Η σύγχρονη φυλακή μας - Του Κωνστανίνου Τζέκη


Κάποτε, σε μια Ευρωπαϊκή χώρα, έγινε μια μελέτη για τις αιτίες της μη αποδοτικότητας των εργαζομένων. Τα ερωτήματα πάμπολλα και οι καταγραφείσες αιτίες επίσης. Μια απάντηση, που προξένησε μεγάλη εντύπωση στους επιστήμονες, ήταν η επισήμανση των ερωτώμενων στο γεγονός ότι, δεν ήταν ευχαριστημένοι από τις συνέπειες των δυσκολιών τους στις κατοικίες τους. Ουσιαστικά δηλαδή ήταν δυστυχισμένοι και αυτό ήταν απόρροια της έλλειψης ανέσεων στις κατοικίες τους.

Μελετήθηκαν διάφοροι τρόποι δημιουργίας μιας άνετης και ευτυχισμένης κατοικίας. Ένας σοφός πρότεινε να μελετηθεί το ζωικό βασίλειο και να μιμηθούν ομάδες ζώων, εντόμων ή πτηνών, που ήταν ευτυχισμένες και δούλευαν ακατάπαυστα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στις μέλισσες και στη δημιουργία σπιτιών όμοια με τα κελιά των μελισσών. 

Έφτιαξαν λοιπόν σπίτια εξάγωνα, όπως τα κελιά και εγκατέστησαν εκεί οικογένειες και άρχισαν να παρατηρούν τις συμπεριφορές τους. Δυστυχώς ούτε και εκεί οι άνθρωποι κατάφεραν να αλλάξουν συμπεριφορά και διάθεση.

Αλλά δεν συμβαίνει αυτό μόνο σε εκείνη τη χώρα που ευαισθητοποιήθηκε, σαφώς για το όφελος του κεφαλαίου της, αλλά σε κάθε χώρα, καθώς επίσης και στη χώρα μας. Για να κυριολεκτούμε, οπωσδήποτε στη χώρα μας.

Με κόπους και θυσίες και αιματηρές οικονομίες, αγοράσαμε ένα σπίτι αφού το εξετάσαμε, το ψάξαμε, το μελετήσαμε. Χαρούμενοι μπήκαμε σ' αυτό, το επιπλώσαμε, το στολίσαμε και ξαφνικά διαπιστώσαμε ότι το μισούμε.

Διαπιστώσαμε ότι είναι καταθλιπτικό, στενάχωρο, ανεπαρκές, χωρίς καλό φενγκ σούι(sick), χωρίς θετική αύρα, χωρίς μεγάλο ασανσέρ, χωρίς μεγάλη ντουλάπα, στενή κουζίνα, άβολη τραπεζαρία, σκοτεινό και  υγρό, γείτονες που δεν σέβονται την κοινή ησυχία, την καθαριότητα  και δεν συμμαζεύεται.

Ύστερα επεκτείναμε τις διαπιστώσεις μας στο περιβάλλον, αφού ο γειτονικός φούρνος μυρίζει ψημένο ψωμί, η ταβέρνα δίπλα μας ενοχλεί με τα καμένα της και τις φωνές των θαμώνων της, ο δρόμος έχει θόρυβο που δεν μπορείς να κλείσεις μάτι, το μετρό ή η συγκοινωνία είναι μακριά, η περιοχή έχει εγκληματικότητα, ο ήλιος είναι το πρωί κόκκινος και το βράδυ κροκέ και δεν συμμαζεύεται.

Να το αλλάξουμε δεν γίνεται γιατί το χρωστάμε. Να το εγκαταλείψουμε δεν γίνεται γιατί δεν έχουμε που αλλού να πάμε. Το μόνο που μας απομένει είναι οι έξοδοι. Σε κάθε αργία έξοδος σαν φυγή, σαν καταδίωξη για την εξοχή. Ταλαιπωρία και συμφορήσεις στους δρόμους, ατυχήματα, βρισιές, αγανάκτηση, αλλά εμείς, εκεί, να φύγουμε, λες και αν μέναμε, θα μας έβαζαν θηλιά στο λαιμό.

Με τις παραπάνω αληθινές στιγμές, έρχεται και η κάθειρξη. Όχι ισόβια αλλά μερικές εβδομάδες ή άντε έναν το πολύ μήνα. Υπάρχει λένε ιός που μας τσακίζει και θα πρέπει να εγκλειστούμε στα τέσσερα μισητά μας ντουβάρια για να μην κολλήσουμε.  Θεέ και Κύριε. Μα γιατρέ μου με την κλεισούρα κινδυνεύω με κατάθλιψη. Το σπίτι θέλει να με εξοντώσει.  Η μικρούλα που την κυνηγούσα καιρό θα με ξεχάσει. Η γυναίκα μου θα χάσει το κουμκάν και το κομμωτήριο. Η κόρη μου θα καταλάβει μονίμως το ιντερνέτ. Τίποτα αυτός. Αυστηρός και ανυποχώρητος επιμένει. Αυτή είναι η θεραπεία για τον ιό μου λέει. Πρέπει, να υποστείς αυτή την ταλαιπωρία, για να φύγει από εμάς και να πάει στους γείτονες σου, που δεν προσέχουν και κάνουνε συνέχεια πριβέ, στα κρυφά, σουαρέ.  Καταλαβαίνεις; Αυτό είναι το μόνο που μου άρεσε.

Ουσιαστικά δεν μας φταίει, ούτε ο γιατρός, ούτε ο Τράμπ που έκανε τον άρρωστο για να δείξει στους χαχόλους του ότι είναι σιδερένιος, λες και θα τον έβαζαν να παλέψει στα πανηγύρια των Σερρών.

Απλά μισούμε ότι αγαπήσαμε και φτιάξαμε, ότι ονειρευτήκαμε και ότι προσδοκούμε. Μισούμε το σπίτι μας, μισούμε τη δουλειά μας, μισούμε το αφεντικό μας, μισούμε εν τέλει τη ζωή μας γιατί ποτέ μας δεν ακούσαμε εκείνη τη φωνή που κραυγάζει ότι ήμαστε τρωτοί και περαστικοί σε μια κοινωνία εύθραυστη, ψεύτικη, άδικη  και αδυσώπητα ρεαλιστική.

Περαστικά μας.