''Eδώ είναι Εξάρχεια κι άμα σ’ αρέσει''

f

Aναδημοσιεύουμε από nantiareport
\«εδώ είναι Εξάρχεια κι άμα σ’ αρέσει», ρίχνει μολότοφ, στα μπατζάκια του «μπάτσου», τον πιάνουν - ήταν καπου 15χρονων- άρχισε να κλαίει, «εγώ δεν έκανα τίποτα, λάθος κάνετε, τυχαία περνούσα, θέλω τη μαμά μου», την επόμενη ημέρα ήταν ελεύθερος ...
Μαρτυρία για .... "μια ακόμη "αστυνομική αυθαιρεσία" εναντίον σχολιαρόπαιδων", απο βιωματική εμπειρία μόνιμου κατοίκου * στα Εξάρχεια
"Ηταν θυμάμαι ένα βράδυ, πριν από ενάμιση χρόνο, τότε που εδώ στα Εξάρχεια είχε κορυφωθεί το δράμα μας και όλα τα ’σκιαζε η μολότοφ και τα πλάκωνε το δακρυγόνο∙ εκείνο το βράδυ λοιπόν είχαν αρχίσει οι εχθροπραξίες, καμιά δεκαριά δεκαπεντάχρονοι αντιμέτωποι με μια διμοιρία ΜΑΤ, δύο μολότοφ δεμένες πάνω σε γκαζάκια εκτοξεύθηκαν στους κάδους απορριμμάτων κάτω από το μπαλκόνι μου, οι εκρήξεις έστειλαν τη φλόγα μέχρι την τέντα μου, έριξα νερό με το λάστιχο μπας και γλιτώσω τα χειρότερα, εκνευρίστηκε ένα «παιδί» που του χάλασα τη χωρίστρα με το νερό, άρχισε να με βρίζει με φράσεις που είμαι σίγουρη αγνοούσε το νόημά τους, κατέβηκα στον δρόμο, τον παρακάλεσα να μην πετάει μολότοφ στα σκουπίδια γιατί κινδυνεύουμε να καούμε άνθρωποι και σπίτια, μου είπε τη διάσημη πλέον φράση «φύγε, μωρή, από δω, εδώ είναι Εξάρχεια κι άμα σ’ αρέσει», έσκυψε πήρε μια πέτρα και την έριξε στην τζαμαρία της διπλανής πολυκατοικίας, σωριάστηκαν στα πόδια του τζάμια και θρύψαλα, πανηγύρισε με τα χέρια ψηλά σαν να πήρε το Όσκαρ, γύρισε στον διπλανό του πήρε μια μολότοφ, την έριξε στη διμοιρία, φούντωσαν τα μπατζάκια του «μπάτσου», άρχισε τον χορό της φωτιάς εκείνος, έκαναν ντου οι συνάδελφοί του, στα είκοσι μέτρα έπιασαν τον δεκαπεντάχρονο, του πέρασαν χειροπέδες, άρχισε να κλαίει το παιδί, «εγώ δεν έκανα τίποτα, λάθος κάνετε, τυχαία περνούσα, θέλω τη μαμά μου», τον προσήγαγαν εν μέσω σποραδικών διαμαρτυριών από διερχόμενους και σίγουρους ότι βρίσκονται ενώπιον μιας ακόμη αστυνομικής αυθαιρεσίας εναντίον σχολιαρόπαιδων, κάπου εκεί έληξαν τα επεισόδια εκείνης της βραδιάς, σβήσαμε όσες φωτιές σιγόκαιγαν στα σωθικά των κάδων, μαζέψαμε τα γυαλιά της εισόδου, ορίσαμε βάρδιες για τη φύλαξη της πολυκατοικίας μέχρι να ξημερώσει και να βρούμε τζαμά, οι υπόλοιποι πέσαμε για ύπνο.
Την επομένη τα επεισόδια ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, με τα ίδια υλικά, με τον ίδιο σκοπό, πάλι η φωτιά από τον κάδο έγλειφε το μπαλκόνι μου, πάλι νεράκι εγώ, και ‒τι έκπληξη!‒ ο χθεσινός συλληφθείς δεκαπεντάχρονος, ελεύθερος και αθώος σαν αγγελούδι, με σημαδεύει με μια δέσμη πράσινου φωτός και μου λέει «ξέρω, μωρή καριόλα, πού μένεις, θα σε κάψω». Δεν με έκαψε με τον τρόπο που ονειρευόταν, ακόμη αναπνέω, τον βλέπω καμιά φορά στον δρόμο ή στην καφετέρια, δεν ξέρω αν με θυμάται – δεν ανταλλάσσουμε ούτε καλημέρα"…
____________________________________
* μαρτυρία μόνιμου κατοίκου Εξαρχείων [Η φωτογραφία είναι περσινή.]