Ο Μαραντόνα είναι όλα όσα μπορούμε να νιώσουμε


Αντί προλόγου, μια απορία: Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο ποδοσφαιρικός – και όχι μόνο – κόσμος χωρίστηκε στα δύο επί δεκαετίες διαφωνώντας για το αν ο σπουδαιότερος ποδοσφαιριστής του πλανήτη ήταν ο Πελέ ή ο Μαραντόνα.

Ο Πελέ ήταν ένας υπέροχος, θεϊκός παίκτης, αλλά μέχρι εκεί. Ο Μαραντόνα όμως ήταν συγκλονιστικός (και) σε πολλά άλλα επίπεδα. Τα δύο αυτά μεγέθη δεν ήταν ποτέ συγκρίσιμα διότι απλώς ήταν εντελώς διαφορετικά. Δύο κόσμοι εντελώς άσχετοι μεταξύ τους.

Ο Μαραντόνα ήταν και θα παραμείνει είδωλο και μύθος για πολύ περισσότερους λόγους από το ότι υπήρξε ο σπουδαιότερος παίκτης στην ιστορία του δημοφιλέστερου αθλήματος του κόσμου. Κυρίως επειδή έχει προκαλέσει τα περισσότερα, τα πιο αντιφατικά και τα πιο έντονα συναισθήματα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του.

Προκάλεσε ντελίριο χαράς και υπερηφάνειας στην Αργεντινή και στη Νάπολη. Αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους.

Η Αργεντινή τον αποθέωσε όχι μόνο επειδή πήρε σχεδόν μόνος του το Μουντιάλ του 1986, αλλά διότι το πήρε εξευτελίζοντας την Αγγλία.

Οι Άγγλοι πάντα θα φωνάζουν για το γκολ με το «χέρι του Θεού» στο 51ο λεπτό του προημιτελικού με την Αργεντινή στις 22 Ιουνίου 1986, στο Μουντιάλ του Μεξικού. Ακόμη και τώρα, μετά τον θάνατό του, τον αποκαλούν «κλέφτη». Αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσουν ότι, μόλις τέσσερα λεπτά αργότερα, ο Ντιεγκίτο έβαλε εναντίον τους το «γκολ του αιώνα» ντριμπλάροντας με άνεση τη μισή εθνική τους.

Αυτή η νίκη λειτούργησε σαν βάλσαμο στην ψυχή των Αργεντινών του. Την έζησαν ως τη μεγάλη ρεβάνς για την ήττα τους από τους Εγγλέζους τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στον πόλεμο για τα νησιά Φόκλαντς, ο οποίος, με την παταγώδη ήττα τους, σφράγισε το τέλος μιας διεκδίκησης 150 χρόνων. Χάρη στον Μαραντόνα όμως πήραν (κυριολεκτικά) το αίμα τους πίσω.

Δεν ήταν το μόνο Παγκόσμιο Κύπελλο για την Αργεντινή. Είχε πάρει και αυτό του 1978, μόλις οκτώ χρόνια νωρίτερα, αλλά ποια σύγκριση μπορεί να γίνει μεταξύ τους;

Παίζοντας στη Νάπολη, την περιφρονημένη βασίλισσα του ιταλικού Νότου, σκόρπισε απλόχερα ευτυχία και υπερηφάνεια επειδή, χάρη σε αυτόν τον απίθανο τύπο, η ομάδα της πόλης κατάφερε να πάρει τα δύο όλα κι όλα πρωταθλήματα της ποδοσφαιρικής της ιστορίας, τον μοναδικό της ευρωπαϊκό τίτλο (Κύπελλο ΟΥΕΦΑ) και ένα από τα έξι Κύπελλα Ιταλίας που έχει κατακτήσει.

Κυρίως όμως χάρη σε αυτόν έσπασε πρώτη φορά την κυριαρχία του ιταλικού Βορρά και ένιωσε ισχυρή, ισότιμη, υπολογίσιμη. Τρεις δεκαετίες μετά, ακόμη προσπαθεί να επαναλάβει αυτόν τον θρίαμβο. Χωρίς αποτέλεσμα. Παρά τις ευχές του Ντιέγκο μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η Νάπολη ένιωσε υπερήφανη για έναν ακόμη λόγο. Διότι, για να υπερασπιστεί τα πάμφτωχα παιδιά της, ο Μαραντόνα τα έβαλε με τον ίδιο τον Πάπα, και μάλιστα πρόσωπο με πρόσωπο. Ποιος άλλος θα τολμούσε; Η περιγραφή του Μαραντόνα για το συμβάν:

«Είχα τσακωθεί με τον Πάπα όταν έπαιζα στη Νάπολη, ναι. Τσακώθηκα επειδή είχα επισκεφθεί το Βατικανό και είδα τα ταβάνια από χρυσό και μετά άκουσα τον Πάπα να μου λέει ότι η Εκκλησία ανησυχεί για τα φτωχά παιδιά. Ε, τότε πουλήστε τα χρυσά ταβάνια, π... γιοι!».

Έγινε σύμβολο των αδικημένων από την ποδοσφαιρική μαφία όταν, ύστερα από τον νικητήριο τελικό του 1986 με 3-2 επί της Γερμανίας, την ξαναβρήκε απέναντί του στον τελικό του 1990 στην Ιταλία.

Στον ημιτελικό με τη διοργανώτρια Ιταλία η Αργεντινή δέχεται ένα μουσαντένιο γκολ από τον Τοτό Σκιλάτσι, το οποίο θα έπρεπε να ακυρωθεί ως οφσάιντ, και ο Γάλλος διαιτητής τη σακατεύει στέλνοντας τη μισή της ομάδα εκτός τελικού. Παρ’ όλα αυτά, η Αργεντινή περνάει στον τελικό, όπου μένει με εννέα παίκτες λόγω κόκκινων καρτών και λυγίζει στο 85ο λεπτό με πέναλτι «μαϊμού».

Ο ούτως ή άλλως αντιπαθής στην ποδοσφαιρική εξουσία Μαραντόνα είχε την κακή τύχη να βρεθεί αντιμέτωπος με την – ύστερα από 45 χρόνια χωρισμού σε Ανατολική και Δυτική – επανενωμένη Γερμανία.

Η νίκη του καπιταλιστικού Καλού επί του σοσιαλιστικού Κακού είχε σφραγιστεί με τη συμφωνία επανένωσης ελάχιστους μήνες νωρίτερα. Η επιβράβευση της επανένωσης και του πολιτικού μηνύματός της φαίνεται πως ήταν ο πραγματικός αντίπαλος της Αργεντινής. Η δε ξεδιάντροπη ποδοσφαιρική κλοπή εις βάρος της ήταν κι αυτή ένα αυτοτελές πολιτικό μήνυμα.

Άλλωστε ο Ντιεγκίτο, με τον τρόπο του, έκανε πάντα πολιτική, έστω κι αν αυτή στηριζόταν κυρίως στη βάση του συναισθήματος. Όταν τα έβαζε με τον Πάπα· όταν δήλωνε με υπερηφάνεια τη φιλία του με τον Φιντέλ Κάστρο· όταν στήριζε όλους τους αριστερούς ηγέτες της Λατινικής Αμερικής, της «πίσω αυλής» των ΗΠΑ, για τις οποίες έλεγε ότι μισεί αυτές και ό,τι εκφράζουν· όταν μιλούσε για τους φτωχούς της χώρας του και του κόσμου.

Ο Μαραντόνα όμως δεν προκαλούσε μόνο θετικά συναισθήματα. Οι τάσεις αυτοκαταστροφής του, η τελείως άστατη προσωπική του ζωή, οι περιπέτειές του με τον νόμο, με τα ναρκωτικά, με το αλκοόλ και την υγεία του, αν μιλούσαμε για έναν μέσο άνθρωπο, θα επέφεραν μια ζωή μεταξύ ατίμωσης, φυλακής, κλινικών αποτοξίνωσης και ψυχιατρείου. Τα δύο τελευταία τα δοκίμασε κι αυτός.

Οι ποδοσφαιρικοί – και όχι μόνο – θαυμαστές και οπαδοί του ανά τον κόσμο τον είδαν κατ’ επανάληψη να έχει ένα ανάξιο του ταλέντου του τέλος καριέρας, να παρανομεί, να αυτοεξευτελίζεται, να καταρρέει, να αποτυγχάνει παταγωδώς ως προπονητής, να «σπέρνει» παιδιά που δεν αναγνώριζε, να χρεοκοπεί, να φλερτάρει με τον θάνατο.

Ήταν πολλές οι φορές και πολλοί οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι που τον αγάπησαν, τον θαύμασαν και τον λάτρεψαν έφτασαν να νιώσουν συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και οργής για τον ξεπεσμό του ειδώλου τους. Και άλλοι που ένιωσαν μόνο μίσος και περιφρόνηση γι’ αυτόν.

Οι άνθρωποι συνηθίζεται να λατρεύουν τους σημαντικούς της τέχνης – και το ποδόσφαιρο, να με συμπαθάτε, είναι μία απ’ αυτές – που φεύγουν νέοι και άφθαρτοι, όταν ο μύθος τους βρίσκεται στο απόγειό του. Προφανώς στη μουσική υπήρξαν σπουδαιότεροι από τον Τζιμ Μόρισον, αλλά είχαν την ατυχία να γεράσουν και να φθαρούν, ίσως και να γίνουν «συνηθισμένοι άνθρωποι». Γι’ αυτό ποτέ δεν θα φτάσουν τον μύθο του.

Ο Τσε Γκεβάρα και ο Τζέιμς Ντιν δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελίσσονταν σε βάθος χρόνου. Ξέρουμε όμως ότι ο δικός τους μύθος θα επιβιώνει εσαεί χάρη στο πρόωρο τέλος τους. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα.

Ο Μαραντόνα, αντιθέτως, παρέμεινε μύθος παρότι έκανε όλα όσα θα μπορούσαν να κηλιδώσουν, να φθείρουν, να καταστρέψουν ολοσχερώς την εικόνα και τη φήμη του. Παρέμεινε ψηλά στις συνειδήσεις των ανθρώπων επειδή ήταν ικανός να προκαλέσει τόσα πολλά, τόσο αντιφατικά και τόσο έντονα συναισθήματα. Η προσωποποίηση του πάθους.

Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα θα είναι πάντα εδώ, μαζί μας, διότι δεν εκπροσωπεί απλώς, αλλά είναι ο ίδιος όλα όσα μπορούμε να νιώσουμε. Απλώς θα μας βλέπει από λίγο πιο ψηλά...


Σταύρος Χριστακόπουλος

http://www.topontiki.gr