Ώρες ευθύνης - Του Κωνσταντίνου Τζέκη


Ξύπνησε δύσθυμος, όπως κάθε πρωί. Το ρολόι του έδειχνε πέντε και μισή και απ' το παράθυρο του δωματίου του αχνόφεγγε η μέρα. Ο κόκορας του γείτονα άργησε σήμερα να διαλαλήσει το ξημέρωμα. Παραξενεύθηκε. Κάθε πρωί τον ξυπνούσε και αυτός ήταν η αιτία των λογομαχιών, που είχε, με τον οικοδεσπότη του, αλλά όχι αυτές τις μέρες.

Αυτές τις μέρες τον περιμένει μάταια να ενοχλήσει τα αυτιά του στο στάδιο του τελευταίου ύπνου του. Αλήθεια σκέφτηκε, πόσες μέρες έχει να λαλήσει; Μήπως  του συνέβη κανένα κακό;
Άλλες εποχές θα ντύνονταν αθόρυβα για να μην ξυπνήσει την γυναίκα του και θα κατηφόριζε μέχρι το ψιλικατζίδικο, να αγοράσει την εφημερίδα του και θα έμπαινε στο καφενεδάκι του Χρηστάρα, για να παραγγείλει τον καφέ του σκέτο.

Όμως τώρα, εδώ και μέρες, αδυνατεί να πραγματοποιήσει αυτή την μικρή του απόλαυση, όχι από άλλο λόγο αλλά από έναν αόρατο και μικροσκοπικό μικρόβιο, που περιπαικτικά τον αποκάλεσαν ιό .  
Στριμωγμένος  λοιπόν στη μικρή του γκαρσονιέρα, βασάνιζε τον εαυτό του, αφού δεν έβρισκε κάτι, που θα έκανε, ώστε να περάσει ευχάριστα μερικές ώρες, έστω ελάχιστες. Όμως ρουτίνα και μια από τα ίδια.

Χωρίς κέφι, άνοιξε εκείνο ντουλάπι που φύλαγε τα προσωπικά του αντικείμενα. Φωτογραφίες από το σχολείο του, από μερικές ωραίες παιδικές στιγμές. Το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν και αναπόλησε εκείνες τις εποχές, που παιδί, σκαρφίζονταν του κόσμου τις ζαβολιές, να βάλει χέρι το γλυκό, που η μάνα του το έκρυβε στου βοδιού το κέρατο, αλλά εκείνος πάντοτε το έβρισκε, λες και διάβαζε τη σκέψη της.

Ύστερα ο στρατός, ο λοχίας, που στην αρχή τον μισούσε, αλλά αργότερα έγιναν φίλοι, ο λοχαγός του, τα καψόνια, οι νεανικές βλακείες. Αργότερα, ο τήβεννος και η ορκωμοσία του  και η επιστημονική του καταξίωση, αλλά όλα αυτά στο ντουλάπι του μυαλού του και στο συρτάρι της ντουλάπας του.

Αποφάσισε να τακτοποιήσει την αποθήκη του. Μέσα σε ένα κουτί, βρήκε σκονισμένα τα μυθιστορήματα που είχε αποφασίσει να τα διαβάσει στη σύνταξή του, αλλά η καθημερινότητα είχε απομακρύνει τους στόχους του για πολύ καιρό.   Τα φύσηξε  και ένα σύννεφο σκόνης σκοτείνιασε την αποθήκη. Όμως τα άφησε πάλι στο χαρτόκουτο. Ούτε αυτό θα του γέμιζε τις ώρες. 

Ανέβηκε στο δωμάτιό του. Άνοιξε την τηλεόραση. Ο εκφωνητής σοβαρός ανακοίνωνε το δελτίο του Υπουργείου Υγείας. τρεις χιλιάδες άρρωστοι στο κρεβάτι του πόνου, τριακόσιοι διασωληνωμένοι,  εξήντα νεκροί. Τα Νοσοκομεία στο κόκκινο, οι γιατροί λίγοι και το προσωπικό κατάκοπο στα όριά του. 
Δια της βίας επιτάχθηκαν κλινικές στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από την απροθυμία των ιδιοκτητών τους να συνεισφέρουν. Κιτρίνισε από τον τρόμο του. Άραγε πόσο πόνο  καταπίνουν   οι συγγενείς τους, πόσο τρόμο   περνούν οι ίδιοι στο κρεβάτι χωρίς οξυγόνο στα στήθη τους, πόση τραγωδία στην κοινωνία. 

Ενώ αυτός καταριέται στη ζεστασιά του σπιτιού του τις χαμένες του ώρες. Ντράπηκε.

Ξαφνικά τινάχθηκε όρθιος. Στα νιάτα του στον στρατό είχε πάρει την ειδικότητα του νοσοκόμου. 

Έψαξε και βρήκε τη βεβαίωση. Δεν μπορεί σκέφθηκε κάτι θα πρέπει να κάνω και εγώ. Ντύθηκε γρήγορα και έτρεξε στο κοντινό Νοσοκομείο.
Το μεσημέρι η γυναίκα του, που τον αναζητούσε και δεν απαντούσε στο τηλέφωνό του, άνοιξε την τηλεόραση. Άκουσε κάτι, που την έκανε να τρεμουλιάσει από συγκίνηση και θαυμασμό.

 Όλες οι ειδήσεις μιλούσαν για ένα συνταξιούχο, που με την ειδικότητα του Νοσοκόμου στον Στρατό, προσφέρθηκε να βοηθήσει τους ασθενείς. Θυμήθηκε εκείνη την ιστορία, που ενώ πήρε φωτιά η ζούγκλα και ο ελέφαντας με την τεράστια σαν πυροσβεστική αντλία προβοσκίδα του, κάθονταν αμέριμνος, ένα πουλάκι, το κολυμπρί, με το μικρό του ράμφος, έπαιρνε νερό από το ποτάμι και το έριχνε στη φωτιά.

Ώρες ευθύνης για όλους. Όταν η πατρίδα, όταν οι κάτοικοί της περνούν τις συμπληγάδες δεν έχει σημασία πόσο και τι προσφέρει ο καθένας. Σημασία έχει να στρατευθεί και ας προσφέρει και το ελάχιστο. Αργότερα θα έχει κάθε λόγο να καυχιέται ότι στις δύσκολες ώρες ήταν και ο αυτός εκεί, ενεργά.