Το προφίλ των ανήλικων παραβατών στην Ελλάδα


Με αφορμή το έγκλημα με θύμα 50χρονη μητέρα, που μας συγκλόνισε με τη βιαιότητά του και κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι φέρεται να εμπλέκονται 3 ανήλικοι, η κόρη του θύματος 15 ετών και δύο φίλοι της, 16 και 17 ετών, προχωρώ σε μία σύνοψη των βασικών στοιχείων που συνθέτουν το προφίλ των ανήλικων παραβατών στη χώρα μας, τα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά στο υπό έκδοση βιβλίο μου, στο οποίο διερευνώ εγκλήματα με δράστες και θύματα ανήλικους και νεαρά σε ηλικία άτομα, επομένως θα επανέλθουμε στο θέμα (με πολλά στοιχεία) το προσεχές χρονικό διάστημα.

Το προφίλ των ανήλικων παραβατών στη χώρα μας σκιαγραφείται ως εξής: πρόκειται στη συντριπτική πλειοψηφία τους για αγόρια ηλικίας 14-18 ετών (αν και στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι έρευνες εστιάζουν και στη βία μεταξύ ανήλικων κοριτσιών και θα αναδείξουμε αυτή την κρίσιμη πτυχή του θέματος στο βιβλίο), προέρχονται από οικογένειες με σοβαρές δυσλειτουργίες, με τις εν λόγω δυσλειτουργίες να χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στις ορατές και μη ορατές. Οι ορατές αφορούν σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, συχνά πολλαπλά και δύσκολα στη διαχείρισή τους, όπως οικονομικά ή/και ψυχοκοινωνικά, γονείς που μπορεί να έχουν συγκρουστεί οι ίδιοι με τον ποινικό νόμο, να είναι εξαρτημένοι από ουσίες ή/ και αλκοόλ, να βρίσκεται ο ένας ή και οι δύο γονείς στη φυλακή, να έχουμε θάνατο ή εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τον ένα γονέα και αδυναμία του άλλου για μία σειρά σημαντικών και κρίσιμων λόγων να αναλάβει μόνος του τις ευθύνες της ανατροφής των παιδιών κ.λπ.

Οι μη ορατές μπορούν να συνοψιστούν στη φτωχή ή ακόμα και στην παντελή έλλειψη επικοινωνίας γονέων-παιδιών, επίσης σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε τους χαρακτηριζόμενους «συναισθηματικά απόντες» γονείς, δηλαδή γονείς που είναι παρόντες-απόντες αδυνατώντας να καλύψουν τις πολύ αυξημένες ανάγκες του ανήλικου σε συναισθηματικό-ψυχολογικό επίπεδο, όπως και γονείς που εφαρμόζουν πολύ σκληρές μεθόδους πειθάρχησης ή, στον αντίποδα, γονείς που δεν βάζουν όρια στα παιδιά τους, τα οποία τελικά αφήνονται ανεξέλεγκτα, ή ακόμα γονείς που είναι ασυνεπείς στη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά περνώντας τους με την εν λόγω στάση τους διφορούμενα μηνύματα. Μάλιστα σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να έχουμε αντιστροφή ρόλων, δηλαδή τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας να αναλαμβάνουν τον ρόλο του γονέα για να προστατεύσουν τα μικρότερα μέλη της οικογένειάς τους.

Ένα άλλο στοιχείο που συνθέτει το προφίλ του ανήλικου παραβάτη είναι η κακή σχέση του με το σχολείο, που συνιστά μία πολύ σοβαρή πτυχή του θέματος. Πρόκειται για ανήλικους με πολύ χαμηλές σχολικές επιδόσεις, που εγκαταλείπουν πρώιμα τις σχολικές τους σπουδές. Ειδικότερα, η πλειοψηφία των ανήλικων φέρεται να έχει ολοκληρώσει με χαμηλές επιδόσεις τη βασική εκπαίδευση. Ωστόσο, μεγάλο είναι και το ποσοστό εκείνων που την έχουν διακόψει, πριν την ολοκληρώσουν. Καταλαβαίνουμε ασφαλώς τη σοβαρότητα του ζητήματος, καθώς ένα παιδί που στην τρυφερή ηλικία των 15 ετών ή και πολύ μικρότερο, έχοντας ολοκληρώσει μόνο τη βασική εκπαίδευση (ή ούτε καν αυτή), βρεθεί στους δρόμους χωρίς ισχυρά εφόδια, μπορεί εύκολα να γίνει βορά του οποιουδήποτε επιτήδειου και να εμπλακεί σε παράνομες  δράσεις ακόμα και σε ειδεχθή εγκλήματα.

Οι πολύ χαμηλές επιδόσεις αυτών των ανήλικων στο σχολείο και η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη σχολική ζωή τούς οδηγούν και σε μία διάψευση των προσδοκιών τους, με συνέπεια να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και να μη θέτουν στόχους για την προσωπική και εκπαιδευτική τους εξέλιξη και αργότερα για την επαγγελματική τους εξέλιξη, όπως καταγράφεται σε αρκετές περιπτώσεις.

Πολύ σημαντικό επίσης να αναφέρουμε ότι ένας αξιοσημείωτος αριθμός ανήλικων εμφανίζει εμπλοκή με εξαρτησιογόνες ουσίες. Επίσης ένα ποσοστό αυτών των νέων αντιμετωπίζει ψυχοκοινωνικά ζητήματα.

Διαχρονικά, στην παραβατικότητα ανηλίκων, εφηβικής κατά κύριο λόγο ηλικίας, συμπεριλαμβάνονται τρεις μεγάλες κατηγορίες αδικημάτων που είναι οι εξής:

Σωματικές βλάβες.

Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας (κυρίως κλοπές).

Παραβάσεις ειδικών ποινικών νόμων.

Οι υποθέσεις που απασχολούν τα Δικαστήρια Ανηλίκων στη χώρα μας μπορούμε να πούμε ότι χωρίζονται σχηματικά σε πλημμεληματικές και κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους και αφορούν εγκλήματα κατά της ζωής (π.χ. ελαφριά-απλή-επικίνδυνη σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία), της τιμής (π.χ. εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση), της περιουσίας (π.χ. κλοπή, ληστεία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας) και της δημόσιας ασφάλειας (π.χ. διατάραξη κοινής ειρήνης). Πράξεις που εμπίπτουν σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους είναι η βία στα γήπεδα, οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, οι παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών, οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Τις πρώτες θέσεις  ανάμεσα στα αδικήματα που διαπράττουν οι ανήλικοι κατέχουν οι κλοπές και οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ενώ ακολουθούν οι σωματικές βλάβες, οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, καθώς και της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Έπονται οι ληστείες, οι βιασμοί και οι ανθρωποκτονίες από πρόθεση, στις οποίες εντοπίζεται πολύ μικρή συμμετοχή.

Ως προς το τι οδηγεί ένα ανήλικο άτομο στην παραβατική δράση, δυστυχώς δεν μπορούμε να δώσουμε μία και μόνο απάντηση. Η συμπεριφορά των ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένης και της αποκλίνουσας και της παραβατικής, είναι προϊόν σύνθετης αλληλεπίδρασης ατομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, ακόμα και κοινοτικών παραγόντων, καθώς και των αλληλεπιδράσεων των νέων. Όπως και η εγκληματικότητα ενηλίκων, έτσι και το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας είναι σύνθετο και πολυπαραγοντικό. Σαφώς κάθε υπόθεση έχει τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά που πρέπει να εξετάζονται σε βάθος για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα «πώς» και τα «γιατί» κάθε υπόθεσης.

Αναφορικά με την εθνικότητα, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαμε παρουσιάσει αναλυτικά στο pm “Νεανική παραβατικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης” σημειώνεται μία σταθερή εμπλοκή ανήλικων ROMA σε πράξεις κυρίως κλοπών. Επίσης, ενώ στον Πειραιά η συμμετοχή Ελλήνων και αλλοδαπών παραβατών προκύπτει ότι είναι σχεδόν ισοδύναμη και σε κάποιες περιπτώσεις η συμμετοχή των Ελλήνων δραστών είναι υψηλότερη, στο Δικαστήριο Ανηλίκων της Αθήνας η συμμετοχή των αλλοδαπών παραβατών είναι μεγαλύτερη. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται η μεγαλύτερη ευαλωτότητα του αλλοδαπού πληθυσμού στους μηχανισμούς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου, που ίσως είναι εντονότερος στο κέντρο της Αθήνας, όπως εξάλλου μαζικότερη είναι και η συγκέντρωση μεταναστών σε συγκεκριμένες περιοχές της πρωτεύουσας. Ωστόσο, στο γενικό προφίλ των ανήλικων παραβατών, υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις ανήλικων που το αναιρούν, προερχόμενοι από μεσαία και ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, από φαινομενικά «καλές» οικογένειες, με καλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο, που μπορεί να φτάσουν στις Υπηρεσίες Ανηλίκων κατηγορούμενοι για κλοπές, χρήση ναρκωτικών, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ή ακόμα για ληστεία ή και βιασμό.

Θα τονίσω όμως στο σημείο αυτό ότι τα ΜΜΕ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να στιγματίζουν ανήλικους βάσει εθνικότητας ή κοινωνικοοικονομικής τους κατάστασης, αντίθετα πρέπει να υπάρχει πολύ μεγάλη κοινωνική ευαισθησία για τα παιδιά που δεν έχουν ένα υποστηρικτικό κοινωνικό περιβάλλον και να υπογραμμισθεί η σπουδαιότητα της κοινωνικής μέριμνας στις υποθέσεις που ένας ανήλικος είναι εκτεθειμένος σε πολλούς και σοβαρούς παράγοντες κινδύνου (risk factors), γιατί ακόμα κι αν δεν οδηγηθεί σε παραβατική δράση, συνιστά μία πολύ σοβαρή πτυχή του θέματος το να  μεγαλώνει ένα παιδί σε ακατάλληλα για τη σωματική και ψυχική του υγεία περιβάλλοντα. Τα ακατάλληλα αυτά περιβάλλοντα άλλωστε βλέπουμε ότι αφορούν όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα, με σοβαρές ορατές αλλά και μη ορατές δυσλειτουργίες να διαταράσσουν τις ισορροπίες και τις σχέσεις σε οικογένειες.

Ο ανήλικος στην Εγκληματολογία: Στα τέλη του 19ου αιώνα, περισσότερο δέ τον 20ό αιώνα υπό την επήρεια των επιστημών συμπεριφοράς και κυρίως της εξελικτικής ψυχολογίας, επικράτησε η ιδέα ότι τα παιδιά διαφέρουν θεμελιακά από τους ενήλικους και πρέπει να έχουν ανάλογη μεταχείριση. Ο ανήλικος δεν θεωρείται πλέον μικρογραφία του ενήλικου και κρίνεται ότι έχει ανάγκη από ιδιαίτερη μεταχείριση από τον νομοθέτη και τον δικαστή. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκαν εναλλακτικές ποινικοσωφρονιστικές δυνατότητες, άσυλα και ορφανοτροφεία για παιδιά, ενώ θεσπίστηκε η υπαγωγή των ανήλικων δραστών σε ειδικό δικονομικό καθεστώς μεταχείρισης. Αποτέλεσμα αυτών των νέων ιδεολογικών τάσεων ήταν και η ίδρυση του πρώτου παγκοσμίως δικαστηρίου ανηλίκων, του “Chicago Juvenile Court” το 1899 στο Ιλινόι των ΗΠΑ.


Ολοκληρώνοντας, θα τονίσω ότι υπάρχουν αρκετά και σοβαρά σημεία που προβληματίζουν τους ειδικούς επί του θέματος επιστήμονες για το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας και τα οποία θα συζητήσουμε αναλυτικά με την έκδοση του βιβλίου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή στο γεγονός ότι εισερχόμαστε σε μία νέα περίοδο, με τις σύγχρονες κοινωνίες να έρχονται αντιμέτωπες με τη σφοδρή υγειονομική κρίση, η οποία θα ασκήσει τις δικές της ισχυρές επιδράσεις στον κοινωνικό, άρα και οικογενειακό, ιστό. Οικογένειες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν επιπρόσθετα προβλήματα, επομένως περισσότερο από ποτέ το βλέμμα μας πρέπει να στραφεί στον ανήλικο που καλείται να αντιμετωπίσει μία νέα, διαφορετική και σκληρή πραγματικότητα. Να προστατεύσουμε και να ενισχύσουμε τον ανήλικο αυτή την περίοδο. Να μην κλείσουμε τα μάτια στο πρόβλημα, να μην περιμένουμε να διαπραχθεί ένα τόσο άγριο έγκλημα, ένα έγκλημα που εξισώνεται με την εγκληματικότητα ενηλίκων, για να τοποθετηθούμε, ειδικά από τη στιγμή που και η επιστημονική κοινότητα εστιάζει σε σημεία, στα οποία πρέπει να δείξουμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Πιστεύω πολύ στη δύναμη της πρόληψης. Θα αναφερθώ εδώ, πολύ συνοπτικά, στον ρόλο του σχολείου και των ΜΜΕ. Τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, κατά την άποψή μου, πρέπει να δώσουν χώρο και χρόνο σε όλες τις μαθήτριες και σε όλους τους μαθητές, καθώς δεν μπορούν να ανταποκριθούν όλα τα παιδιά στο πρότυπο του «τυπικά καλού μαθητή» και αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν κατά τον σχεδιασμό των σύγχρονων εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Γι’ αυτό δίνω έμφαση στον ρόλο της τέχνης στο σχολείο, ώστε να δοθούν δημιουργικές διεξόδους στους σύγχρονους νέους να εκφράσουν σκέψεις, ιδέες αλλά και συναισθήματα και να μην εγκαταλείπουν το σχολείο που θα μπορούσε να τους δώσει γνώσεις και αξίες ζωής.

Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι σημαντικός ως προς την ενημέρωση του κοινού και ειδικότερα θα τόνιζα την ανάγκη για εκστρατείες ενημέρωσης, προκειμένου να γνωρίζουν οι οικογένειες και οι ανήλικοι σε ποιους επιστημονικούς φορείς μπορούν να απευθυνθούν για να λάβουν βοήθεια και υποστήριξη προτού μία κατάσταση που αδυνατούν να διαχειριστούν ξεφύγει τελείως από τον έλεγχό τους και οδηγήσει ακόμα και στο έγκλημα.

Ένα πολύ σημαντικό μήνυμα που οφείλουμε να περάσουμε από τα ΜΜΕ είναι ότι δεν πρέπει να αισθάνονται ντροπή οι γονείς ή/ και ανήλικοι που αισθάνονται αδυναμία να διαχειριστούν μόνοι τους μία δύσκολη κατάσταση ή τα συναισθήματα που τους κατακλύζουν και χρειάζονται βοήθεια και στήριξη. Είναι πολύ σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις να μην αφήσουν την κατάσταση στο σπίτι να εκτραπεί και να οδηγήσει στά άκρα. Συνεπώς, είναι κρίσιμης σημασίας να κατανοήσουμε όλοι, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, τη σπουδαιότητα της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης.

της Αγγελικής Καρδαρά.

 https://www.postmodern.gr