων…δεν σταθμίστηκαν οι υλικές συνέπειες της ενέργειας για τους εργαζόμενους σ' αυτά τα καταστήματα. Με την καταστροφή των Μινιόν-Κατράτζου έχασαν τη δουλειά τους, τα επιδόματα τους κτλ. οι εργαζόμενοι σ' αυτά ..Συνεπώς, η ενέργεια προπαγανδίζει τη βλαβερότητά της λαϊκής βίας, ζημιώνει την υπόθεση της.»

 

 

 


Το εφιαλτικό  σκηνικό του εμπρησμού των δύο μεγάλων πολυκαταστημάτων θα συνεχιστεί και μερικούς μήνες αργότερα όταν τις πρώτες πρωινές ώρες της 3-6-1981  ταυτόχρονα πυρπολούνται  αυτή τη φορά τ ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΥ στην πλατεία Δημαρχείου και του ΑΤΕΝΕ στην οδό Σταδίου. Οι πυκνοί καπνοί κάλυψαν όλο το κέντρο της πρωτεύουσας, ενώ οι φλόγες έκαναν μέρα όλο το εμπορικό κέντρο της Αθήνας.

 

Στον ΚΛΑΟΥΔΑΤΟ η πυρκαγιά ξεκίνησε από τον 2ο όροφο και εξαπλώθηκε ταχύτατα σε όλο το κτίριο απειλώντας με επέκταση όλο το οικοδομικό συγκρότημα μεταξύ των οδών Κρατίνου – Αθηνάς-Σοφοκλέους – Στρέιτ.

 

Η υψηλή θερμοκρασία που αναπτύχθηκε από το τεράστιο πυροθερμικό φορτίο των εμπορευμάτων που φλέγονταν, άρχισαν να δημιουργούν καταρρεύσεις στο εσωτερικό του καταστήματος, ενώ η αντιπροσωπεία κυνηγετικών όπλων και εκρηκτικών που στεγάζονταν στο διπλανό κτίριο, σε συνδυασμό με τους αρκετούς τόνους υγρών καυσίμων που βρίσκονταν στο υπόγειο, δημιούργησαν ένα εφιαλτικό πεδίο για τους πυροσβέστες που επιχειρούσαν μέσα στο κτίριο.

 

Στο ΑΤΕΝΕ (αφοι Τσιτσόπουλοι) η πυρκαγιά ξεκίνησε πιθανότατα μεταξύ 3ου και 4ου ορόφου και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το 8οροφο κτίριο. Και εδώ οι πυροσβέστες έδωσαν σκληρή μάχη, ανάμεσα σε εκρήξεις φιαλιδίων υγραερίου, αποσμητικών και άλλων εύφλεκτων υλικών, ενώ είχαν αναπτυχθεί τέτοιες θερμοκρασίες, που σε ορισμένα σημεία παραμόρφωσαν τις μεταλλικές επιφάνειες.

 

Και στις δύο πυρκαγιές, την πάνω από 12 ώρες μάχη με την φωτιά έδωσαν 300 πυροσβέστες με 55 οχήματα, με επικεφαλής στον ΚΛΑΟΥΔΑΤΟ τον τότε Διευθυντή Α.Π.Σ. κ. Αστεριάδη και στο ΑΤΕΝΕ τον τότε Διοικητή Δ.Π.Υ. Αθηνών κ. Καρόπουλο. Το όλο έργο συντόνιζε ο Αρχηγός του Π.Σ. κ. Δ. Ξιφαράς ενώ επιτόπου από τις πρώτες ώρες βρέθηκαν ο Πρωθυπουργός κ. Ράλλης και ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Δαβάκης.

 

Στις προσπάθειες της κατάσβεσης τραυματίστηκαν ή έπαθαν εγκαύματα ή αναπνευστικά προβλήματα, οι Επιπυραγοί Γ. Σταυρόπουλος, Κ. Αρκουδέας, Δ. Λάζος, Δ. Πρίντζη, ο Πυραγός Κ. Σάμπαλος, οι Υποπυραγοί Ε. Γιαννακόπουλος, Χ. Τσούκλερης, Χ.Φωτόπουλος, ο Ανθυποπυραγός Η.Τσουμελέας, ο Πυρονόμος Θ.Τσιγαρίδης, οι Δοκ.Αρχ/τες Α. Μπογιατζόπουλος, Γ. Σκανδάμης και οι Πυροσβέστες Χ. Κατσούλης, Π. Αποστόλου, Γ. Κριτσωτάκης, Φ. Τσάκαλος Οι πρώτες εκτιμήσεις για το ύψος των καταστροφών και στα δύο πολυκαταστήματα υπολογίστηκαν περί το ένα δισεκατομμύριο δραχμές.

 

Ένα μήνα μετά οι άγνωστοι εμπρηστές ξανακτυπούν. Το απόγευμα της 4-7-1981 σειρά έχει το πολυκατάστημα ΔΡΑΓΩΝΑΣ στην οδό Αιόλου στην Αθήνα.

 

Οι 50 πυροσβέστες με 10 οχήματα που έσπευσαν περιόρισαν την φωτιά στον δεύτερο και τρίτο όροφο περιορίζοντας την καταστροφή σε ζημιές ύψους περί τα έξι εκατομμύρια δραχμές, διασώζοντας την υπόλοιπη περιουσία του καταστήματος ύψους περί τα ενάμιση δισεκατομμύρια δραχμές.

 

Τρεις μέρες μετά, στις 7-7-1981 και πάλι απόγευμα, το εφιαλτικό σκηνικό μεταφέρεται στον Πειραιά. Το 8ώροφο πολυκατάστημα ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ στη διασταύρωση των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Τσαμαδού στον Πειραιά περικυκλώνεται από πυκνούς καπνούς.

 

Η φωτιά εκδηλώνεται στους μεσαίους ορόφους (3ο,4ο,5ο ) καταστρέφοντας εμπορεύματα αξίας περί τα 30.000.000 δραχμές. Οι 120 πυροσβέστες με τα 18 πυροσβεστικά οχήματα που έσπευσαν στον τόπο του συμβάντος έδωσαν σκληρή μάχη με τους πυκνούς καπνούς και τις υψηλές θερμοκρασίες κατορθώνοντας να περιορίσουν την επέκταση στους επόμενους ορόφους. Την επιχείρηση συντόνιζε ο τότε Αρχηγός του Π.Σ. κ. Δ. Ξιφαράς και ο Διοικητής Δ.Π.Υ. Πειραιώς κ. Σ. Μονάντερας.