Το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα μέσα από την ανατρεπτική γραφή του Γρηγόρη Αζαριάδη


της Αγγελικής Καρδαρά.

 

Παραπλανηθήκαμε… Από τη συναρπαστική και δυνατή γραφή του συγγραφέα Γρήγορη Αζαριάδη, στο νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο «Παραπλάνηση», σε μία νέα περιπέτεια της αστυνόμου Τρύπη, η οποία μαζί με την ομάδα ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής αναζητά τον διαβόητο serial killer που αφαιρεί τις καρδιές των θυμάτων του. Μία αναζήτηση που οδηγεί την Τρύπη και την ομάδα της στα έγκατα του σκοτεινού τρόμου, σε ένα απύθμενο τούνελ χωρίς την παραμικρή φωτεινή ελπίδα.

 

Οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτονίες, με το κοινό modus operandi, αποτελούν «πηγή έμπνευσης» για τον κεντρικό ήρωα της «Παραπλάνησης», τον συγγραφέα Ιωάννη Πατρίκιο, ο οποίος ύστερα από την έκδοση του τρίτου του βιβλίου βλέπει την καριέρα του να βυθίζεται, γεγονός που οδηγεί την αγαπημένη του φίλη, Ηλιάνα Πετράκη, να τον φέρει σε επαφή με μία ιδιόρρυθμη ψυχολόγο προκειμένου να τον βοηθήσει να βρει τη χαμένη του έμπνευση και να γράψει ένα best seller που θα περιγράφει μία σειρά αποτρόπαιων εγκληματικών πράξεων. Μία παράξενη αλυσίδα γεγονότων αρχίζει τότε να αποκαλύπτεται και να οδηγεί σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του νέου αστυνομικού μυθιστορήματος του Γρήγορη Αζαριάδη.

 

Ο συγγραφέας Γρηγόρης Αζαριαδης μας «ταξιδεύει» με τη γραφή του στα πιο σκοτεινά, περίπλοκα και μυστηριώδη μονοπάτια του νου και καταφέρνει να μας παραπλανήσει! Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας παρασέρνει στα συναρπαστικά μονοπάτια της αστυνομικής μυθιστορίας, μας μιλά για την εξέλιξη και το μέλλον του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα, για τις δικές του πηγές έμπνευσης και τεχνικές στις οποίες βασίζεται, μας αποκαλύπτει μυστικά για ένα επιτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα και δίνει συμβουλές/ κατευθυντήριες γραμμές στους νεότερους συγγραφείς που θέλουν να ασχοληθούν με το απαιτητικό αυτό είδος.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φλεβάρη του 1951. Ζει μόνιμα στην Αθήνα με τη γυναίκα του Νίτσα Βραχνίδου και τα παιδιά του Χρήστο, Σοφία και τον Στρατή. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Παλιοί λογαριασμοί» γράφτηκε το 1977 κι εκδόθηκε το 2012. Ακολούθησαν «Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» και «Το μοτίβο του δολοφόνου», που κυκλοφόρησαν το 2013 και το 2015, αντίστοιχα. Ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» είναι το τέταρτο αστυνομικό του μυθιστόρημα. Λατρεύει την Γαλλική Σχολή και ιδιαίτερα το polar και το κλασικό noir. Αγαπημένοι του συγγραφείς ο Ραίημοντ Τσάντλερ, ο Ζαν Πατρίκ Μανσέττ και το ζεύγος των Σουηδών Σγιεβάλ Βαλέε, που στις ακραίες φαντασιώσεις του θεωρεί ότι ακολουθεί τα βήματα τους.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

 

Κύριε Αζαριάδη, πώς γεννήθηκε η αγάπη σας για την αστυνομική μυθιστορία;

Ξεκίνησα να διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα από 14 χρονών κι από τότε έγινα πιστός υπήκοος του «βασιλείου της αστυνομικής λογοτεχνίας». Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν στα 16 μου χρόνια άρχισα να κάνω τις πρώτες απόπειρες συγγραφής αστυνομικού μυθιστορήματος, με τραγικές συνέπειες. Αυτή ήταν και η χαραυγή ενός μεγάλου έρωτα, που διαρκεί μέχρι και σήμερα …

 

Ποιες θεωρείτε τις πιο κομβικές στιγμές της συγγραφικής σας διαδρομής;

Την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, «Παλιοί λογαριασμοί» το 2012 από τις εκδόσεις του αείμνηστου Σάμη Γαβριηλίδη και την έκδοση του «Σκοτεινού λαβύρινθου», από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, το 2018. Το πρώτο είναι πάντα το πρώτο! Κι εκδόθηκε μετά από 35 χρόνια εγκλεισμού στο συρτάρι, καθώς είχε γραφτεί το 1977! Ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» από την άλλη πλευρά σηματοδοτεί την είσοδο στην εποχή της συγγραφικής ωριμότητας και τη στροφή σε αυτό που αποκαλώ «ελληνικό ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα».

 

Η αστυνομική μυθιστορία στην Ελλάδα πώς εξελίσσεται και ποιο είναι το μέλλον της κατά την άποψή σας;

Η σύγχρονη σκηνή των Ελλήνων αστυνομικών συγγραφέων εξελίσσεται με πολύ ικανοποιητικό ρυθμό. Υπάρχουν πολλοί νέοι, Έλληνες και Ελληνίδες, αστυνομικοί συγγραφείς, που γράφουν πολλά, έως και υπερβολικά πολλά (!), αστυνομικά μυθιστορήματα, που είναι πολύ αξιόλογα και καλύπτουν διαφορετικές τάσεις της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Και η ελπίδα μου είναι ότι οι ικανότεροι από αυτούς θα δημιουργήσουν μία δική τους τάση, πολύ κοντά με αυτή των Ευρωπαίων συναδέλφων τους. Άλλωστε, όπως υποστηρίζω επίμονα εδώ και λίγα χρόνια, από ποιοτική άποψη, οι καλοί Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς δεν έχουν να ζηλέψουν και πολλά από τον μέσο όρο των Ευρωπαίων.

 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μίας επιτυχημένης / ενός επιτυχημένου αστυνομικής / αστυνομικού συγγραφέα;

Τα κριτήρια είναι διαφορετικά για κάθε αναγνώστη. Γνωστό άλλωστε το κλισέ «ένα βιβλίο είναι στην πραγματικότητα όσοι κι οι αναγνώστες του». Σε γενικές γραμμές, ένας συγγραφέας μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένος αν τα βιβλία του μπορούν να κρατήσουν δέσμιο τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Να τον αναγκάσουν να μην μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση ούτε για να πάει στην τουαλέτα! Να μπορεί να γράψει ένα αληθινό page turner μυθιστόρημα, πράγμα που συνήθως απαιτεί δυνατή πλοκή, επιβλητική ατμόσφαιρα και εντυπωσιακούς χαρακτήρες. Και ενίοτε ανατροπές και πάνω από όλα καταιγιστικό ρυθμό, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να πάρει ανάσα.

 

Ποιους συγγραφείς αστυνομικής μυθιστορίας, από Ελλάδα και εξωτερικό, ξεχωρίζετε; Μερικά από τα αγαπημένα σας βιβλία;

Υπάρχουν πολλοί ικανότατοι Έλληνες και Ελληνίδες συγγραφείς, που μπορούν να συγκριθούν άφοβα με τον μέσο όρο των αντίστοιχων Ευρωπαίων. Είναι τόσοι, που αποφεύγω να μπω στον πειρασμό να δώσω ονόματα, φοβούμενος μην παραλείψω κάποιον από αυτούς. Από τους σύγχρονους ξένους θα σταθώ στην περιβόητη Σκανδιναβική Σχολή και στους Γιού Νέσμπε, Άρνε Νταλ, Γκούναρ Στόλεσεν, στον Γάλλο Ερβέ λε Κορ και στους Βρετανούς Ίαν Ράνκιν και τους νεότερους Άντριαν Μακ Κίντυ και Μάλκολμ Μακ Κέυ. Για τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία θα πάω λίγο στο παρελθόν. Στο «Μεγάλο αποχαιρετισμό» και στο «Αντίο γλυκιά μου» του μεγάλου Τσάντλερ, στην «Πρηνή θέση του σκοπευτή» του ανεπανάληπτου Μανσέτ και στο «Ένα βήμα πίσω» του εξαιρετικού Μανκέλ.

 

Ποιες είναι οι θεμελιώδεις πηγές έμπνευσής σας;

Κατά κύριο λόγο η διαστροφική φαντασία, που αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών συγγραφέων. Κατά δεύτερο λόγο η συνεχής ενασχόληση με την αστυνομική λογοτεχνία, η ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων και η παρακολούθηση τηλεοπτικών αστυνομικών σειρών. Ακολουθούν τα τεκταινόμενα στην κοινωνία μας. Από φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής και γενικότερα σοβαρά κοινωνικά θέματα μέχρι και αληθινά εγκλήματα. Πολλές φορές ακούω φίλους και συμβούλους μου αστυνομικούς να ισχυρίζονται ότι η πραγματικότητα ξεπερνάει την φαντασία! Τέλος, μία ακόμη ενδιαφέρουσα πηγή έμπνευσης αποτελούν οι αφηγήσεις  φίλων και γνωστών, που είναι πολύ χρήσιμες, αν όχι για την βασική πλοκή ενός μυθιστορήματος, αλλά για μικρές παράλληλες ιστορίες.

 

Γνωρίζω ότι δίνετε πολύ μεγάλη βαρύτητα στην προετοιμασία της πλοκής προτού ξεκινήσετε τη συγγραφή κάθε ιστορίας. Θα μας μιλήσετε για τα στάδια αυτής της προετοιμασίας;

Ξεκινώντας να γράψω ένα μυθιστόρημα γνωρίζω την αφετηρία και το τέλος. Αν παρομοιάσουμε τη συγγραφή με μία διαδρομή, γνωρίζω ότι αφετηρία είναι η Αθήνα και τέρμα η Θεσσαλονίκη. Μέχρις εκεί. Στο σημείο αυτό, αρχίζει η προεργασία, οι συζητήσεις, δηλαδή, με την ομάδα των συμβούλων/συνεργατών. Αστυνομικός (ένας !), ψυχολόγοι, εγκληματολόγοι και ιατροδικαστές. Και φυσικά η μόνιμη μου επιμελήτρια Κέλλυ Κριτικού. Αυτή η φάση έρευνας και προεργασίας μπορεί να απαιτήσει ένα διάστημα από έξι μήνες έως ένα χρόνο! Μετά, έρχεται η ώρα της συγγραφής. Επειδή όμως η διαδικασία των συζητήσεων με τους εξειδικευμένους φίλους που προανέφερα, είναι εκνευριστικά επίπονη και δαιδαλώδης μπορεί να χρειαστεί κάποια παρέκκλιση στο δρομολόγιο από Αθήνα μέχρι Θεσσαλονίκη. Μπορεί να βγεις από τον δρόμο, δηλαδή σε κάποιο σημείο να κάνεις σημαντικές αλλαγές στην πλοκή και μετά να συνεχίσεις προς το τέλος. Τα πάντα ρει! Όλα μπορούν να αλλάξουν. Σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και το γκραν φινάλε του έργου, όπως το είχες αρχικά σχεδιάσει στο μυαλό σου.

 

Τι είναι αυτό που «προκαλεί» το μυαλό σας περισσότερο κατά τη διαδικασία συγγραφής, τι είναι που μπορεί να σας μπλοκάρει και τι, αντίστοιχα, πιστεύετε ότι ιντριγκάρει το κοινό που διαβάζει τα βιβλία σας;

Αυτό που προκαλεί το μυαλό μου θέλω ταυτόχρονα να είναι, ή έστω να πλησιάζει πολύ, σε αυτό που μπορεί να ιντριγκάρει τον αναγνώστη. Σε πρώτο επίπεδο θεωρώ ότι είναι αυτό που αποκαλώ «τηλεοπτική οπτική», πιο συγκεκριμένα η πολυεπίπεδη πλοκή, οι ανατροπές και ο καταιγιστικός ρυθμός. Σε δεύτερο επίπεδο, πράγμα που αφορά λιγότερους και πιο απαιτητικούς αναγνώστες, είναι η «παραπλάνηση», το «παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη». Μία κινούμενη άμμος, μια ατμόσφαιρα που τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται αρχικά και ο αναγνώστης δεν μπορεί να νιώσει σίγουρος για οτιδήποτε συμβαίνει στην πλοκή του μυθιστορήματος. Όσο γι’ αυτό που με μπλοκάρει, θα έλεγα ότι είναι η απόφαση ανάμεσα στη δυνατότητα διαφορετικών επιλογών για τη συνέχεια της πλοκής. Ένα συναίσθημα σαν να βρίσκεσαι σε κάποιο σημείο όπου το μονοπάτι χωρίζεται στα δύο και διστάζεις ποιο από τα δύο να ακολουθήσεις.

 

Παραπλάνηση είναι ο τίτλος του βιβλίου σας που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τον Ιούλιο του 2020. Θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για την ιστορία και μέσα από ποιες διαδρομές του νου οδηγηθήκατε σε αυτήν την ξεχωριστή και ανατρεπτική ιστορία;

Η «Παραπλάνηση» είναι ακριβώς ένα τέτοιο mind game, ένα παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη, μία απόπειρα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα πέπλο ομίχλης, που θα εμποδίσει τον αναγνώστη να διακρίνει καθαρά τι γίνεται στην εξέλιξη της πλοκής. Και ποιος καλύτερος να παίξει αυτό το παιχνίδι της παραπλάνησης από έναν συγγραφέα! Ο Ιωάννης Πατρίκιος λοιπόν έχει καιρό να δεχτεί την επίσκεψη της θεάς Έμπνευσης και η καριέρα του καταρρέει μέχρι να έρθει σε επαφή με την ψυχολόγο Άρτεμι Βάλενταλ, η οποία θα τον βοηθήσει να γράψει το επόμενο βιβλίο του. Όσο η θεά Έμπνευση όμως δεν τον επισκέπτεται, η Βάλενταλ διαβλέπει την εμμονή του Πατρίκιου με το νέο μυθιστόρημα, μέχρι που ένα πτώμα μίας νεαρής κοπέλας, από το οποίο έχει αφαιρεθεί η καρδιά (!), έρχεται μαγικά στον δρόμο τους. Κι αυτό πυροδοτεί την έκρηξη του Πατρίκιου, που αρχίζει να γράφει με δαιμονιώδη ρυθμό. Κι όταν κάνει την εμφάνιση του ένα δεύτερο πτώμα με τα ίδια χαρακτηριστικά, η μανία του Πατρίκιου απογειώνεται … Και η αστυνόμος Τρύπη με την ομάδα της έχει μπροστά της την δυσκολότερη υπόθεση των τελευταίων χρόνων …. Όσο για τις διαδρομές του νου, νομίζω ότι η απάντηση κρύβεται στα αυτοαναφορικά στοιχεία που περιέχονται στο μυθιστόρημα (αμφότεροι Πατρίκιος και Αζαριάδης είναι συγγραφείς!).

 

Πώς «γεννήθηκε» ο τίτλος και μέσω του συγκεκριμένου τίτλου ποιο μήνυμα περνάτε στο αναγνωστικό κοινό;

Μετά από τα προαναφερόμενα, νομίζω ότι γίνεται αντιληπτό το σκεπτικό της επιλογής του τίτλου. Όταν μιλάμε για «παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη», όταν ο συγγραφέας ο ίδιος αποκαλύπτει ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα όπου τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται αρχικά και η πραγματικότητα μοιάζει να διαθλάται μέσα από ένα παραμορφωτικό πρίσμα, όταν προσεγγίζουμε το σημείο όπου τα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας φαίνεται να καταργούνται, τότε … «Παραπλάνηση» λοιπόν. Και μάλιστα πολυεπίπεδη. Γιατί ο Πατρίκιος θέλει να παραπλανήσει τον αναγνώστη του μυθιστορήματος που γράφει μέσα στο βιβλίο κι ο Αζαριάδης να παραπλανήσει τον δικό του αναγνώστη … Μύλος !

 

Θα μας μιλήσετε για την ιδιαίτερη σκιαγράφηση των κεντρικών ηρώων της Παραπλάνησης και για τις τεχνικές στις οποίες βασιστήκατε;

Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων ακολουθεί πάντοτε μία εξαντλητική διαδικασία μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις με τους εξειδικευμένους ψυχολόγους συνεργάτες. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα profiling, ανάλογο με αυτό των serial killers! Πρέπει να βρεθούν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά των ηρώων σε διαφορετικά πεδία. Ποια είναι η συμπεριφορά τους και ποια αισθήματα επικρατούν σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, ποια είναι τα κίνητρα που υπαγορεύουν τις πράξεις τους … Τι είναι αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια και τι είναι αυτό που κρύβεται στο βάθος. Όλα ξεκινούν από την περιγραφή του ρόλου, που διαδραματίζει κάθε χαρακτήρας στην πλοκή, και ακολουθεί η ανάλυση του από την πλευρά των ψυχολόγων και τελικά η αποτύπωση των χαρακτηριστικών του στις σελίδες του μυθιστορήματος.

 

Υπάρχουν στοιχεία που αντλείτε από τη δική σας ζωή, από τις δικές σας σχέσεις και συναισθήματα και τα εντάσσετε στα βιβλία σας; Στην Παραπλάνηση μπορούμε να εντοπίσουμε αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Σε κάθε μυθιστόρημα υπάρχουν αυτά που αποκαλούμε προσωπικά στοιχεία. Άλλωστε, ο ναρκισσισμός του συγγραφέα είναι ένα χαρακτηριστικό που, σε μικρό ή και μεγαλύτερο βαθμό, αποτελεί στοιχείο του σύμπαντος κάθε συγγραφέα! Αυτοβιογραφικά στοιχεία λοιπόν είναι παρόντα σε όλα τα βιβλία μου. Στην «Παραπλάνηση» αυτό συμβαίνει σε μεγαλύτερο βαθμό. Ο Πατρίκιος στρίβει τσιγάρα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που το κάνω κι εγώ. Η Τρύπη πίνει τον ίδιο ακριβώς φραπέ που πίνω εγώ. Και άλλα πολλά μικρά στοιχεία, που κρύβονται στις σελίδες του βιβλίου, όπως κάποιες μικρές ιστορίες που έχω ζήσει ο ίδιος στο παρελθόν. Από αυτό βέβαια το σημείο μέχρι τις υπερβολικές έως ανυπόστατες, φήμες ότι ο Πατρίκιος αποτελεί το alter ego του Αζαριάδη η απόσταση είναι αρκετή!

 

Θα θέλατε να γράψετε για την τηλεόραση; Μία σειρά με στοιχεία αστυνομικής μυθιστορίας θα σας ενδιέφερε;

Φυσικά και θα με ενδιέφερε. Όπως είπα άλλωστε, όλα τα μυθιστορήματα και ιδιαίτερα τα δύο τελευταία, ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» και η «Παραπλάνηση», έχουν γραφεί με «τηλεοπτική οπτική». Τουτέστιν, πολύπλοκη πλοκή, μικρές παράλληλες ιστορίες, δυνατοί χαρακτήρες, μικρές σκηνές με γρήγορες εναλλαγές, πολλές ανατροπές και καταιγιστικός ρυθμός. Αυτή η εμπειρία θεωρώ ότι μου δίνει την δυνατότητα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για τη μικρή οθόνη.

 

Ετοιμάζετε κάτι συγγραφικά αυτή την περίοδο που μπορείτε να ανακοινώσετε;

Η «Παραπλάνηση» ήταν ένα τρομακτικά δύσκολο κι άκρως εξαντλητικό εγχείρημα, που χρειάστηκε να γραφεί έντεκα (11!) φορές μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Κατόπιν τούτου, ο συγγραφέας και η αστυνόμος Τρύπη κάνουν τις διακοπές τους σε ένα μυστηριώδη εξωτικό προορισμό και είναι άγνωστο πότε και αν θα επιστρέψουν. Ας περιμένουμε λοιπόν…

 

Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, ποια συμβουλή ή ποιες κατευθυντήριες γραμμές δίνετε σε νέους συγγραφείς που ασχολούνται ή θέλουν να ασχοληθούν με την αστυνομική μυθιστορία;

Να διαβάσουν πρώτα πολλά βιβλία κλασικών. Κι όχι μόνο αστυνομικών συγγραφέων, όπως του Τσάντλερ, του Χάμμετ, του Μανσέτ, των Σιεβάλ-Βαλέε κ.λπ., αλλά και του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα. Να παρακολουθήσουν κλασικές ταινίες και σύγχρονες τηλεοπτικές σειρές. Να διευρύνουν τους ορίζοντες τους. Να παρακολουθήσουν κάποια μαθήματα δημιουργικής γραφής. Και τέλος, να επιλέξουν μία μικρή ομάδα ατόμων, που θα εμπιστεύονται πλήρως, θα συζητούν και θα προβληματίζονται από κοινού για την πορεία των έργων που γράφουν.