Η ιδιαίτερη σχέση του Μ. Λεμπιδάκη με τον απαγωγέα του «Ευγένιο»


Ήταν πραγματικά περίεργο το συναίσθημα από την κατάθεση του επιχειρηματία Μιχάλη Λεμπιδάκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης για ορισμένους  από τους απαγωγείς του.

Αν κάποιος έμπαινε στην αίθουσα της συνεδρίασης χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα της εκδικαζόμενης υπόθεσης, με δυσκολία θα αντιλαμβανόταν ότι τα λεγόμενα και οι χαρακτηρισμοί του Μιχ. Λεμπιδάκη αφορούσαν τους ανθρώπους που επί έξι μήνες τον κρατούσαν αιχμάλωτο, μακριά από το φως του ήλιου, αλυσοδεμένο  στο χέρι ή στο πόδι.

Οι αναφορές του και  κυρίως όσα είπε για τον αποκαλούμενο «Ευγένιο», τον  47χρονο ακτιβιστή από το Ρέθυμνο, ο οποίος πρωτόδικα καταδικάστηκε σε κάθειρξη 26 ετών ως εκ των ηγετικών στελεχών της οργάνωσης, παρέπεμπαν περισσότερο σε ένα φίλο από τα παλιά που του είχε συμπαρασταθεί σε μία δύσκολη δοκιμασία.

Ο Μιχάλης Λεμπιδάκης κακή κουβέντα δεν είπε για κανέναν από τους απαγωγείς του. Ήδη, από το πρωτόδικο δικαστήριο είχε μιλήσει με επιείκεια για όσους τού είχαν συμπεριφερθεί με ανθρωπιά.

Σε αυτούς αναφέρθηκε και χθες με ακόμα μεγαλύτερη θέρμη, ζητώντας από το δικαστήριο να τους αντιμετωπίσει ανάλογα. «Ορισμένοι  από τους κατηγορούμενους με πλησίασαν περισσότερο. Οι άνθρωποι αυτοί, τολμώ να πω, ότι ίσως με βοήθησαν να είμαι σήμερα εδώ  απόλυτα καλά ψυχικά.

Υπήρχαν 3-4 άνθρωποι που μου φέρθηκαν ανθρώπινα, μου κουβέντιαζαν, μου είπαν ένα λόγο παρηγοριάς, έδειξαν συμπόνια.  Μέσα στη ζέστη, με τη μάσκα και τα γυαλιά ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες. Η μοναξιά ήταν πολύ σκληρή».

Σε αυτούς συγκαταλέγονται  πρωτίστως ο «Ευγένιος», ο ευγενέστερος όλων, όπως είπε χαρακτηριστικά, ο «παππούς», ο 48χρονος αγρότης από το Ρέθυμνο, ο οποίος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη 25 ετών και ο ιδιοκτήτης της μάντρας, ο 45χρονος Ρεθυμνιώτης με την 20ετη κάθειρξη.

Η κατάθεση του επιχειρηματία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν συνεισέφερε κάποιο νέο στοιχείο, τουλάχιστον αποκαλυπτικό. Ο ίδιος, σαν έτοιμος από καιρό, εμφανίστηκε στο δικαστήριο με τη γνωστή ευγένεια που τον διακρίνει, και η κατάθεση  στην ουσία της κινήθηκε αυστηρά εντός των διαχωριστικών γραμμών που είχε θέσει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι για τον Μιχάλη Λεμπιδάκη η χθεσινή κατάθεση είχε περισσότερο το νόημα να προσφέρει χείρα βοηθείας στους καταδικασθέντες που τον στήριξαν με τον δικό τους τρόπο.

Όταν τον ρώτησε ο πρόεδρος της έδρας πώς είναι δυνατόν να μιλάει τόσο ευγενικά και καλοσυνάτα για τους απαγωγείς του, ο επιχειρηματίας απάντησε: «Μέσα σε κάθε άνθρωπο-εκτός και αν είναι γεννημένος κακούργος-αναπτύσσεται  συναίσθημα συμπόνιας για έναν συνάνθρωπο».

Ανέφερε ακόμα ότι άπαντες είχαν ευγενική συμπεριφορά με εξαίρεση μία φορά την ημέρα της αρπαγής που κάποιος επιχείρησε να τον τραβήξει με τη βία και ο αρχηγός τον επανέφερε στη θέση του… «Αυτός που έσπασε το τζάμι του αυτοκινήτου ήταν πιο βίαιος και πιο άγριος».

Αν και στο πρωτόδικο δικαστήριο η εξέταση του απαχθέντος ήταν πολύωρη, στο δευτεροβάθμιο  η διαδικασία-αναμενόμενο φυσικά- εξελίχθηκε  με πιο γρήγορους ρυθμούς. Άλλωστε, επανέλαβε ότι δεν είδε κανένα πρόσωπο και δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να μπει στη διαδικασία αναγνώρισης κάποιας φωνής. «Για τη δική μου προστασία δεν ρωτούσα πληροφορίες, δεν ήθελα ούτε να ξέρω, ούτε να δω… αυτό ήταν το εχέγγυο μου για να βγω ζωντανός».

Την στάση αυτή τήρησε και όταν ο συνήγορος του 47χρονου Ρεθυμνιώτη, ο οποίος διέμενε στην Αθήνα, και έχει καταδικαστεί για τον ηγετικό του ρόλο, σηκώθηκε από το εδώλιο με προτροπή του συνηγόρου του, κατέβασε τη μάσκα και κοιτώντας τον Μιχ. Λεμπιδάκη ευθεία στα μάτια, επανέλαβε χαρακτηριστικές φράσεις που του είχε πει την ημέρα της αρπαγής ο «αρχηγός».

Ρωτήθηκε ακόμα γιατί  δεν τόλμησε να ανοίξει έστω ένα από τα χαρτόνια που σφράγισαν τα παράθυρα στο τελευταίο κρησφύγετο.  «Δεν είμαι Ράμπο. Είχα διαλέξει το δρόμο της υπομονής. Αν με έβλεπαν, ίσως να ήταν η αιτία να είχε δυσμενή κατάληξη η υπόθεση».

Τον εμπιστευόταν τον «Ευγένιο»

Για τον «Ευγένιο» κατέθεσε ότι κατά την κρίση του δεν ανήκει στην ομάδα του σκληρού πυρήνα. «Όπως τον έζησα εγώ, δεν είναι τυχαίο ότι τον ονόμασα Ευγένιο. Με είχε λύσει κάποιες φορές, με νικούσε πάντα στην ξερή, μου μαγείρευε».

Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν στο πρώτο κρησφύγετο και μετά  στο τελευταίο. Όταν αντάμωσαν ξανά, υπήρξε ένα κλίμα συγκίνησης. «Δεν ξέρω τι έγινε και ενεπλάκη ξανά τον Αύγουστο.

Θα πάρω την ρομαντική άποψη ότι το έκανε για να με βοηθήσει». Κατέθεσε ακόμα ότι δεν φοβόταν ότι θα τον βλάψει και παραδέχτηκε ότι αν ήξερε ότι εκείνον εννοούσε ως «βοήθεια» ο ιδιοκτήτης της μάντρας, θα ακολουθούσε το προτεινόμενο σχέδιο διαφυγής. Κατέθεσε δηλαδή ευθέως ότι τον εμπιστευόταν.

Για τον «παππού» είπε επίσης καλές κουβέντες. Ήταν ο άνθρωπος που του κρατούσε το χέρι στα δύσκολα, τον στήριζε και τον συμπονούσε. Πιστεύει ότι η μεταμέλεια του ήταν ειλικρινής.

Για τον ιδιοκτήτη της μάντρας πιστεύει ότι εκβιάστηκε για να εμπλακεί στην υπόθεση της απαγωγής, ότι ήταν φοβισμένος, θεωρεί ότι ήταν ειλικρινής, δεν είναι άνθρωπος με εγκληματική συνείδηση, μπλέχτηκε και αναζητούσε διέξοδο. Δεν ανήκε στην ομάδα αυτών που αποφάσιζαν.

Ο Μιχάλης Λεμπιδάκης λίγο πριν αποχωρήσει από την αίθουσα, ζήτησε από τον πρόεδρο της έδρας να κατεβάσει τη μάσκα του. Χαμογέλασε. «Με βλέπετε ότι είμαι απόλυτα καλά. Θα ήθελα να παρακαλέσω το δικαστήριο να δείξει επιείκεια ως προς τον καταλογισμό της ποινής σε αυτούς που ομολόγησαν και μετάνιωσαν». Η δίκη συνεχίζεται στις 21 Νοεμβρίου.

Ο φύλακας της μιας νύχτας με την κλασική προφορά

Ο  Μιχάλης Λεμπιδάκης περιγράφοντας ένα προς ένα τα κρησφύγετα στα οποία τον μετακίνησαν, από την ημέρα της αρπαγής του έως και την ημέρα της απελευθέρωσης του, αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην προφορά και στην αντίδραση ατόμου που προφανώς είχε επιστρατευτεί ως φύλακας.

Έμεινε μαζί του για μία νύχτα και στη συνέχεια εγκατέλειψε το εγχείρημα κακήν-κακώς. Η παρουσία του ατόμου αυτού εντοπίζεται στο 2ο μαντρί στο οποίο οι δράστες μετακίνησαν υπό καθεστώς πίεσης και πανικού τον επιχειρηματία μετά το σκηνικό στον Βρασκά.

Τον είχαν μετακινήσει «αλαφιασμένοι» όπως περιέγραψε. Είπε στο δικαστήριο ότι «είχε την κλασική προφορά των Ανωγείων και του Μονοφατσίου και φώναζε: «δεν κάθομαι εδώ να φυλάω τον άνθρωπο, τι είναι αυτά τα πράγματα».

Να σημειωθεί, όπως έχει γράψει η «Π», ότι οι Αρχές μεταξύ άλλων διερευνούν τον ρόλο ενός κρητικού, αποτύπωμα του οποίου  βρέθηκε στην μάντρα με τα σκραπ όπου κρατούνταν ο Μιχάλης Λεμπιδάκης. Πρόκειται για κτηνοτρόφο από χωριό του Μονοφατσίου.

 

Ευαγγελία Καρεκλάκη

https://www.patris.gr