Ο βιασμός κατά τις ένοπλες συρράξεις


Ακολούθως παρουσιάζονται τα πορίσματα μίας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας μελέτης με θέμα τον βιασμό κατά τις ένοπλες συρράξεις, η οποία εκπονήθηκε από την Πολιτικό Επιστήμονα και Διδάκτορα Εγκληματολογίας, κ. Γεωργία Α. Καλαπόδη Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, με σύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Είναι, πιστεύουμε, αναγκαίο να διεξάγονται έρευνες και μελέτες για τόσο κρίσιμης σημασίας θέματα, προκειμένου να υπάρξει ενημέρωση για σκοτεινές πτυχές των υπό διερεύνηση θεμάτων και σε ένα δεύτερο επίπεδο μεγαλύτερη αφύπνιση και ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού.

Ειδικά για το έγκλημα του βιασμού που εξακολουθεί στις σύγχρονες κοινωνίες να αποτελεί ένα «σκοτεινό/ αφανές» έγκλημα, καθώς από την ντροπή και τον φόβο του κοινωνικού στιγματισμού πολλές υποθέσεις δεν καταγγέλλονται ποτέ, πρέπει η ενημέρωση του πολίτη να είναι ολοκληρωμένη και σε βάθος. Στο σημείο αυτό ο ρόλος των ΜΜΕ είναι πολύ σημαντικός, τόσο ως την αύξηση των εκστρατειών ενημέρωσης, όσο και ως προς την καταπολέμηση των επικίνδυνων κοινωνικών στερεοτύπων που επιτείνουν τον κοινωνικό στιγματισμό και θυματοποιούν δευτερογενώς τα άτομα, πρωτίστως γυναίκες, που επέζησαν του εγκλήματος του βιασμού.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη εισαγωγή μου για να περάσουμε στην παρουσίαση, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά για τη δυνατότητα να αναδείξουμε στα Μέσα και αυτό το πολύ σοβαρό θέμα, το οποίο μου πρότεινε πριν από μερικούς μήνες και με έφερε σε επαφή με την κ. Καλαπόδη.  

 

Σύντομο Βιογραφικό

Γεωργία Α. Καλαπόδη, Πολιτικός επιστήμονας-Διδάκτωρ Εγκληματολογίας

Γεννήθηκα στη Πάτρα και σπούδασα Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είμαι επίσης απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «η σύγχρονη εγκληματικότητα και η αντιμετώπισή της» του  Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στη διπλωματική εργασία του Μεταπτυχιακού μου ασχολήθηκα με τα «εγκλήματα πολέμου». Το 2020 ολοκλήρωσα   τη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «ο βιασμός κατά τις ένοπλες συρράξεις», με επιβλέποντα τον Ομότιμο Καθηγητή του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Αντώνη Μαγγανά.

Εργάστηκα ως εκπαιδευτικός στη Β/βαθμια Εκπαίδευση με συνολική αναγνωρισμένη διδακτική προϋπηρεσία 33 ετών. Στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών μου καθηκόντων ήμουν υπεύθυνη για ερευνητικά προγράμματα που εκπονήθηκαν από ομάδες μαθητών/τριων μου με θέματα: α) τη νεανική παραβατικότητα, β) τις φυλακές ανηλίκων, γ) τα ανθρώπινα δικαιώματα, δ) την ενδοοικογενειακή βία. Το 2016, συμμετείχα ως εισηγήτρια σε εκδήλωση της Δημοτικής Επιτροπής Ισότητας του Δήμου Παλλήνης με θέμα την ενδοοικογενειακή βία. Συμμετείχα επίσης στο 15ο Σεμινάριο Διεθνούς Δικαίου παρουσιάζοντας «τη νομολογία διεθνών και εθνικών δικαστηρίων για το έγκλημα του βιασμού κατά τις ένοπλες συρράξεις», μετά από συνεργασία με τον Ομότιμο Καθηγητή του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Στέλιο Περράκη.Από το έτος 2006 μέχρι και το έτος 2009 εργάστηκα στο 1ο Γραφείο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής ως υπεύθυνη για νομικά θέματα της υπηρεσίας  Είμαι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εγκληματολογίας και του Συλλόγου Ελλήνων Εγκληματολόγων του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Σκοπός: Η μελέτη εξετάζει τους βιασμούς που διαπράττονται κατά τη διάρκεια των ενόπλων συρράξεων υπό το πρίσμα της επιστήμης της Εγκληματολογίας και σχετικών με το αντικείμενο της μελέτης ζητημάτων που παρουσιάζουν εγκληματολογικό ενδιαφέρον.

Η δομή της μελέτης και τα κύρια ερωτήματα: Στο πρώτο μέρος της μελέτης επιχειρείται να διαπιστωθεί «αν είναι εφικτή μία συγκριτική ανάλυση των βιασμών που διαπράττονται κατά την διάρκεια ενόπλων συρράξεων σε σχέση με το έγκλημα του «τυπικού βιασμού», όπως αυτό εννοείται σε ειρηνικές περιόδους. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης εξετάζονται αποφάσεις των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων οι οποίες αφορούν μαζικούς και οργανωμένους βιασμούς που διαπράχτηκαν κατά τη διάρκεια ενόπλων συρράξεων. Ερευνάται επιπρόσθετα η δυνατότητα εφαρμογής από τα εθνικά δικαστήρια των διεθνών κανόνων και της νομολογίας των διεθνών δικαστηρίων για το έγκλημα του βιασμού κατά τις ένοπλες συρράξεις. Το κύριο ερώτημα που γεννάται είναι «εάν οι ρυθμίσεις των διεθνών κανόνων και η απονομή της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης καθίστανται επαρκή εργαλεία στο επίπεδο της πρόληψης και της καταστολής της σεξουαλικής βίας των ενόπλων συρράξεων».

Μεθοδολογία: Στο πρώτο μέρος της μελέτης, μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης της βιβλιογραφίας, αναλύονται κριτικά οι σχετικές με το θέμα εμπειρικές έρευνες και θεωρητικές προσεγγίσεις. Στη τεκμηρίωση των συμπερασμάτων επιλέγεται ησυγκριτική μέθοδοςπου στοχεύει στην συστηματοποίηση των ομοιοτήτων και των διαφορών της σεξουαλικής βίας σε περιόδους ειρήνης και ενόπλων συρράξεων.Στο δεύτερο μέρος της μελέτης επιλέγεται κατά κανόνα ως μέθοδος έρευνας «η μελέτη περίπτωσης»που συνίσταται στην περιγραφή και κριτική ανάλυση συγκεκριμένων υποθέσεων που εκδικάστηκαν από διεθνή δικαστήρια ή από εθνικά δικαστήρια βάσει των διεθνών κανόνων οι οποίες αφορούν βιασμούς που διαπράχτηκαν κατά την διάρκεια ενόπλων συρράξεων.

Συμπεράσματα: Ο βιασμός αποτελεί ιστορικά μία από τις πιο ακραίες μορφές φυσικής και ηθικής βίας που επιφέρει σοβαρές και μακροχρόνιες βλάβες στα θύματα. Ψυχο-κοινωνιολογικές θεωρήσεις ανέδειξαν ότι ο βιασμός αποτελεί μία «ψευδοσεξουαλική ενέργεια», καθώς η άσκηση βίας δεν αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά του δράστη, αλλά κινείται πέρα από τη γενετήσια σφαίρα, έχοντας ως κυρίαρχες μεταβλητές την εξουσία, την υποταγή και τον εξευτελισμό του θύματος (Amir 1971, Holmstrom & Burgess, 1980, Groth & Birnbaum, 1979). Οι μεταβλητές αυτές ενισχύονται κατά τις ένοπλες συρράξεις από το επεξεργασμένο από την προπαγάνδα μίσος που στοχεύει στην αντίπαλη ομάδα, ενώ οι σεξιστικές πεποιθήσεις, που σχετίζονται με τη χειραγώγηση και την εχθρότητα προς τις γυναίκες, επιτείνουν τους κανόνες της στρατιωτικοποιημένης αρρενωπότητας, οι οποίοι βασίζονται σε έμφυλες αναπαραστάσεις της κυριαρχίας του εχθρού. Ο βιασμός ενέχει στοιχεία συγκρίσιμα με την πάλη του πολέμου, όπως η απόλυτη κυριαρχία και η ταπείνωση του αντικειμένου της κατάκτησης.

Η πράξη που νομικά νοείται ως «βιασμός» διαφέρει στο εσωτερικό δίκαιο των δυτικών χωρών ανάλογα με το εάν ορίζεται στενά ως αναγκαστική διείσδυση, ή περιλαμβάνει και άλλες μορφές σεξουαλικής επαφής, ή ακόμα αν ο βιασμός απαιτεί βίαιο καταναγκασμό ή απλώς έλλειψη συναίνεσης του θύματος.[1] Οι σύγχρονες ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου των δυτικών χωρών έγιναν προς τη κατεύθυνση της τροποποίησης των ορίων του εγκλήματος του βιασμού, τείνοντας προς την αυστηροποίηση των ποινών και την αναγνώριση της ψυχικής βλάβης του θύματος. Διαπιστώνεται όμως ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν συνοδεύτηκαν «από τα απαραίτητα μηνύματα για την αλλαγή συμπεριφορών που αφορούν τις σεξουαλικές σχέσεις των δύο φύλων, ιδιαίτερα σε κοινωνικά στρώματα που τα στερεότυπα του άνδρα και της γυναίκας ισχύουν ακόμα σε μεγάλο βαθμό» (Μαγγανάς, 2004, σ.140).Οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί που συνθέτουν το προκατασκευασμένο ανδροκρατικό-σεξιστικό μοντέλο φαίνεται να είναι υπαρκτοί, ώστε, ακόμα και σε εκείνες τις κοινωνίες που ισχυρίζονται ότι έχουν απορρίψει τα σεξιστικά στερεότυπα, να υπάρχει ένα «λανθάνον αίτημα ανοχής στο βιασμό» (Τσαλίκογλου, 1996, σ.132), που συνίσταται από τη θεσμικά αποδεκτή ανδρική βία και την αντίστοιχη αποδοχή της γυναικείας θυματοποίησης. Οι αντιλήψεις του κοινωνικού σώματος όπως και οι πρακτικές κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης[2] διαιωνίζουν και τις σοβαρές συνέπειες για τα θύματα βιασμών που διστάζουν να  καταγγείλουν τους δράστες. Ο βιασμός παραμένει μέχρι σήμερα ένα «αθέατο» έγκλημα, με μεγάλο «σκοτεινό αριθμό» εγκληματικότητας (Τσιγκρής, 1996).

Ο βιασμός των γυναικών στον πόλεμο παρουσιάζεται  από τα προϊστορικά χρόνια ως πολεμική λεία και αναγκαιότητα των στρατευμάτων. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ο βιασμός των ενόπλων συρράξεων δεν ήταν αντικείμενο σημαντικών διεθνών νομικών ρυθμίσεων. Στις διατάξεις των Διεθνών Συμβάσεων τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας, όπως ο βιασμός και η εξαναγκαστική πορνεία, αναφέρονταν ως εγκλήματα «κατά της τιμής και της αξιοπρέπειας της γυναίκας», και όχι ως εγκλήματα βίας.[3] Από τα τέλη του 20ού αιώνα παρατηρείται ένας σημαντικός προβληματισμός της διεθνούς κοινότητας σχετικά με την ανάγκη ουσιαστικής προστασίας των γυναικών κατά τη διάρκεια των ενόπλων συρράξεων που οδήγησε στη θέσπιση κανόνων με στόχο την καταπολέμηση της σεξουαλικής βίας. Ο βιασμός βάσει των διατάξεων των Καταστατικών και της νομολογίας των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων ορίζεται πλέον με μία αξιοπρόσεκτη ευρύτητα,[4] ενώ αναγνωρίζεται ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος μπορεί να πραγματώνεται και χωρίς την άσκηση ή την απειλή άσκησης φυσικής βίας. Τα Διεθνή Δικαστήρια επιπλέον αποφάνθηκαν ότι οι συνθήκες στις ένοπλες συρράξεις είναι σχεδόν καθολικά καταναγκαστικές, ώστε η ουσιαστική συναίνεση του θύματος στην σεξουαλική πράξη να είναι αδύνατη (‘ICTY’v. Kunarac, Kovac & Vukovic, 2002, par.130). Παράλληλα, βάσει των διατάξεων των Καταστατικών των ΔΠΔ ορίζεται η επέκταση της ποινικής ευθύνης των ιεραρχικά ανώτερων στο στράτευμα ή στην διοίκηση σε συναυτουργική ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη συνδρομής ή παράλειψης που αφορά εγκλήματα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία των διεθνών δικαστηρίων,  τα οποία τελέσθηκαν από δυνάμεις υπό την ουσιαστική διοίκηση και τον έλεγχο ή υπό την ουσιαστική εξουσία αυτών (ΚΔΠΔ, 1998/1999 αρθ.28,α). Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη δικαιοσύνη προκειμένου να αντιμετωπιστεί η σιωπηρή ενθάρρυνση και αποδοχή της σεξουαλικής βίας των ενόπλων συρράξεων από τη στρατιωτική και διοικητική ηγεσία. Η εφαρμογή όμως των προστατευτικών κανόνων παραμένει μέχρι σήμερα μία μεγάλη πρόκληση, η οποία σχετίζεται με τη πολιτική θέληση των εθνικών κυβερνήσεων και των διεθνών οργάνων.

Η σεξουαλική βία φαίνεται συνεπώς να έχει μία κοινή βάση αναπαραγωγής στην ειρήνη και στον πόλεμο, εφόσον οι κυρίαρχες αντιλήψεις του κοινωνικού σώματος για το φύλο, τη σεξουαλικότητα, και την ηθική επιτρέπουν τη διάχυση και την κανονικοποίηση της. Όμως οι γενικευμένες παρατηρήσεις που καθιστούν τη σεξουαλική βία σχεδόν ταυτόσημη με την έννοια του πολέμου ή την εξισώνουν με τη σεξουαλική βία που παρατηρείται σε περιόδους ειρήνης, ενδέχεται να «παραβλέπουν το μεταβαλλόμενο βαθμό και τηδιαφορά της έντασής της» (Μύνκλερ, 2002/2005, σ.109), ή να μην εξηγούν επαρκώς τους λόγους που η σεξουαλική βία αποκτά μία ιδιαίτερη συμβολική και στρατηγική σημασία κατά τις σύγχρονες ένοπλες συρράξεις.

Οι πόλεμοι που ξέσπασαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σήμερα έχουν κατά κανόνα τη μορφή των μη-διεθνών ενόπλων συρράξεων, ή των ενόπλων επεμβάσεων με πρόσχημα την διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης, ενώ εξυπηρετούν νέα στρατηγικά συμφέροντα, που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Ο ορισμός του πολέμου και της ειρήνης εξαρτάται πλέον από κέντρα εξουσίας που μπορούν να επιβάλλουν την βούλησή τους ως κυρίαρχες οντότητες πέρα από την κρατική εξουσία, είτε γιατί οι κρατικές λειτουργίες δεν υφίστανται, είτε γιατί η εκτελεστική εξουσία αποφασίζει την ιδιωτικοποίηση και εμποριοποίηση του πολέμου με αποτέλεσμα να προβάλλονται πολιτικές και οικονομικές αξιώσεις και από άλλες ομαδοποιήσεις, όπως παραστρατιωτικές ομάδες, ιδιωτικοί στρατοί και ξένα στρατεύματα. Παράλληλα στη σύγχρονη ηγεμονική στρατηγική των ισχυρών κρατών οι ένοπλες συρράξεις αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος προοθώντας πολλές φορές τη λογική ακόμα και ενός «προληπτικού» πολέμου με πρόσχημα την διαφύλαξη της παγκόσμιας ειρήνης μέσω της καταστροφής «κατασκευασμένων εχθρών» (Τσουκαλάς, 2006, σ.35-36).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι στόχοι των πολέμων του 20ού και 21ου αιώνα επεκτάθηκαν πέρα από την στρατιωτική νίκη στο πεδίο της μάχης, υιοθετώντας τη χρήση κάθε είδους αντισυμβατικών τεχνικών και αξιών, ώστε να προκληθεί η μέγιστη ζημιά στον εχθρό με το ελάχιστο κόστος (Μύνκλερ, 2002/2005). Η διάλυση της κοινωνικής συνοχής ήταν πρωτεύων σκοπός των αντιπάλων εμπολέμων, για το λόγο αυτό, ο άμαχος πληθυσμός έγινε θύμα πολλαπλών πεδίων απάνθρωπης βίας, μεταξύ αυτών της μαζικής, οργανωμένης και συστηματικής σεξουαλικής βίας. Η έκρηξη της σεξουαλικής βίας, που θυμίζει μεσαιωνικούς πολέμους, ήταν ένα αποτελεσματικό «όπλο πολέμου», καθώς εξυπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό τους στόχους αυτών των ενόπλων συρράξεων, όπως την πολιτική μιας εθνοκάθαρσης ή της γενοκτονίας ενός λαού, ή μίας εθνοτικής ομάδας. Η σεξουαλική βία, ως μορφή οργανωμένης φυσικής και συμβολικής βίας, μπορεί να στιγματίσει τα θύματα και την κοινότητα που αυτά ανήκουν, να λύσει τους οικογενειακούς δεσμούς, να διακόψει την συνέχεια των γενεών, να τρομοκρατήσει, να οδηγήσει σε φυγή από τον τόπο καταγωγής, συνεπώς και να αποκλείσει μακροχρόνια κάθε αίτημα αυτοδιάθεσης και συνέχειας της εθνότητας, της εθνικότητας, ή της φυλής που την υπέστη.

Κυρίαρχη πρακτική πολλών ενόπλων συρράξεων, (όπως αυτών της Ρουάντας, της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό κ.α) ήταν οι συστηματικοί, οργανωμένοι ή και οι ομαδικοί βιασμοί γυναικών, ανήλικων κοριτσιών και μικρών παιδιών, που διαπράχθηκαν με τους πλέον βάναυσους τρόπους, κάποιες φορές ακόμα και δημόσια, παρουσία των μελών της οικογένειας του θύματος ή μελών της κοινότητας που αυτό ανήκε. Οι γυναίκες που ήταν θύματα βιασμού εκδιώχτηκαν από τους συζύγους και τις οικογένειές τους, ενώ τα παιδιά που γεννήθηκαν μετά από βιασμό δεν έγιναν αποδεκτά από τις τοπικές κοινωνίες και κάποιες φορές εγκαταλήφθηκαν από τις ίδιες τις μητέρες τους.[5]

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Degni-Sequi, Ειδικού Παρατηρητή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ρουάντα, «250.000 έως 500.000 βιασμοί γυναικών και ανήλικων κοριτσιών συνέβησαν συνολικά στην διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης του 1994 (in: Haffajee, 2006, p.201). Αντίστοιχα οι εκτιμήσεις του συνολικού αριθμού των γυναικών που υπέστησαν σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη κυμαίνονται από 14.000 έως 50.000 (Bastick, Grimm & Kunz, 2007, p.117).[6] Αν και οι αριθμοί αυτοί φαντάζουν εξωπραγματικοί εικάζεται ότι ήταν μεγαλύτεροι. Οι ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνονται στις εμπόλεμες αλλά και στις μεταπολεμικές κοινωνίες, όπως ο φόβος των αντιποίνων, η διάλυση του κρατικού μηχανισμού, αλλά και η απειλή του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθιστούν τα θύματα της σεξουαλικής βίας τα πλέον «σιωπηρά θύματα» του πολέμου, καθώς, για τους προαναφερθέντες λόγους, δύσκολα προβαίνουν σε καταγγελίες σε αστυνομικές και δικαστικές αρχές, ή αφηγούνται το τραυματικό βίωμα τους σε ερευνητές.

Από τις ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες προκύπτει ότι «ο βιασμός των γυναικών είναι το επίκεντρο του πολέμου, ή αλλιώς μία μορφή πολέμου ακόμα πιο απάνθρωπη» (Eisenstein (2007, p.12)). Ωστόσο οι σχηματισμοί του «κοινωνικού φύλου» χρησιμοποιήθηκαν με ποικίλους τρόπους στις σύγχρονες ένοπλες συρράξεις. Οι γυναίκες παρά το ότι ως δράστες εγκλημάτων που σχετίζονται με την ωμότητα ενόπλων συγκρούσεων αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% όλων των δραστών που παραπέμφθηκαν και καταδικάστηκαν από τα διεθνή ποινικά δικαστήρια (Smeulers, 2015), εντούτοις συμμετείχαν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε ένοπλες ομάδες εθνικών στρατευμάτων και εξτρεμιστικών οργανώσεων που διέπραξαν θηριωδίες εναντίον αμάχων[7], ενώ σε κάποιες περιπτώσεις προέτρεψαν τους άνδρες να βιάσουν τις γυναίκες της αντίπαλης εθνότητας, όπως στην ένοπλη σύρραξη της Ρουάντας (Jones, 2002). Επιπρόσθετα,  οι βιασμοί και η σεξουαλική κακοποίηση ανδρών αποτέλεσαν μία διαδεδομένη μέθοδο βασανιστηρίων σε στρατόπεδα κράτησης εμπόλεμων ζωνών, αν και υποαναφέρονται στις σχετικές έρευνες, είτε γιατί καταγράφονται ως διαφορετικά εγκλήματα (π.χ. βασανιστήρια), χωρίς να υποδηλώνεται η σεξουαλική βία, είτε γιατί τα ίδια τα θύματα δεν καταγγέλλουν το περιστατικό λόγω του φόβου του στιγματισμού τους. Ο βιασμός στον πόλεμο δεν χάνει ωστόσο τον έμφυλο συμβολισμό του, λόγω της παράλληλης ανδρικής θυματοποίησης, αφού το μεν γυναικείο σώμα καθολικοποιείται στην εκπροσώπηση της κατάκτησης, ενώ το ανδρικό σώμα ανδροποιείται στη νίκη και θηλυκοποιείται την ήττα, ως μη ικανό να εκπροσωπεί την αρρενωπότητα του νικητή (Eisenstein, 1996, p.39).

Οι παραβιάσεις των διεθνών κανόνων κατά τις μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Ρουάντα, και τη Σιέρρα Λεόνε, οδήγησαν στη σύσταση, με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, των «ad hoc» Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων για την εκδίκαση των υπευθύνων για εγκλήματα πολέμου, για το έγκλημα της γενοκτονίας, και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στη Διπλωματική Διάσκεψη του Ο.Η.Ε στην Ρώμη στις 17 Ιουλίου του 1998 υιοθετήθηκε το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα  να δημιουργηθεί ένα μόνιμο διεθνές ποινικό δικαιοδοτικό όργανο που η δικαιοδοσία του περιορίζεται στα αντίστοιχα με των «ad hoc» Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων εγκλήματα.[8] Οι πράξεις σεξουαλικής βίας, σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Ανθρωπιστικού δικαίου και τις διατάξεις των Καταστατικών των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων, δεν εντάσσονται σε ξεχωριστή κατηγορία εγκλημάτων, όπως στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά σε γενικές κατηγορίες διεθνών εγκλημάτων, ως άδικες πράξεις, διατηρώντας όμως την αυτοτελή αντικειμενική τους υπόσταση. Σύμφωνα με το άρθρο 7 (παρ.1. ζ) του Καταστατικού του ΔΠΔ ο βιασμός και κάθε άλλη μορφή γενετήσιας βίας παρόμοιας βαρύτητας εντάσσονται στα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», όταν οι πράξεις αυτές διαπράττονται ως μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης που κατευθύνεται κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού, εν γνώσει της επίθεσης. Οι ίδιες πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 8 (παρ.1xxii) του Καταστατικού του ΔΠΔ εντάσσονται στα «εγκλήματα πολέμου» ως σοβαρή παραβίαση των Συμβάσεων της Γενεύης, ιδιαίτερα όταν διαπράχθηκαν ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή ως μέρος ευρείας κλίμακας τέλεσης τέτοιων εγκλημάτων (ΚΔΠ 1998/1999, αρθ. 7 & 8).

Ο βιασμός δεν αναφέρεται ρητά ως μορφή γενοκτονίας σε καμία από τις διατάξεις των Καταστατικών των Διεθνών Δικαστηρίων και των Διεθνών Συμβάσεων, καθώς για το έγκλημα της γενοκτονίας το κύριο κριτήριο πραγμάτωσης της αντικειμενικής του υπόστασης είναι ο στόχος του δράστη να καταστρέψει εν όλω ή εν μέρει την διακριτή πληθυσμιακή ομάδα, που το θύμα ανήκει, και όχι καθεαυτή η εγκληματική πράξη. Το Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο για την Ρουάντα έκρινε ότι ο βιασμός αποτελεί «σοβαρή σωματική και διανοητική βλάβη» για τα θύματα, ερμηνεύοντας την έννοια της «διανοητικής βλάβης» ως «οποιαδήποτε πράξη που επηρεάζει σοβαρά την ψυχική υγεία του θύματος, συνοδευόμενη και από την ειδική πρόθεση του δράστη να καταστρέψει εν όλω ή εν μέρει την διακριτή πληθυσμιακή ομάδα που το θύμα ανήκει» (ICTR v. Akayesu, 1998, par.731).

Τα εγκλήματα των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίαςσύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του Καταστατικού του ΔΠΔ εντάσσονται αντίστοιχα στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και στα εγκλήματα πολέμου, χωρίς από μόνα τους να συνιστούν μία ξεχωριστή κατηγορία διεθνών εγκλημάτων σε περιόδους ειρήνης ή ενόπλων συρράξεων. Το ΔΠΔ για την Πρώην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας έκρινε ότιο βιασμός είναι μία πράξη που δημιουργεί «per se» βασανισμό στα θύματα,καθώς προκαλεί ψυχική και σωματική ταλαιπωρία και αντίστοιχο πόνο στο θύμα, όπως και σοβαρή παραβίαση της προσωπικής αξιοπρέπειας, ώστε να συνιστά «απάνθρωπη μεταχείριση» που στοχεύει στη ταπείνωση του θύματος (‘ICTY’ v. Furundžija, 1998, par.183).

Από την παραπάνω ανάλυση διαπιστώνουμε ότι διαφοροποιείται το  περιεχόμενο των προστατευτικών κανόνων του εσωτερικού δικαίου για τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας σε σχέση με αυτό των διεθνών κανόνων. Η διαφοροποίηση αυτή είναι αναμενόμενη καθώς σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη εφαρμογής αυτών των κανόνων σε διαφορετικό πραγματικό και νομικό περιβάλλον (Περράκης, 2009, σ.28-29). Ωστόσο, σταδιακά διαμορφώθηκε μια κοινή βάση προστασίας για τα θύματα σοβαρών εγκλημάτων σε περιόδους ειρήνης και πολέμου (Περράκης, 2009, σ.28). H δυνατότητα σύγκλιση των διεθνών με τους εθνικούς κανόνες, επιτεύχθηκε μέσω της νομολογίας των Διεθνών Δικαστηρίων και της προσχώρησης κρατών στο Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Καναδάς, που ήταν το πρώτο κράτος το οποίο έθεσε σε εφαρμογή το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου εντάσσοντας τα διεθνή εγκλήματα στην εθνική του νομοθεσία (The Act, 2000). Στο πλαίσιο αυτό δοκιμάστηκε για πρώτη φορά η εφαρμογή των διεθνών κανόνων από τα εθνικά δικαστήρια του Καναδά για τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας που διαπράχτηκαν κατά την ένοπλη σύρραξη της Ρουάντας το 1994 στην εκδίκαση της υπόθεσης Munyaneza (Canada v. Desire Munyaneza, 2009).

Συνοψίζοντας, η νομολογία των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων αποτελεί ένα σημαντικό βήμα ως προς την οριοθέτηση του βιασμού, την ένταξη του σε κατηγορίες διεθνών εγκλημάτων και τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης των δραστών. Η απονομή όμως της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης δεν είναι επαρκώς αποτελεσματική ως προς τη καταστολή και τη πρόληψη της εκτεταμένης σεξουαλικής βίας των ενόπλων συρράξεων. Οι δυσλειτουργίες του διεθνούς ποινικού μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης εντοπίζονται στα εξής ζητήματα:

1.Το Διεθνές Δίκαιο παραμένει το όργανο των ισχυρών κρατών, τα οποία υιοθετούν μια επιλεκτική εφαρμογή του ποινικού νόμου, όπως η σύσταση Ειδικών Δικαστηρίων μόνο για κάποιες εμπόλεμες ζώνες, ή η σχεδόν αποκλειστική  ενασχόληση του ΔΠΔ με εγκληματικές δράσεις υπηκόων αφρικανικών χωρών. Αυτή η πρακτική έχει πολλαπλάσιες αρνητικές συνέπειες για τα θύματα της σεξουαλικής βίας. Τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας διώκονται ελάχιστα σε σχέση με άλλα εγκλήματα που διαπράττονται κατά τη διάρκεια των ενόπλων συρράξεων. Tα κράτη αποφεύγουν συστηματικά να παραπέμψουν στην διεθνή ποινική δικαιοσύνη για εγκλήματα σεξουαλικής βίας αξιωματούχους, στρατευμένους, ή πολίτες τους.

2. Οι υποθέσεις που παραπέμφθηκαν στη διεθνή δικαιοσύνη είναι ελάχιστες σε σχέση με την έκταση της σεξουαλικής βίας, που αναφέρθηκε σε  έρευνες εθνικών και διεθνών οργάνων. Το γεγονός αυτό  οφείλεται τόσο στην άρνηση των θυμάτων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, με το φόβο του στιγματισμού τους από τις τοπικές κοινωνίες, όσο και στην απόσυρση υποθέσεων, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων και νομικών ατελειών στα κατηγορητήρια, ή στη παραπομπή  πολλών υποθέσεων στα εθνικά δικαστήρια.

3. Παρατηρήθηκε μεγάλη χρονική καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων με αποτέλεσμα πολλά θύματα να αποθαρρύνονται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, ενώ πολλοί μάρτυρες λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης από το συμβάν δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν ουσιαστικές λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα δικαστήρια σε καταδικαστικές αποφάσεις πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 

Δυσλειτουργίες παρατηρήθηκαν και στο πρακτικό πεδίο της θεραπείας και αποκατάστασης των θυμάτων που συνοψίζονται στις παρακάτω διαπιστώσεις:

1. Η πλειονότητα των θυμάτων δεν είχε πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη,  αν και έπασχε από σοβαρά σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και βλάβες των γεννητικών οργάνων που δημιουργήθηκαν από την άσκηση της σεξουαλικής βίας. Στις περιπτώσεις που η πρόσβαση ήταν εφικτή στο εθνικό σύστημα υγείας πολλά θύματα βιασμών απέφυγαν να απευθυνθούν σε αυτό για να λάβουν άμεση ιατρική φροντίδα, ή να ενταχτούν σε προγράμματα αποκατάστασης, καθώς η νομοθεσία πολλών χωρών απαιτούσε η τεκμηρίωση του βιασμού από το ιατρικό προσωπικό να γίνεται εφόσον το θύμα είχε προηγουμένως αναφέρει το βιασμό του στις αστυνομικές αρχές.

2. Οι εκταμιεύσεις των αποζημιώσεων που εκδικάστηκαν από τα διεθνή δικαστήρια παρουσίασαν μεγάλες καθυστερήσεις, ώστε τα θύματα να μην νιώθουν απόλυτα δικαιωμένα και να ζουν κάτω από συνθήκες απόλυτης φτώχειας, δεδομένων των καταστροφικών συνεπειών που επέφεραν οι ένοπλες συρράξεις στις οικονομίες των μεταπολεμικών κοινωνιών.

3. Τα προγράμματα αποκατάστασης των διεθνών οργάνων συνδέονταν με παροχές που απευθύνονταν περισσότερο στις γυναίκες των Βαλκανίων και λιγότερο στα αντίστοιχα θύματα των Αφρικανικών χωρών. Εντούτοις, η Nicola Ntacworth, Διευθύντρια του Προγράμματος Έρευνας και Δράσης της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, επισημαίνει ότι δεκατέσσερα  χρόνια μετά τον πόλεμο της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας οι γυναίκες της Βοσνίας/Ερζεγοβίνης που βιάστηκαν «αντιμετώπισαν διακρίσεις σε σύγκριση με άλλα θύματα του πολέμου ως προς τη πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά, και δεν έλαβαν καμία αποζημίωση, εξαιτίας των σύνθετων δομών του δικαστικού συστήματος και του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας στη χώρα» (Διεθνής Αμνηστία, 2009).

4. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγνωρίστηκε η ανδρική θυματοποίηση στη σεξουαλική βία των ενόπλων συρράξεων με αποτέλεσμα τα θύματα να μην μπορούν να ενταχτούν σε προγράμματα αποκατάστασης, να έχουν πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, ή να διεκδικήσουν αποζημιώσεις.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο βιασμός κατά τις ένοπλες συρράξεις είναι ένα βαθύ «ατομικό και συλλογικό τραύμα» που δύσκολα επουλώνεται, ενώ απομακρύνει την ελπίδα μιας βιώσιμης κοινωνικής ειρήνης. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω μαρτυρία μιας γυναίκας που βίωσε τη σεξουαλική βία στην ένοπλη σύρραξη της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας κατά τη κράτησή της στο στρατόπεδο Vasif Gutic. «Η ίδια η πράξη του βιασμού, κατά τη γνώμη μου είχε τρομακτική επίδραση στους ανθρώπους. Θα μπορούσαν ίσως, να εξηγήσουν γιατί  κάποιος κλέβει κάτι από αυτούς, ή τους ξυλοδαρμούς ή ακόμα και κάποιες δολοφονίες. Κάπως, κατά κάποιο τρόπο, οι άνθρωποι αποδέχτηκαν όλα αυτά, αλλά όταν άρχισαν οι βιασμοί έχασαν κάθε ελπίδα. Μέχρι τότε είχαν την ελπίδα ότι αυτός ο πόλεμος θα μπορούσε να τελειώσει, και ότι όλα θα ησύχαζαν. Όταν άρχισαν οι βιασμοί, όλοι έχασαν κάθε ελπίδα, όλοι στο στρατόπεδο, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες. Υπήρχε τέτοιος φόβος, φρικτό …» (‘ICTY’ v. Tadic & Borovnica, 1997, par.175). 

 

της Αγγελικής Καρδαρά

https://www.postmodern.gr